Kρίσιμη αναμένεται να είναι η συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Ευρωπαικής Κεντρικής Τράπεζας για το μέλλον των επιτοκίων, μετά τις χθεσινές εξελίξεις με την Credit Suisse.


Yπενθυμίζεται, ότι ήδη η επικεφαλής της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ είχε προαναγγείλει αύξηση των επιτοκίων κατά 0,5%, ωστόσο μετά τις χθεσινές εξελίξεις τούτο καθίσταται αμφίβολο. Ηδη αρκετοί αναλυτές έχουν αναθεωρήσει τις προβλέψεις τους εκτιμώντας ότι τελικά η ΕΚΤ θα προχωρήσει σήμερα σε μικρότερη αύξηση των επιτοκίων, ενώ κάποιοι δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο τα επιτόκια να μείνουν προσωρινώς «παγωμένα».

Είναι ενδεικτικό ότι Deutsche Bank και Bloomberg Economics εκτιμούν ότι η ΕΚΤ θα προχωρήσει σε μία κίνηση κατά 25 μονάδες βάσης ή ακόμα και λιγότερο, υπό την πίεση μαζικών ρευστοποιήσεων στις αγορές με επίκεντρο τις τραπεζικές μετοχές. Ηδη, σχετικές πιέσεις προς την ΕΚΤ είχαν αρχίσει να διαφαίνονται λίγο μετά την κατάρρευση της Αμερικανικής Silicon Valley Bank.Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ένα πρώην μέλος του Εκτελεστικού Συμβουλίου της ΕΚΤ ο Ιταλός Lorenzo Bini Smaghi, ο οποίος είναι τώρα πρόεδρος της Societe Generale SA προέτρεψε τα νυν μέλη , είτε να αναβάλουν για την ώρα την αύξηση κατά 0,50 είτε να την περιορίσουν στο μισό, δηλαδή κατά 0,25. Ο κίνδυνος, σύμφωνα με τον Bini Smaghi, θα ήταν να επαναληφθεί το λάθος που έκανε η ΕΚΤ όταν το 2011, όταν προχώρησε σε αύξηση των επιτοκίων , για να υποχρεωθεί λίγο καιρό μετά να τα μειώσει.

Ο πρώην αντιπρόεδρος της ΕΚΤ Vitor Constancio, επικεφαλής της Κεντρικής Τράπεζας της Πορτογαλίας τη δεκαετία 2000-2010, συμφώνησε, λέγοντας σε ανάρτησή του στο Twitter ότι οι αξιωματούχοι θα πρέπει να αυξήσουν τα επιτόκια κατά 25 μονάδες βάσης.

Πάντως όσον αφορά στην προθεσμιακή αγορά χρήματος, οι επενδυτές από χθες προεξοφλούν ότι η αύξηση των επιτοκίων θα περιοριστεί στο 0,25%. Παρά ταύτα ορισμένοι πιο «άκαμπτοι» Κεντρικοί Τραπεζίτες όπως το πρώην μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ Gertrude Tumpel-Gugerell εμμέσως πλην σαφώς επιμένουν ότι η ΕΚΤ θα πρέπει να συνεχίσει ακάθεκτη τις αυξήσεις των επιτοκίων μέχρι να κερδηθεί η μάχη του πληθωρισμού, θεωρώντας ότι το πρόβλημα που έχει προκληθεί με την Credit Suisse είναι μεμονωμένο και «ρυθμιστικού χαρακτήρα» το οποίο μάλιστα βρίσκεται εκτός της ζώνης του ευρω.