

Η καύση ορυκτών καυσίμων αποτελεί τον κύριο παράγοντα της κλιματικής αλλαγής, ενώ η εξεύρεση τρόπων μείωσης του διοξειδίου του άνθρακα (CO₂) στην ατμόσφαιρά είναι μία από τις καθοριστικές προκλήσεις της εποχής. Μια αναδυόμενη τεχνολογία που συγκεντρώνει το ενδιαφέρον είναι η άμεση δέσμευση διοξειδίου του άνθρακα από τον αέρα (DAC), η οποία απομακρύνει το CO₂ απευθείας από την ατμόσφαιρα. Η τεχνολογία αυτή προωθείται όλο και περισσότερο ως απαραίτητο συμπλήρωμα των περικοπών εκπομπών, ωστόσο, οι μελέτες που έχουν γίνει δεν εξετάζουν το για τον προσδιορισμό του πότε, πού και σε ποια κλίμακα θα πρέπει να εφαρμοστεί η DAC: εάν κάποιος δαπανήσει ένα δολάριο για την κατασκευή DAC, πόσα οφέλη για το κλίμα και την υγεία θα μπορούσε να επιτύχει εάν αντί για αυτό δαπάνησε το ίδιο ποσό σε ηλιακή ή αιολική ενέργεια;
Σύμφωνα με μια νέα ανάλυση, σε όρους κόστους-οφέλους, η επένδυση στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας προσφέρει μεγαλύτερα οφέλη στην κοινωνία από ό,τι η τεχνολογία απομάκρυνσης του διοξειδίου του άνθρακα από την ατμόσφαιρα. Αυτό προκύπτει με βάση την άμεση σύγκριση της απόδοσης των επενδύσεων, σε σχεδόν όλα τα σενάρια που αφορούν τις ΗΠΑ και σε χρονικό ορίζοντα έως το 2050.
Οι περισσότερες προηγούμενες μελέτες για την άμεση δέσμευση διοξειδίου του άνθρακα (DAC) εξέτασαν αν η μέθοδος αυτή απομακρύνει περισσότερο διοξείδιο του άνθρακα από ό,τι παράγει, ή αν κοστίζει λιγότερο στην κοινωνία η απομάκρυνση ενός τόνου άνθρακα από την ατμόσφαιρα από ό,τι το να τον αφήσει εκεί — ουσιαστικά συγκρίνοντας τη δέσμευση άνθρακα με το να μην γίνει τίποτα.
Ο αντίκτυπος της τεχνολογίας DAC στη δημόσια υγεία συχνά παραβλέπεται στις σχετικές μελέτες. Ωστόσο, εάν η ηλεκτρική ενέργεια που τροφοδοτεί τη DAC προέρχεται έστω και εν μέρει από δίκτυο που βασίζεται σε ορυκτά καύσιμα, αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη ρύπανση από διοξείδιο του θείου, οξείδια του αζώτου και μικρά σωματίδια — κάτι που δεν συμβαίνει με τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
Η PSE Healthy Energy, σε συνεργασία με ερευνητές από τη Σχολή Δημόσιας Υγείας του Πανεπιστημίου της Βοστώνης και τη Σχολή Δημόσιας Υγείας T.H. Chan του Χάρβαρντ μοντελοποίησαν τα οφέλη για την υγεία και το κλίμα από την επένδυση 100 εκατομμυρίων δολαρίων στην άμεση δέσμευση διοξειδίου του άνθρακα σε σύγκριση με την επένδυση του ίδιου ποσού σε ηλιακή ενέργεια κλίμακας δικτύου ή χερσαία αιολική ενέργεια σε 22 περιοχές των Ηνωμένων Πολιτειών έως το 2050.
Τα αποτελέσματα ήταν αποκαλυπτικά. Εάν η σημερινή απόδοση της DAC παραμείνει σταθερή —η τεχνολογία απαιτεί επί του παρόντος περίπου 5.500 κιλοβατώρες ηλεκτρικής ενέργειας και κοστίζει 1.000 δολάρια για την απομάκρυνση ενός τόνου διοξειδίου του άνθρακα από την ατμόσφαιρα— θα έχει καθαρά αρνητικό αντίκτυπο στην κοινωνία έως το 2050 λόγω των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου και της επιβλαβούς ατμοσφαιρικής ρύπανσης, διαπίστωσαν οι ερευνητές.
Ακόμη και αν η κατανάλωση ενέργειας της DAC μειωθεί κατά περισσότερο από τα δύο τρίτα σε 1.500 κιλοβατώρες και το κόστος της κατά το ήμισυ σε 500 δολάρια ανά τόνο διοξειδίου του άνθρακα που απομακρύνεται, τα οφέλη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας είναι πολλαπλάσια από αυτά της DAC.
Μόνο στο πιο αισιόδοξο σενάριο για την ανάπτυξη της τεχνολογίας DAC —στο οποίο τα στοιχεία αυτά μειώνονται στα 800 κιλοβατώρες και στα 100 δολάρια ανά τόνο διοξειδίου του άνθρακα που απομακρύνεται— η τεχνολογία αυτή υπερισχύει των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας σε εθνικό επίπεδο. Ακόμη και τότε, η ηλιακή και η αιολική ενέργεια παραμένουν η καλύτερη επένδυση σε ορισμένες περιοχές.
«Για να είμαστε σαφείς, η άμεση δέσμευση διοξειδίου του άνθρακα από τον αέρα μπορεί να επιτύχει κάτι που η ηλιακή και η αιολική ενέργεια δεν μπορούν: να μειώσει τις συγκεντρώσεις CO2 στην ατμόσφαιρα, αντιστρέφοντας τις ζημιές του παρελθόντος», αναφέρει, σε σχετική ενημέρωση, ο ερευνητής στο PSE Healthy Energy – ανεξάρτητο ερευνητικό ινστιτούτο με έδρα το Όκλαντ της Καλιφόρνιας – και μέλος της ομάδας Γιαννάι Καστάν. Ωστόσο, μέχρι οι εκπομπές άνθρακα μηδενιστούν ουσιαστικά, είναι εξαιρετικά απίθανο η DAC να είναι οικονομικά αποδοτική σε σύγκριση με την επένδυση στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
Η μελέτη δημοσιεύεται στο Communications Sustainability.















