
Πηγή Εικόνας: ΤΕΕΟι συντηρήσεις των υποδομών και η καινοτομία στην παρακολούθηση της δομικής υγείας τους που εισάγει το έργο «Έξυπνες Γέφυρες» καθώς και η ευθύνη της λειτουργία τους, αναδείχθηκαν κατά την παρουσίαση του έργου που υλοποιεί το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας, υπό την ευθύνη και σε συνεργασία με το Υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών, με τη χρηματοδότηση του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Ο Πρόεδρος του ΤΕΕ Γιώργος Στασινός έκανε λόγο για «το πιο σύγχρονο έργο παρακολούθησης υποδομών που γίνεται σήμερα στη χώρα, μέσα στα αυστηρά χρονοδιαγράμματα τού σχεδίου “Ελλάδα 2.0” και το ΤΕΕ αποδεικνύει στην πράξη ότι οι εθνικοί πόροι πιάνουν τόπο».
Για άλμα στον χρόνο και όχι μια απλή μετάβαση έκανε λόγο στην ομιλία του ο Υφυπουργός Υποδομών Νίκος Ταχιάος, αναφερόμενος στην καινοτομία του έργου. Χαρακτήρισε την απόφαση του ΤΕΕ να αναλάβει την υλοποίηση ενός τέτοιου έργου «γενναία απόφαση η οποία έχει χαρακτηριστικά ενορατικά ακριβώς γιατί έρχεται και προτάσσει τα επιστημονικά δεδομένα έναντι όλων των άλλων». Υπογράμμισε, επίσης, την ανάγκη το πρόγραμμα να είναι λειτουργικό και κάθε φορέας-χρήστης να αναλάβει την ευθύνη για οτιδήποτε προκύψει καθώς και την υποχρέωση να το αντιμετωπίσουν.
Από την πλευρά του, ο Γενικός Γραμματέας Υποδομών Δημήτριος Αναγνώπουλος σημείωσε στην ομιλία του, εκπροσωπώντας τον Υπουργό Υποδομών και Μεταφορών Χρίστο Δήμα, ότι «το έργο “Έξυπνες Γέφυρες” εισάγει μια νέα προσέγγιση στη διαχείριση των υποδομών, καθώς μέσω της αξιοποίησης της δομικής απόκρισης συνδεδεμένων οδικών και σιδηροδρομικών γεφυρών σε ολόκληρη τη χώρα, και της παρακολούθησής τους σε πραγματικό χρόνο με τη χρήση σύγχρονων τεχνολογικών συστημάτων δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για μια ολοκληρωμένη και αποτελεσματική πολιτική συντήρησης και πρόληψης».
Ν. Ταχιάος: «Ο βασικός στόχος είναι το έργο να γίνει λειτουργικό και όποιος δεν έχει διάθεση να αναλάβει ευθύνη να έχει και τις αντίστοιχες επιπτώσεις»
Ο Υφυπουργός Υποδομών Νίκος Ταχιάος, ανοίγοντας την εκδήλωση, χαρακτήρισε το έργο «Έξυπνες Γέφυρες» «άλμα στον χρόνο», αναγνωρίζοντας ότι σήμερα ο προηγμένος κόσμος «αντιμετωπίζει πρόβλημα στη συντήρηση υποδομών που έχουν γεράσει σημαντικά» και θα πρέπει τουλάχιστον να ελεγχθούν.
Χαρακτήρισε «μείζον» το ζήτημα της συντήρησης, ένα θέμα που όπως είπε «πολλοί το καταλαβαίνουν διαισθητικά, αλλά παρ’ όλα αυτά δεν είναι εύκολο να το αγγίξουν, για δύο λόγους. Ο πρώτος γιατί πρόκειται για μία αναστάτωση. Ο δεύτερος γιατί αφορά τις οικονομικές πτυχές αυτού του προβλήματος».
Σε ό,τι αφορά την αναστάτωση έφερε ως παράδειγμα γέφυρα στην Αττική που υπάρχει υποχρέωση αντικατάστασης εδώ και χρόνια, ωστόσο, αυτή «σκοντάφτει» στον οικείο Δήμο που αρνείται την κατεδάφιση και την επανακατασκευή, παρότι αποτελεί συμβατική υποχρέωση του παραχωρησιούχου. Σχολίασε δε ότι «την αναστάτωση που θα προκαλούσε αυτό το έργο κάποιοι την μεταφέρουν σε πολιτικό πρόβλημα». Σε ό,τι αφορά τον οικονομικό αντίκτυπο, σημείωσε ότι «ένα από τα πιο σημαντικά ζητήματα τα οποία αντιμετωπίζουμε σε σχέση με τις γέφυρες είναι ότι καμία αρμόδια αρχή δεν θέλει να αγγίξει το ζήτημα» λόγω των πόρων «οι οποίοι είναι απολύτως απαραίτητοι είτε για τη συντήρησή της είτε για την αντικατάστασή της. Και αυτό επίσης δεν είναι εύκολο».
Στη συνέχεια αναφέρθηκε στον ρόλο του ΤΕΕ που αναλαμβάνει για λογαριασμό της Πολιτείας «να μας δώσει τα εργαλεία που μας επιτρέπουν να παρακολουθούμε, όλες οι αρχές, και να προτεραιοποιούμε (σ.σ. τις παρεμβάσεις) με βάση τα προβλήματα».
Σύμφωνα με τον Υφυπουργό Υποδομών «αυτό που έχει σημασία είναι οι φορείς οι οποίοι μπορούν να είναι οι χρήστες αυτού του συστήματος, οι δυνητικοί χρήστες, να ξέρουν ότι πλέον θα έχουν ευθύνη για ό,τι προκύψει και ότι όταν προκύπτει πρόβλημα αποτελεί ευθύνη δική τους να αναλάβουν να το αντιμετωπίσουν. Η γνωστή ιστορία όπου ο ένας μεταφέρει το πρόβλημα στον άλλον θα λήξει». Πρόσθεσε ότι «αυτός είναι ο βασικός σκοπός να γίνει λειτουργικό αυτό το πρόγραμμα και φυσικά όποιος δεν έχει τη διάθεση να αναλάβει την ευθύνη η οποία του αναλογεί να έχει και τις αντίστοιχες επιπτώσεις. Αυτή είναι η κουβέντα που αφορά στην διαχείριση αυτού του προγράμματος. Η υλοποίηση του Κανονισμού Επιθεώρησης Γεφυρών ήταν εξαρχής μία από τις πρώτες προτεραιότητες. Αυτόν τον μηχανισμό χτίζουμε».
Εξήγησε ότι «τα ζητήματα των γεφυρών δεν εξαντλούνται σε ένα ψηφιακό σύστημα. Παράλληλα, έπρεπε να δημιουργήσουμε και τη διοικητική αρχή που θα έχει εποπτικό αλλά και συμβουλευτικό ρόλο στα ζητήματα αυτά». Όπως σημείωσε ο κ. Ταχιάος θα πρέπει «με διαβούλευση και φυσικά με παρουσιάσεις όπως η σημερινή να πείσουμε όλους τους φορείς οι οποίοι έχουν την ευθύνη της διαχείρισης γεφυρών για την αναγκαιότητα να το χρησιμοποιήσουν ως ένα εργαλείο το οποίο πρωτίστως αποβλέπει όχι μόνο στην ποιότητα των μετακινήσεων κυρίως όμως στην ασφάλεια των μετακινήσεων».
Το έργο, τόνισε ο Υφυπουργός Υποδομών «δεν θα τελειώσει με το τέλος της συμβατικής υποχρέωσης αλλά θα αποτελέσει εργαλείο για όλη την ελληνική δημόσια διοίκηση».
Δημήτριος Αναγνώπουλος: «Εργαλείο που ενισχύει την ασφάλεια, βελτιώνει τη λήψη αποφάσεων και συμβάλλει στη βιώσιμη και αποτελεσματική διαχείριση κρίσιμων τεχνικών έργων»
Εκπροσωπώντας τον Υπουργό Υποδομών και Μεταφορών Χρίστο Δήμα, ο Γενικός Γραμματέας Υποδομών Δημήτριος Αναγνώπουλος σημείωσε ότι το έργο «αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο το Υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών αντιλαμβάνεται τον ψηφιακό μετασχηματισμό των υποδομών: όχι ως αυτοσκοπό, αλλά ως εργαλείο που ενισχύει την ασφάλεια, βελτιώνει τη λήψη αποφάσεων και συμβάλλει στη βιώσιμη και αποτελεσματική διαχείριση κρίσιμων τεχνικών έργων».
Ο Γενικός Γραμματέας εξήρε τη συνεργασία με το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας, «το οποίο διαθέτει την επιστημονική γνώση και την τεχνική επάρκεια να συμβάλει ουσιαστικά στην υλοποίηση ενός τόσο σύνθετου και καινοτόμου έργου» όπως παρατήρησε. «Η σύμπραξη της Πολιτείας με τους θεσμικούς φορείς του τεχνικού κόσμου αποτελεί βασική προϋπόθεση για την επιτυχή υλοποίηση έργων που δημιουργούν μακροπρόθεσμη αξία για τη χώρα» τόνισε.
Στάθηκε ιδιαίτερα στο ζήτημα των συντηρήσεων των υποδομών, τονίζοντας ότι «σήμερα δεν αρκεί να κατασκευάζουμε νέες υποδομές. Οφείλουμε να γνωρίζουμε σε πραγματικό χρόνο την κατάσταση των υφιστάμενων υποδομών, να αξιοποιούμε τα δεδομένα που μας παρέχει η τεχνολογία και να παρεμβαίνουμε προληπτικά πριν ένα πρόβλημα εξελιχθεί σε κίνδυνο».
Χαρακτήρισε το έργο «εθνικής εμβέλειας» και εστίασε στα οφέλη του καθώς όπως είπε: «πρωτίστως, ενισχύεται το επίπεδο ασφάλειας των υποδομών και δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για την πρόληψη μελλοντικών ατυχημάτων. Παράλληλα, η συνεχής παρακολούθηση της συμπεριφοράς των γεφυρών επιτρέπει την έγκαιρη ανίχνευση πιθανών αστοχιών, την ταχύτερη λήψη αποφάσεων και την εφαρμογή στοχευμένων μέτρων όπου απαιτείται. Επιπλέον, σε μια εποχή κατά την οποία οι επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης γίνονται ολοένα και πιο έντονες, το έργο συμβάλλει ουσιαστικά στην ενίσχυση της ανθεκτικότητας των υποδομών απέναντι σε ακραία φαινόμενα. Ταυτόχρονα, μέσω της αξιοποίησης πραγματικών δεδομένων, δίνεται η δυνατότητα ορθολογικότερης κατανομής των διαθέσιμων πόρων, με τις παρεμβάσεις συντήρησης και ενίσχυσης να προτεραιοποιούνται εκεί όπου υπάρχει πραγματική ανάγκη».
«Σήμερα δεν αρκεί να κατασκευάζουμε νέες υποδομές. Οφείλουμε να γνωρίζουμε σε πραγματικό χρόνο την κατάσταση των υφιστάμενων υποδομών, να αξιοποιούμε τα δεδομένα που μας παρέχει η τεχνολογία και να παρεμβαίνουμε προληπτικά πριν ένα πρόβλημα εξελιχθεί σε κίνδυνο» υπογράμμισε ο κ. Αναγνώπουλος.
Γ. Στασινός: «Παρεμβαίνουμε στον σωστό χρόνο, προληπτικά»
Ο Γιώργος Στασινός έκανε λόγο για ένα έργο που αποτελεί «πραγματική, βαθιά τομή» και με το οποίο δημιουργείται, ουσιαστικά, «ένα ψηφιακό δίδυμο (digital twin) για κάθε μία από τις εκατοντάδες γέφυρες – οδικές και σιδηροδρομικές – που έχουν ενταχθεί στο πρόγραμμα».
Στάθηκε ιδιαίτερα στα σύγχρονα εργαλεία που αξιοποιούν τεχνολογίες αιχμής όπως το Internet of Things και την Τεχνητή Νοημοσύνη και τα οποία δίνουν πληροφόρηση σε «ζωντανό» χρόνο για τη δομική υγεία της γέφυρας.
Το έργο σηματοδοτεί μία ριζική αλλαγή στη νοοτροπία που υπάρχει, καθώς, σύμφωνα με τον Πρόεδρο του ΤΕΕ, «δεν περιμένουμε να γίνει κάποια καταστροφή για να πούμε ότι είχε παρουσιαστεί πρόβλημα. Ούτε να ψάχνουμε κατόπιν εορτής τον υπεύθυνο ή να ερευνούμε αν είχε γίνει συντήρηση – και όλα αυτά που δυστυχώς έχουμε ζήσει στο παρελθόν» αλλά το έργο δίνει τη δυνατότητα «να παρεμβαίνουμε στον σωστό χρόνο, προληπτικά». «Όχι για να επουλώσουμε πληγές και να αντιμετωπίσουμε καταστροφές, αλλά για να τις αποτρέψουμε» τόνισε.
Άλλωστε, όπως υπογράμμισε πρέπει «η εξέλιξη κάθε σχεδιασμού μας να έχει ως γνώμονα την ανθεκτικότητα και κύριο όπλο μας τα νέα ψηφιακά εργαλεία». Στο πλαίσιο αυτό, ο Γιώργος Στασινός χαρακτήρισε τις συντηρήσεις των υποδομών «εξίσου σημαντικές – αν όχι πιο σημαντικές» από τα νέα έργα. Όπως εξήγησε, υπάρχει ανάγκη η Ελλάδα να κινηθεί γρήγορα καθώς είναι ένα ζήτημα που «θα το βρούμε μπροστά μας».
«Να στρέψουμε κεφάλαια προς τη συντήρηση και τη λειτουργία των έργων»
Ο Γιώργος Στασινός κατέθεσε συγκεκριμένες προτάσεις που αφορά τη χρηματοδότηση των συντηρήσεων, τονίζοντας, μάλιστα ότι «η ανθεκτικότητα έχει μεγάλο οικονομικό κόστος, όμως, το κόστος της καταστροφής είναι πολλαπλάσιο».
«Προτείνουμε μια ριζική ανακατεύθυνση πόρων. Πρέπει να στρέψουμε κεφάλαια προς τη συντήρηση και τη λειτουργία των έργων και ένας ρεαλιστικός, εφαρμόσιμος τρόπος είναι να αξιοποιήσουμε και να επεκτείνουμε πετυχημένα μοντέλα όπως είναι οι Παραχωρήσεις και οι Συμπράξεις Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα» σημείωσε.
Παράλληλα, πρότεινε «να ξεκινήσει άμεσα μια σκληρή ευρωπαϊκή διαπραγμάτευση ώστε οι πόροι της νέας προγραμματικής περιόδου, των ευρωπαϊκών ταμείων, να μην πηγαίνουν μόνο σε νέα έργα αλλά να καλύπτουν, με ξεκάθαρο τρόπο, και έργα συντήρησης υποδομών». Πρόσθεσε ότι «είναι μια μάχη που πρέπει να δώσει η Ελλάδα στις Βρυξέλλες».
4 βήματα για την «ανθεκτικότητα στην πράξη»
Εξειδικεύοντας περισσότερο στα ζητήματα των υποδομών, ο Γιώργος Στασινός πρότεινε τέσσερα «συγκεκριμένα, καθαρά βήματα» προς την Πολιτεία:
Πρώτον, να καταστήσει υποχρεωτική την ένταξη όλων των υποδομών στο Εθνικό Μητρώο Υποδομών, ένα σύστημα που έχει υλοποιήσει το ΤΕΕ και έχει στόχο «να γνωρίζουμε με ακρίβεια τι έχουμε και σε τι κατάσταση βρίσκεται».
Δεύτερον, ο προσεισμικός έλεγχος να επεκταθεί άμεσα στο σύνολο των δημόσιων κτιρίων και των κρίσιμων υποδομών της χώρας.
Τρίτον, η μελέτη στατικότητας των κτιρίων να συνδεθεί με την ενεργειακή τους αναβάθμιση και με κάθε πρόγραμμα στέγασης – ανακαίνισης, με όρο την παροχή ισχυρών οικονομικών κινήτρων και επιδοτήσεων για τους ιδιοκτήτες.
Τέταρτον, το έξυπνο δίκτυο γεφυρών να αξιοποιηθεί αμέσως ως ένα δυναμικό εργαλείο πολιτικών αποφάσεων και στρατηγικού σχεδιασμού.
Με αφορμή την αξιοποίηση του έργου, ο Πρόεδρος του ΤΕΕ επισήμανε ότι «θα πρέπει να οργανωθεί άμεσα και κατάλληλα η κρατική λειτουργία, να υπάρχει
ένα ξεκάθαρο, θεσμοθετημένο επιχειρησιακό μοντέλο λειτουργίας με συγκεκριμένους ρόλους για το Υπουργείο Υποδομών, την Πολιτική Προστασία, την Αυτοδιοίκηση και των δύο βαθμών και όλους τους αρμόδιους φορείς, ώστε η πληροφορία να μετατρέπεται αμέσως σε απόφαση».
«Οι αισθητήρες που σήμερα παρουσιάζουμε και όσοι ακόμη τοποθετήσουμε στο μέλλον, θέλουν συντήρηση, αντικατάσταση, βαθμονόμηση, το λογισμικό θέλει συνεχώς αναβαθμίσεις. Το έργο Έξυπνες Γέφυρες και όλα τα έργα ψηφιακής αναβάθμισης που κάνουμε στο ΤΕΕ, έχουν ενσωματώσει και μια μεγάλη χρονική περίοδο συντήρησης και υποστήριξης στη λειτουργία. Χρειάζεται πρόβλεψη από τώρα για τη, μετέπειτα, μόνιμη λειτουργία και υποστήριξή του» τόνισε.
«Ο μεγάλος στόχος του ΤΕΕ είναι ένας: Ψηφιακά δίδυμα παντού»
Συνεχίζοντας, ο Γιώργος Στασινός επανέλαβε ότι «ο μεγάλος στόχος του ΤΕΕ είναι ένας: ψηφιακά δίδυμα παντού, σε κάθε δημόσια πολιτική στον τεχνικό τομέα» εξηγώντας ότι «μόνο έτσι μπορούμε να είμαστε ένα πραγματικά σύγχρονο κράτος».
Τα ψηφιακά δίδυμα, τόνισε, ότι θα επιτρέψουν «να παρακολουθούμε μέσω του υπολογιστή μας όλες τις κατασκευές και θα ξέρουμε ανά πάσα στιγμή σε τι κατάσταση βρίσκονται, ποιες πρέπει να είναι οι προτεραιότητές μας και πώς μπορούμε να τις συντηρήσουμε σωστά».
Ταυτόχρονα, σύμφωνα με τον Πρόεδρο του ΤΕΕ «για να γίνουν όλα αυτά πράξη, χρειαζόμαστε το πιο πολύτιμο κεφάλαιο, τον ανθρώπινο παράγοντα, τους Έλληνες μηχανικούς», προσθέτοντας ότι «πρέπει να επενδύσουμε άμεσα στην εκπαίδευση και την αναβάθμιση των δεξιοτήτων τους, στο upskilling, γιατί οι μηχανικοί μας είναι αυτοί που θα κληθούν να διαχειριστούν αυτά τα ψηφιακά δίδυμα, να μετατρέψουν την τεχνολογία αιχμής σε καθημερινή πρακτική ασφάλειας».
Κατά τον Γιώργο Στασινό, με το έργο «Έξυπνες Γέφυρες» γίνεται ένα «αποφασιστικό βήμα».
«Η επένδυση στην ανθεκτικότητα, στην πρόληψη και όχι στην επούλωση των πληγών των φυσικών καταστροφών, είναι επένδυση ωφέλιμη για όλους. Οι «Έξυπνες Γέφυρες» δείχνουν τον δρόμο για το αύριο. Το ΤΕΕ θα συνεχίσει να πρωτοστατεί, να σχεδιάζει και να υλοποιεί με ταχύτητα έργα που πηγαίνουν την Ελλάδα μπροστά» ανέφερε.















