
Πηγή Εικόνας: https://www.dianeosis.orgΜπορούν οι ευρωπαϊκοί κανόνες για την Τεχνητή Νοημοσύνη να εξελιχθούν σε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα ή θα διευρύνουν την απόσταση της Ευρώπης από τις ΗΠΑ και την Κίνα; Το ερώτημα αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα, καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση επιχειρεί να συνδυάσει την ανάπτυξη της τεχνολογίας με την προστασία των δικαιωμάτων, την ώρα που εντείνονται οι πιέσεις για περιορισμό του κόστους συμμόρφωσης.
Το δίλημμα «ρύθμιση ή καινοτομία» βρίσκεται στον πυρήνα της νέας μελέτης της διαΝΕΟσις με τίτλο «[Πώς] μπορεί η Τεχνητή Νοημοσύνη να είναι ηθική και σύννομη;». Το σχετικό κεφάλαιο εξετάζει εάν οι ευρωπαϊκοί κανόνες αποτελούν τροχοπέδη για την ανάπτυξη της ΤΝ ή μπορούν να ενισχύσουν τη θέση της Ευρώπης στον διεθνή τεχνολογικό ανταγωνισμό.
Αφετηρία της μελέτης είναι ότι η ΤΝ δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται με όρους καλού ή κακού. Η συζήτηση δεν μπορεί να κινείται διαρκώς μεταξύ της απεριόριστης αισιοδοξίας για τις δυνατότητές της και της θεώρησής της ως ενός σύγχρονου «κουτιού της Πανδώρας». Το βάρος πρέπει να πέφτει στις επιπτώσεις κάθε χρήσης και στην κατεύθυνση προς την οποία οδηγείται η κοινωνία από την υιοθέτηση της τεχνολογίας.
Το πεδίο που καλύπτεται είναι ευρύ, από τα θεμελιώδη δικαιώματα, τη δημοκρατία και τη δημόσια διοίκηση έως τη Δικαιοσύνη, την εργασία, την έρευνα και τη δημιουργία. Το παρόν ρεπορτάζ εστιάζει στην ευρωπαϊκή ρύθμιση και στη σχέση της με την ανταγωνιστικότητα και την ψηφιακή κυριαρχία.
Τον συντονισμό της μελέτης έχει η Λίλιαν Μήτρου, καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αιγαίου, δικηγόρος και αντιπρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής Βιοηθικής και Τεχνοηθικής. Στη διεπιστημονική ομάδα συμμετέχουν πανεπιστημιακοί, νομικοί και ερευνητές με αντικείμενο, μεταξύ άλλων, την Τεχνητή Νοημοσύνη, το δίκαιο, την κυβερνοασφάλεια, τη βιοηθική, την πληροφορική και τις κοινωνικές επιστήμες.
Οι ευρωπαϊκές «κόκκινες γραμμές» και η ψηφιακή κυριαρχία
Η ευρωπαϊκή απάντηση στηρίζεται στην ανθρωποκεντρική προσέγγιση (human-centric approach) και στην επιδίωξη μιας αξιόπιστης ΤΝ. Μέσω της Πράξης για την Τεχνητή Νοημοσύνη (Artificial Intelligence Act – AI Act), η ΕΕ επιχειρεί να συνδυάσει την τεχνολογική και οικονομική ανάπτυξη με τη διαφάνεια, τη δίκαιη μεταχείριση, την ανθρώπινη εποπτεία και την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Το κανονιστικό πλαίσιο ακολουθεί την προσέγγιση με βάση τον κίνδυνο (risk-based approach). Η κατάταξη των συστημάτων δεν εξαρτάται από την τεχνολογική μέθοδο που χρησιμοποιείται, αλλά από τις πιθανές συνέπειες για την υγεία, την ασφάλεια, τα δικαιώματα, τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και το περιβάλλον.
Η Πράξη χαράσσει «κόκκινες γραμμές», απαγορεύοντας ορισμένες ιδιαίτερα επιβλαβείς χρήσεις. Επιβάλλει εκτεταμένες υποχρεώσεις στα συστήματα υψηλού κινδύνου και απαιτήσεις διαφάνειας σε εφαρμογές περιορισμένου κινδύνου, μεταξύ άλλων για περιεχόμενο που έχει παραχθεί με ΤΝ.
Το πρόβλημα είναι ότι η τεχνολογία έχει παγκόσμια εμβέλεια, αλλά οι κανόνες παραμένουν εθνικοί ή περιφερειακοί. Ο κατακερματισμός των ρυθμιστικών προσεγγίσεων δυσκολεύει την αποτελεσματική προστασία των πολιτών και τροφοδοτεί την ανησυχία ότι η Ευρώπη επιβαρύνει τις δικές της επιχειρήσεις με περιορισμούς που δεν ισχύουν με τον ίδιο τρόπο στις ΗΠΑ και στην Κίνα.
«Είναι η προσπάθεια απέλπιδα;», αναρωτιέται στο πλαίσιο της μελέτης ο Βαγγέλης Παπακωνσταντίνου, καθηγητής Νομικής στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο Βρυξελλών (Vrije Universiteit Brussel), για να απαντήσει: «Όχι αναγκαστικά».
Όπως σημειώνει ο κ. Παπακωνσταντίνου, το πρώτο σημαντικό βήμα έχει ήδη γίνει, καθώς το πρόβλημα εντοπίστηκε και ο στόχος τέθηκε. Έννοιες όπως ο εντοπισμός δεδομένων (data localisation) και η ψηφιακή κυριαρχία (digital sovereignty), που πριν από λίγα χρόνια αντιμετωπίζονταν ως σχεδόν σκοταδιστικές, έχουν πλέον περάσει στο κέντρο της ευρωπαϊκής στρατηγικής.
Η ΕΕ επένδυσε στην ιδέα ότι μπορεί να συνδυάσει τα τεχνολογικά και βιομηχανικά της πλεονεκτήματα, τις ψηφιακές υποδομές και ένα κανονιστικό πλαίσιο θεμελιωμένο στις αξίες της. Στόχος ήταν να αποκτήσει ηγετικό ρόλο στην καινοτομία, στην οικονομία των δεδομένων και στις εφαρμογές της ΤΝ.
Με αυτή την έννοια, η Πράξη για την Τεχνητή Νοημοσύνη συνδέεται με την ψηφιακή κυριαρχία της Ευρώπης, δηλαδή την ικανότητά της να θέτει τους δικούς της κανόνες και προδιαγραφές και να αποφασίζει αυτόνομα για το ψηφιακό μέλλον της οικονομίας, της κοινωνίας και της δημοκρατίας της.
Απλούστευση ή απορρύθμιση
Νέα δεδομένα στη συζήτηση έφερε το Ψηφιακό Πακέτο Απλούστευσης (Digital Omnibus), το οποίο εισηγήθηκε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τον Νοέμβριο του 2025. Η πρωτοβουλία προβλέπει, μεταξύ άλλων, την απλούστευση ορισμένων ρυθμίσεων της Πράξης και την ελάφρυνση του βάρους συμμόρφωσης, με στόχο την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας.
Οι προτάσεις χαιρετίστηκαν από ορισμένες πλευρές ως αναγκαίος εξορθολογισμός. Άλλοι τις αντιμετώπισαν ως απόπειρα απορρύθμισης, απομάκρυνση από τις αξίες της ΕΕ και υπονόμευση της κανονιστικής ψηφιακής κυριαρχίας της.
Η ανάλυση αναγνωρίζει τις πιέσεις που δημιουργεί ο διεθνής οικονομικός, γεωπολιτικός και τεχνολογικός ανταγωνισμός. Προειδοποιεί, ωστόσο, ότι μια ανάπτυξη χωρίς κανόνες, η οποία δεν είναι ισόρροπη, συνεκτική και βιώσιμη, κινδυνεύει να αποδειχθεί μεσοπρόθεσμα βραχύβια και εύθραυστη.
Η ρύθμιση ως ανταγωνιστικό πλεονέκτημα
Το κράτος δεν πρέπει να λειτουργεί μόνο ως διευκολυντής (facilitator) της τεχνολογικής ανάπτυξης, παρέχοντας πόρους και υποδομές. Οφείλει να παραμένει και εγγυητής της ασφάλειας, των θεμελιωδών δικαιωμάτων και του κράτους δικαίου.
Την οικονομική αξία της ρύθμισης αναδεικνύει στο πλαίσιο της εν λόγω μελέτης ο Μιχάλης Κρητικός, γραμματέας της Ευρωπαϊκής Ομάδας Δεοντολογίας στις Επιστήμες και τις Νέες Τεχνολογίες (European Group on Ethics in Science and New Technologies – EGE) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Κατά τον κ. Κρητικό, όταν οι ρυθμιστικές παρεμβάσεις σχεδιάζονται με τρόπο συμπεριληπτικό και με σεβασμό στην αρχή της αναλογικότητας, μπορούν να δημιουργήσουν στρατηγικά πλεονεκτήματα. Ενισχύουν την εμπιστοσύνη στις αγορές, προσφέρουν ασφάλεια δικαίου και διαμορφώνουν ένα σαφές πλαίσιο κανόνων για την αγορά.
«Η ρύθμιση μπορεί να δημιουργήσει προβλεψιμότητα και εμπιστοσύνη», υπογραμμίζει. Η νομοθεσία έχει επίσης κεντρικό ρόλο στη δίκαιη κατανομή των πιθανών οφελών και κινδύνων των ψηφιακών τεχνολογιών και στη διασφάλιση ότι τα οφέλη της καινοτομίας διαχέονται στην κοινωνία.















