ΥΠΕΝ κτίριο Μεσογείων
Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας ΥΠΕΝ
ΥΠΕΝ κτίριο ΜεσογείωνΠηγή Εικόνας: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Της Τέτης Ηγουμενίδη

Μελέτες που μπορεί να κοστίσουν έως 5 εκατ. ευρώ, χωρίς να έχει εξασφαλιστεί πρόσβαση στο ηλεκτρικό δίκτυο και εγγυητικές επιστολές 200.000 ευρώ ανά MW βρίσκονται μεταξύ των βασικών ενστάσεων που διατύπωσαν οι επενδυτές κέντρων δεδομένων στη διαβούλευση του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας (ΥΠΕΝ) για τις σχετικές ρυθμίσεις.

Το ΥΠΕΝ με τη νομοθετική του παρέμβαση επιδιώκει να περιορίσει τη δέσμευση ηλεκτρικού χώρου από ανενεργά επενδυτικά σχέδια. Η Ελληνική Ένωση Κατασκευαστών και Λειτουργών Κέντρων Δεδομένων (GRDCA) συμφωνεί με τον στόχο, προειδοποιεί όμως ότι οι νέες προϋποθέσεις μπορεί να επιβαρύνουν ακόμη και επενδύσεις που έχουν ήδη προχωρήσει.

Για τα νέα έργα, το νομοσχέδιο απαιτεί κατά κανόνα, ήδη κατά την υποβολή του αιτήματος σύνδεσης, πλήρη φάκελο Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ), προέγκριση οικοδομικής άδειας και τεκμηρίωση του δικαιώματος χρήσης της γης. Εξαίρεση προβλέπεται για έργα άνω των 200 MW που πληρούν τις προϋποθέσεις ειδικής προτεραιότητας, καθώς μπορούν να υποβάλουν τον πλήρη περιβαλλοντικό φάκελο έως τη λήξη της προθεσμίας αποδοχής της προσφοράς σύνδεσης.

Σύμφωνα με την GRDCA, μόνο η εκπόνηση των μελετών περιβαλλοντικών επιπτώσεων μπορεί να απαιτήσει 18 έως 24 μήνες και δαπάνες 2,5 έως 5 εκατ. ευρώ. Η Ένωση ζητά σταδιακή υποβολή δικαιολογητικών και αποδοχή προσυμφώνων για τη γη. Εισηγείται επίσης να μην απαιτείται ΜΠΕ για έργα κατηγορίας Β, καθώς αυτά, σύμφωνα με την υφιστάμενη νομοθεσία, υπάγονται σε Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις (ΠΠΔ).

Για τα κέντρα δεδομένων που πρόκειται να συνδεθούν στο Σύστημα Μεταφοράς, το σχέδιο νόμου απαιτεί ετήσιο κύκλο εργασιών μεγαλύτερο από το 30% του τεκμαρτού κόστους κατασκευής, το οποίο υπολογίζεται σε 10 εκατ. ευρώ ανά MW. Για επένδυση 50 MW, ο απαιτούμενος κύκλος εργασιών υπερβαίνει τα 150 εκατ. ευρώ σε τουλάχιστον ένα από τα τρία προηγούμενα έτη, με δυνατότητα συνυπολογισμού μετόχων και συνδεδεμένων επιχειρήσεων. Η GRDCA εισηγείται μείωση του ποσοστού στο 10%-15% ή αποδοχή άλλων αποδεικτικών χρηματοδότησης.

Μαζί με την αρχική αίτηση προβλέπεται να κατατίθεται εγγυητική επιστολή, η οποία για έργο 100 MW ανέρχεται σε 20 εκατ. ευρώ. Το ποσό μειώνεται κατά 25% με την υπογραφή της Σύμβασης Σύνδεσης και στη συνέχεια αναλογικά με την τμηματική ηλεκτροδότηση. Η GRDCA αποδέχεται τον μηχανισμό ως μέσο αποτροπής κερδοσκοπικών αιτημάτων, ζητά όμως η απομείωση της εγγύησης να συνδέεται και με την πρόοδο της αδειοδότησης και της κατασκευής, χωρίς να προβλέπεται κατάπτωση για καθυστερήσεις που δεν οφείλονται στον επενδυτή.

Η παράταση της προσφοράς σύνδεσης επιβαρύνεται με τέλος 2.000 ευρώ ανά MW μηνιαίως. Για έργο 100 MW, η διετής παράταση κοστίζει 4,8 εκατ. ευρώ, με την εγγυητική να παραμένει σε ισχύ.

Η Digital Realty ζητά περισσότερες δυνατότητες επιστροφής της εγγύησης, ενώ η K3 Capital, εταιρεία συνδεδεμένη με τον Απόστολο Κάκκο, ιδρυτή της Lamda Hellix, προτείνει την κατάθεσή της μετά τη χορήγηση της οριστικής προσφοράς σύνδεσης, με ανώτατο όριο 30 εκατ. ευρώ ανά αίτημα. Για τη γαλλική BlueKobalt Infrastructure, η εγγύηση δεν πρέπει να καταπίπτει όταν ο επενδυτής απορρίπτει όρους σύνδεσης που καθιστούν το έργο μη βιώσιμο. Η γραμματεία του Foreign Investors Council επισημαίνει ότι η αναμονή για την έκδοση προσφοράς από τους διαχειριστές δεσμεύει για μεγάλο διάστημα τα πιστοδοτικά όρια των εταιρειών.

Το νομοσχέδιο προβλέπει ειδική προτεραιότητα στην εξέταση των αιτημάτων για έργα άνω των 200 MW, εφόσον πληρούν πρόσθετες ενεργειακές προϋποθέσεις. Η K3 Capital ζητά χαλάρωση των απαιτήσεων για τα μεγάλα έργα, ενώ η GRDCA αμφισβητεί την ίδια την ειδική προτεραιότητα και εισηγείται αξιολόγηση με βάση την πραγματική ωριμότητα των επενδύσεων, ώστε το μέγεθος να αποτελεί ένα μόνο από τα κριτήρια.

Η Ένωση αποδέχεται ότι οι επενδυτές πρέπει να χρηματοδοτούν τα έργα που απαιτούνται αποκλειστικά για τη σύνδεσή τους, ζητά όμως να εφαρμόζονται οι ίδιοι κανόνες επιμερισμού του κόστους επέκτασης του δικτύου που ισχύουν για τους υπόλοιπους καταναλωτές υψηλής και μέσης τάσης. Αντίθετα, η Ένωση Βιομηχανικών Καταναλωτών Ενέργειας (ΕΒΙΚΕΝ) υποστηρίζει ότι οι επενδυτές κέντρων δεδομένων πρέπει να αναλαμβάνουν το σύνολο του πρόσθετου κόστους που προκαλούν στο ηλεκτρικό σύστημα, χωρίς επιβάρυνση των υφιστάμενων καταναλωτών.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν οι μεταβατικές διατάξεις για επενδύσεις που έχουν ήδη προχωρήσει. Το άρθρο 55 προβλέπει ότι όσοι διαθέτουν Οριστική Προσφορά ή Σύμβαση Σύνδεσης θα έχουν πέντε μήνες από τη δημοσίευση του νόμου για να υποβάλουν πρόσθετα δικαιολογητικά, συμφωνία αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και τεχνική έκθεση. Σε διαφορετική περίπτωση, η προσφορά ακυρώνεται ή, εφόσον υπάρχει υπογεγραμμένη σύμβαση, παύουν αυτοδικαίως να ισχύουν και οι δύο. Για τα εκκρεμή αιτήματα σύνδεσης, η προθεσμία είναι δώδεκα μήνες.

Η GRDCA ζητά να διατηρηθούν οι ήδη χορηγημένες προσφορές και οι υπογεγραμμένες συμβάσεις με τους αρχικούς τους όρους, καθώς οι επενδυτές έχουν αναλάβει δεσμεύσεις έναντι κατασκευαστών, χρηματοδοτών και πελατών. Εναλλακτικά, προτείνει τουλάχιστον δωδεκάμηνη προθεσμία προσαρμογής και προηγούμενη έγγραφη ειδοποίηση πριν από οποιαδήποτε ακύρωση.

Η Data4 Greece, που έχει ήδη θέσει σε λειτουργία τμήμα του πρώτου κέντρου δεδομένων της στην Παιανία, επισημαίνει ότι οι εγκαταστάσεις αναπτύσσονται και ηλεκτροδοτούνται σταδιακά. Ζητά οι εξαιρέσεις για τα λειτουργούντα κέντρα να καλύπτουν ολόκληρη τη συμβασιοποιημένη ισχύ, ακόμη και εκείνη που δεν έχει ηλεκτροδοτηθεί, ώστε να μην επηρεαστούν συμβάσεις σύνδεσης για εγκαταστάσεις που ήδη εξυπηρετούν πελάτες. Για την ισχύ που έχει δεσμευθεί μέσω εμπορικών συμφωνιών με πελάτες προτείνει εξαίρεση από τις νέες υποχρεώσεις για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ) ή μεταβατική περίοδο 24 μηνών.

Μεγαλύτερες προθεσμίες ζητά και η Digital Realty, προτείνοντας 24 μήνες για τη συμπλήρωση εκκρεμών αιτημάτων. Για ήδη χορηγημένες προσφορές σύνδεσης εισηγείται οκτώ μήνες για την προσκόμιση της εγγυητικής επιστολής και 24 για τα υπόλοιπα δικαιολογητικά.

Για την προμήθεια ηλεκτρικής ενέργειας, το νομοσχέδιο προβλέπει ότι τουλάχιστον το 60% της ετήσιας κατανάλωσης πρέπει να καλύπτεται από ΑΠΕ από την έναρξη λειτουργίας των εγκαταστάσεων. Παράλληλα, οι κάτοχοι νέων προσφορών σύνδεσης καλούνται να υποβάλουν σύμβαση αγοράς ενέργειας εντός δώδεκα μηνών από τη χορήγηση της προσφοράς και οπωσδήποτε πριν από την υπογραφή της Σύμβασης Σύνδεσης.

Η Ένωση επίσης ζητά να αναγνωρίζονται υφιστάμενες συμβάσεις πράσινης ενέργειας, εγγυήσεις προέλευσης και συμφωνίες με παραγωγούς εκτός Ελλάδας, χωρίς υποχρεωτική ωριαία αντιστοίχιση παραγωγής και κατανάλωσης. Η Data4 εισηγείται η υποχρέωση σύναψης δεσμευτικής σύμβασης προμήθειας ενέργειας να ενεργοποιείται όταν η εγκατάσταση αποκτήσει ένα ελάχιστο επίπεδο πραγματικής κατανάλωσης, ενδεικτικά 5 MW μέσης ισχύος, καθώς οι ανάγκες της αυξάνονται σταδιακά με την εγκατάσταση πελατών.

Η K3 Capital προτείνει μείωση της υποχρεωτικής κάλυψης από ΑΠΕ στο 20%. Η ΕΒΙΚΕΝ, αντίθετα, ζητά το σύνολο της κατανάλωσης των νέων κέντρων δεδομένων να καλύπτεται από νέα παραγωγική δυναμικότητα, με έργα ΑΠΕ και αποθήκευσης και ουσιαστική χρονική αντιστοίχιση παραγωγής και κατανάλωσης. Η Greenpeace τάσσεται υπέρ της αύξησης της ελάχιστης κάλυψης από ΑΠΕ στο 80%, με ενέργεια από νέα έργα στην Ελλάδα.