Πηγή Εικόνας: PawinG από το Pixabay

Της Τέτης Ηγουμενίδη

Χαμηλότερο κόστος ανάπτυξης και μικρότερες καθυστερήσεις στις επενδύσεις οπτικών ινών επιδιώκει το νέο πλαίσιο για τις υποδομές gigabit, με ρυθμίσεις για την αδειοδότηση και την αξιοποίηση υποδομών που έχουν ήδη κατασκευαστεί.

Το σχέδιο νόμου του υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης βρίσκεται σε δημόσια ηλεκτρονική διαβούλευση έως τις 15 Οκτωβρίου 2026 και αφορά την εφαρμογή στην Ελλάδα του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1309, ο οποίος αντικαθιστά την Οδηγία 2014/61/ΕΕ. Η ισχύς του θα αρχίσει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Βασική ρύθμιση αφορά τον χρόνο αδειοδότησης. Οι άδειες για την ανάπτυξη δικτύων πολύ υψηλής χωρητικότητας θα πρέπει να εγκρίνονται ή να απορρίπτονται μέσα σε τέσσερις μήνες από την υποβολή πλήρους αίτησης. Αν η προθεσμία παρέλθει χωρίς απόφαση και δεν πρόκειται για δικαιώματα διέλευσης, η έγκριση θεωρείται ότι έχει χορηγηθεί. Στις περιπτώσεις δικαιωμάτων διέλευσης προβλέπεται διαδικασία επίλυσης διαφορών από την ΕΕΤΤ.

Το νομοσχέδιο προβλέπει παράλληλα την αξιοποίηση υφιστάμενων υποδομών, ώστε να περιορίζονται οι νέες εκσκαφές. Στο Ενιαίο Σημείο Πληροφόρησης θα καταγράφονται, μεταξύ άλλων, σωληνώσεις, υποδομές ηλεκτρισμού, κολώνες, στάσεις λεωφορείων και φωτεινοί σηματοδότες που μπορούν να φιλοξενήσουν οπτικές ίνες ή τηλεπικοινωνιακό εξοπλισμό.

Οι φορείς που ελέγχουν τις υποδομές αυτές υποχρεούνται να ικανοποιούν εύλογες γραπτές αιτήσεις πρόσβασης με δίκαιους και εύλογους όρους, ενώ οι δημόσιοι φορείς δεν μπορούν να εφαρμόζουν όρους που εισάγουν διακρίσεις. Όταν, επίσης, σε έργα που χρηματοδοτούνται πλήρως ή εν μέρει από το Δημόσιο προβλέπεται στη μελέτη κατασκευή ή μετατόπιση υποδομών φιλοξενίας τηλεπικοινωνιακών δικτύων, η σχετική πρόβλεψη πρέπει να γνωστοποιείται σε όλους τους παρόχους.

Όρια τίθενται και στις οικονομικές επιβαρύνσεις. Πέρα από τα τέλη διέλευσης και χρήσης δικαιωμάτων διέλευσης δεν προβλέπεται άλλο συναφές τέλος. Ειδικά προς τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, οι πάροχοι δεν υποχρεούνται να καταβάλλουν άλλο τέλος, φόρο, εισφορά ή αποζημίωση για εγκατάσταση, συντήρηση, επισκευή ή αντικατάσταση των δικτύων τους.

Η ρύθμιση αφορά ένα πεδίο στο οποίο έχουν εμφανιστεί κατά περίπτωση διαφωνίες μεταξύ δήμων και τηλεπικοινωνιακών εταιρειών για τέλη και άλλες οικονομικές επιβαρύνσεις που συνδέονται με τις εργασίες ανάπτυξης οπτικών ινών.

Στις πολυκατοικίες και συγκεκριμένα σε ό,τι αφορά στους κοινόχρηστους χώρους ο πάροχος κοινοποιεί το αίτημα στον διαχειριστή ή στον εκπρόσωπο της γενικής συνέλευσης και οι εργασίες μπορούν να προχωρήσουν εφόσον μέσα σε έναν μήνα δεν γνωστοποιηθεί ομόφωνη απόφαση άρνησης. Για πρόσβαση σε ιδιωτική ιδιοκτησία απαιτείται συναίνεση του ιδιοκτήτη.

Για τα νέα κτίρια και τις ανακαινίσεις μεγάλης κλίμακας, όταν η αίτηση οικοδομικής άδειας έχει υποβληθεί μετά τις 12 Φεβρουαρίου 2026, απαιτείται ενδοκτιριακή υποδομή έτοιμη για οπτικές ίνες και καλωδίωση έως τα σημεία τερματισμού. Μετά την ολοκλήρωση των εργασιών, ο πάροχος, ο εγκαταστάτης ή ο κατασκευαστής, κατά περίπτωση, πιστοποιεί τη συμμόρφωση της εγκατάστασης και παραδίδει τον σχετικό φάκελο στον ιδιοκτήτη ή στον διαχειριστή.

Οι πάροχοι που εκτελούν εργασίες μέσα στα κτίρια υποχρεούνται να περιορίζουν την όχληση, να αξιοποιούν όπου είναι δυνατόν την υπάρχουσα υποδομή και να αποκαθιστούν πλήρως τυχόν ζημιές. Σε περίπτωση κακοτεχνιών ή παραβίασης των τεχνικών προδιαγραφών υπέχουν αστική ευθύνη έναντι των ιδιοκτητών.

Η ΕΕΤΤ αναλαμβάνει την επίλυση διαφορών και την επιβολή κυρώσεων. Τα πρόστιμα κυμαίνονται από 1.000 έως 100.000 ευρώ ανά αυτοτελή παράβαση, ενώ προβλέπεται δυνατότητα αναστολής άδειας έως ένα έτος. Σε περίπτωση υποτροπής μπορούν να φτάσουν τις 200.000 ευρώ.

Μεγάλο μέρος του πλαισίου θα χρειαστεί, ωστόσο, περαιτέρω εξειδίκευση μετά την ψήφιση του νόμου. Μόνο το άρθρο 12 προβλέπει 13 υπουργικές και κοινές υπουργικές αποφάσεις για ζητήματα όπως το Ενιαίο Σημείο Πληροφόρησης, το Μητρώο Δικτύων, η πρόσβαση στα κτίρια, οι τεχνικές προδιαγραφές, τα δικαιώματα διέλευσης και τα έργα χαμηλής όχλησης, μεταθέτοντας σημαντικό μέρος της πρακτικής εφαρμογής του νέου πλαισίου σε μεταγενέστερες κανονιστικές πράξεις.