Αγωγός φυσικού αερίου
Αγωγός φυσικού αερίου
Αγωγός φυσικού αερίουΠηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ
Αγωγός φυσικού αερίου
Η σημασία του αγωγού TAP σε ενεργειακό, στρατηγικό και οικονομικό επίπεδο – Οι αναφορές κυβέρνησης και ξένων ΜΜΕ
Με ιδιαίτερη ικανοποίηση υποδέχτηκαν όλες οι εμπλεκόμενες πλευρές την ολοκλήρωση της κατασκευής του αγωγού φυσικού αερίου ΤΑΡ στην ελληνική πλευρά (δείτε εδώ: https://www.economix.gr/2019/11/24/oloklirothike-i-kataskevi-tou-tap-stin-elliniki-plevra/) που δρομολογεί εξελίξεις ώστε, αφού ολοκληρωθεί και η δοκιμαστική διαδικασία, να ξεκινήσει η τροφοδοσία φυσικού αερίου σε Ελλάδα – Αλβανία – Ιταλία και Βαλκάνια. Η γεωπολιτική σημασία του αγωγού είναι ιδιαίτερη και, πίσω από την αριθμολογία, κρύβεται μία ευρύτερη ενεργειακή στρατηγική προσέγγιση της ελληνικής πλευράς που ακολουθείται από όλες ανεξαιρέτως τις κυβερνήσεις μετά το 2013.
Η ελληνική πλευρά επιδιώκει την ενεργειακή αναβάθμιση της χώρας με την μετατροπή της σε ενεργειακό κόμβο περιφερειακής ανάπτυξης. Η ιδιαιτερότητα του έργου έγκειται στην παροχή ασφάλειας στον εφοδιασμό μέσα από την απευθείας μεταφορά φυσικού αερίου στην Ευρώπη από την Κασπία. Το στοίχημα για την ελληνική πλευρά είναι να κατορθώσει να αναδειχθεί ως honest broker, δηλαδή ως έντιμος εταίρος διαμεσολάβησης, μεταξύ των κρατών της Κασπίας, των Βαλκανίων και της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.
Ο αγωγός δεν αντιμετωπίζεται ως ένα μεμονωμένο έργο αλλά ως μία ψηφίδα στο ενεργειακό ψηφιδωτό που δομείται στην ευρύτερη περιοχή και αποσκοπεί στη διασύνδεσή του με τον ελληνοβουλγαρικό αγωγό IGB, του οποίου η ολοκλήρωση της κατασκευής αναμένεται εντός του επόμενου έτους, ώστε να διαμορφωθεί ένας κάθετος διάδρομος για το φυσικό αέριο (Vertical Gas Corridor–VGC) έως και τη Ρουμανία. Σε επόμενο στάδιο, ο αγωγός θα συνδεθεί και με τον τον αγωγό Ιονίου-Αδριατικής (Ionian Adriatic Pipeline-IAP) που θα διασχίζει Αλβανία, Μαυροβούνιο, Βοσνία-Ερζεγοβίνη με καταληκτικό προορισμό στην Κροατία. Στο περίτεχνο ενεργειακό μωσαϊκό εντάσσεται και ο πλωτός τερματικός σταθμός υγροποιημένου φυσικού αερίου στην Αλεξανδρούπολη – και φυσικά η υπάρχουσα υποδομή στη Ρεβυθούσα. Το αποτέλεσμα αυτών των διαδοχικών συνεργιών θα είναι η υποδοχή και προώθηση φυσικού αερίου από την Ελλάδα στην ευρύτερη περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και της Βαλκανικής.
Το μόνο βέβαιο από αυτή την εξέλιξη είναι ότι τα ενεργειακά μονοπώλια απειλούνται πλέον στην ευρύτερη περιοχή των Δυτικών Βαλκανίων κι αυτό από μόνο του μαρτυρά το ιδιαίτερο γεωπολιτικό ενδιαφέρον του ΤΑΡ. Άλλωστε, υπό αυτό το πρίσμα, Βρυξέλλες και Ουάσιγκτον έχουν επιδείξει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την έγκαιρη ολοκλήρωσή του και παρακολουθούν από κοντά τις εξελίξεις προκειμένου ο αγωγός να τεθεί σε λειτουργία βάση όλων των προβλεπόμενων συμφωνιών. Σε κάθε περίπτωση, ο αγωγός δεν θα οδηγήσει σε ενεργειακή απεξάρτηση της Ευρώπης από τη Μόσχα αλλά θα αποτελέσει σημείο – τομή για τον περιορισμό της επιρροής της.
Ενδεικτικό της σημασίας που αποδίδεται στη λειτουργία του αγωγού ήταν ότι, όταν έπεσαν οι υπογραφές μεταξύ Ελλάδας – Ιταλίας – Αλβανίας για την κατασκευή του, το 2013, με το ζήτημα ασχολήθηκαν μερικά από τα κορυφαία Μέσα Ενημέρωσης παγκοσμίως. Μάλιστα, το περιοδικό Forbes σε σχετικό άρθρο του έκανε λόγο για έργο «τεράστιας σημασίας» το οποίο έκρινε ως «στοιχείο ένδειξης ανάκαμψης και προσέλκυσης ξένων επενδυτών».

Τέλος, η σημασία του αγωγού αποδίδεται και σε οικονομικά κριτήρια καθώς ο ΤΑΡ αποτελεί επένδυση ύψους 1,5 δισ. ευρώ και για την υλοποίησή του εργάστηκαν και εξακολουθούν να εργάζονται συνολικά πάνω από 3.500 άνθρωποι με την προμήθεια των αγαθών να ξεπερνάει τις 800 επιχειρήσεις ενώ οι Κοινωνικές και Περιβαλλοντικές Επενδύσεις του στις τοπικές κοινότητες ανέρχονται στα 32 εκατ. ευρώ. Την ίδια θέση για την επενδυτική σημασία του αγωγού συμμερίζεται και κυβέρνηση καθώς στην συνάντηση που είχε με τη διοίκηση του ΤΑΡ, τον Σεπτέμβριο, ο υπουργός Ενέργειας και Περιβάλλοντος Κωστής Χατζηδάκης είχε επισημάνει πως «είναι μια από τις μεγαλύτερες ξένες επενδύσεις, ύψους 1,5 δισ. ευρώ, που δημιουργεί ανάπτυξη και θέσεις εργασίας» ενώ πρόσθεσε πως «θα λειτουργήσει ως μοχλός προσέλκυσης και άλλων μεγάλης κλίμακας επενδύσεων στη χώρα».