Ο κόσμος κατασκεύασε και έθεσε σε λειτουργία περισσότερες ηλεκτροπαραγωγικές μονάδες που καίνε άνθρακα, αλλά μείωσε τη χρήση του ορυκτού καυσίμου, που είναι ιδιαίτερα ρυπογόνο, με τις ΗΠΑ να είναι η μόνη μεγάλη οικονομία που αύξησε κατά πολύ την κατανάλωση, σύμφωνα με ανάλυση που δίνεται στη δημοσιότητα σήμερα.

Ο άνθρακας συγκαταλέγεται στα καύσιμα με τις μεγαλύτερες εκλύσεις αερίων τα οποία προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου και της υπερθέρμανσης του πλανήτη, κι η προοδευτική εγκατάλειψή του θεωρείται κλειδί στο πλαίσιο του αγώνα για την επιβράδυνση της κλιματικής αλλαγής.

Χάρη στη μείωση του κόστους τους και της αυξανόμενης διαθεσιμότητάς τους, η ηλιακή και η αιολική ενέργεια μπορούν πλέον να καλύπτουν τη μεγεθυνόμενη ζήτηση ηλεκτρισμού σε μεγάλο μέρος του κόσμου.

Η εξέλιξη αυτή συνέβαλε να μειωθεί η παραγωγή ενέργειας με την καύση άνθρακα κατά 0,6% σε παγκόσμια κλίμακα το 2025 σε σύγκριση με την προηγούμενη χρονιά, αναφέρει έκθεση του Global Energy Monitor, που παρακολουθεί την εξέλιξη της χρήσης άνθρακα για πάνω από μια δεκαετία.

Ωστόσο, παρά τη μείωση της κατανάλωσης, η δυναμικότητα ως προς την παραγωγή ηλεκτρισμού με καύση άνθρακα–ή με άλλα λόγια της έναρξης λειτουργίας μονάδων που λειτουργούν με βάση αυτό το καύσιμο–αυξήθηκε κατά 3,5% πέρυσι.

Η αύξηση αυτή αποδίδεται, κατά το 95%μ στην Κίνα και στην Ινδία, σύμφωνα με την έκθεση του GEM.

Η Κίνα αύξησε τη δυναμικότητα κατά 6% το 2025, ωστόσο η κατανάλωση άνθρακα μειώθηκε κατά 1,2%, εν μέρει εξαιτίας της μεγάλης αύξησης της δυναμικότητας χάρη σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

Παρόμοια ήταν η εξέλιξη στην Ινδία, όπου η δυναμικότητα αυξήθηκε κατά σχεδόν 4% αλλά η κατανάλωση κατά 3%.

Σε αυτές τις δυο χώρες «μεγάλος αριθμός των επαρχιών και των πολιτειών που ηγούνται στην ανάπτυξη (μονάδων) άνθρακα είναι πολύ παραγωγικές» και έχουν «μείζονα βιομηχανικά συμφέροντα» που επιτάσσουν «να συνεχίσουν να κατασκευάζουν ηλεκτροπαραγωγικές εγκαταστάσεις που λειτουργούν με καύση άνθρακα», σχολίασε η Κριστίν Σίρερ, επικεφαλής του ερευνητικού έργου Global Coal Plant Tracker στο GEM και βασική συγγραφέας της έκθεσης.

 

Ενεργή άνοδος στις ΗΠΑ

Η Κίνα κατατάσσεται πρώτη ως προς τις εκλύσεις CO2 σε παγκόσμια κλίμακα, ενώ η Ινδία καταλαμβάνει την τρίτη θέση, πίσω από τις ΗΠΑ.

Το Πεκίνο θεωρεί τον άνθρακα λύση της ύστατης καταφυγής, ωστόσο αξιόπιστη σε σύγκριση με τον πιο ακανόνιστο εφοδιασμό από τις ανανεώσιμες πηγές, ιδιαίτερα μετά τις ελλείψεις που παρατηρήθηκαν πριν από μερικά χρόνια.

Η Ινδία, η χώρα με τον μεγαλύτερο πληθυσμό στον κόσμο, βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στον άνθρακα για να ανταποκριθεί στην αυξανόμενη με ταχύτητα ζήτηση–όμως η επιμονή της σε αυτό οφείλεται επίσης στο πρόβλημα της έλλειψης υποδομών.

Η εγκατεστημένη παραγωγική δυναμικότητα που δεν σχετίζεται με τα ορυκτά καύσιμα έχει φθάσει πλέον το 50%, όμως, κυρίως εξαιτίας του προβλήματος των υποδομών, η χώρα παράγει ακόμη σχεδόν τα τρία τέταρτα του ηλεκτρισμού που καταναλώνει με την καύση άνθρακα.

Σε παγκόσμια κλίμακα το κλείσιμο μονάδων που λειτουργούν με την καύση άνθρακα επιβραδύνθηκε την περασμένη χρονιά. Σχεδόν το 70% των μονάδων που επρόκειτο να αναστείλουν τη λειτουργία τους τελικά τη συνέχισαν, επισημαίνει το GEM.

Στην Ευρώπη, οι στόχοι που δεν επιτεύχθηκαν συνδέονται κατά κύριο λόγο με την ενεργειακή κρίση της περιόδου 2022-2023, εξαιτίας της εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία.

Στις ΗΠΑ, αντίθετα, οι καθυστερήσεις του παροπλισμού μονάδων που καίνε άνθρακα οφειλόταν στην πολιτική της κυβέρνησης του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, που είναι αναφανδόν υπέρ του άνθρακα, επισήμανε η κ. Σίρερ.

«Η παραγωγή ηλεκτρισμού με την καύση άνθρακα στις ΗΠΑ αυξήθηκε κατά περισσότερες από 80 TWh (σ.σ. τεραβατώρες) μέσα σε έναν χρόνο, αριθμό τόσο υψηλό που καμιά άλλη χώρα δεν τον πλησίασε καν», ανέφερε.

Αυτή η άνοδος «δεν ήταν απλώς αποτέλεσμα της αύξησης (σ.σ. της ζήτησης), αντανακλούσε περιβαλλοντική πολιτική που ενεθάρρυνε ενεργά» την καύση άνθρακα, επισήμανε.

 

«Ευνοιοκρατία»

Η ενεργειακή κρίση την οποία πυροδότησε ο πόλεμος που εξαπέλυσαν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ εναντίον του Ιράν οδήγησε εξάλλου ορισμένες χώρες να στραφούν ξανά στον άνθρακα, θέτοντας εκ νέου σε λειτουργία παροπλισμένες μονάδες ή αναβάλλοντας προγραμματισμένα κλεισίματα τέτοιων εργοστασίων.

Στην Κίνα, η παραγωγή ηλεκτρισμού με την καύση αυτού του ορυκτού καυσίμου αυξήθηκε αλματωδώς τους πρώτους μήνες της χρονιάς, λόγω των «ανεπαρκών επιδόσεων» της αιολικής και της πυρηνικής ενέργειας.

Ωστόσο «η πλεονάζουσα προσφορά και η ευνοιοκρατία προς τον τομέα της παραγωγής ενέργειας με την καύση άνθρακα είναι επίσης σημαντικός παράγοντας», συμπλήρωσε ο Λάουρι Μιλιβίρτα, συνιδρυτής του Centre for Research on Energy and Clean Air («κέντρο έρευνας για την ενέργεια και τον καθαρό αέρα»), που συνέβαλε στην έκθεση.

Αν και οι αριθμοί του Μαΐου υποδεικνύουν ότι η κινεζική παραγωγή ηλεκτρισμού με την καύση άνθρακα μπορεί να μειώθηκε ξανά, «το πρόβλημα της πλεονάζουσας προσφοράς και της βαθιά ριζωμένης ευνοιοκρατίας» προς τον τομέα αυτόν της ενεργειακής βιομηχανίας «επιμένει», επισήμανε στο Γαλλικό Πρακτορείο.

Σε παγκόσμια κλίμακα η παραγωγή ηλεκτρισμού με καύση άνθρακα αυξήθηκε κατά 0,3% από την αρχή της χρονιάς, σύμφωνα με την κ. Σίρερ, ενώ η αιολική και η ηλιακή παραγωγή αυξήθηκαν κατά 10%.

Οι καθαρές μορφές ενέργειας πλέον καλύπτουν «το μεγαλύτερο μέρος της παγκόσμιας νέας ζήτησης ηλεκτρισμού», ενώ ο άνθρακας «δεν γνωρίζει πρακτικά καμιά αύξηση», ανέφερε.