«Υπάρχει τέτοια δυναμική στην περιοχή της Ελλάδας, ιδίως στον τομέα της ενέργειας, που δεν θα έκανα τη δουλειά μου, αν δεν ενημέρωνα το νορβηγικό υπουργείο Ενέργειας και τις εταιρείες στη χώρα μου για τις εξελίξεις. Προφανώς δεν μπορώ να υποσχεθώ επενδύσεις, αλλά πρέπει να πω τι συμβαίνει εδώ, γιατί νομίζω ότι η νορβηγική βιομηχανία δεν παρακολουθούσε τι συμβαίνει στην Ελλάδα όσο στενά χρειαζόταν. Η ανατροπή που βλέπουμε στην ελληνική αγορά ενέργειας την τελευταία διετία δεν είναι τίποτα λιγότερο από θεαματική»: με τις φράσεις αυτές, ο πρέσβης της Νορβηγίας στην Ελλάδα, Frode Overland Andersen, περιγράφει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ πώς προσεγγίζει τις «εκπληκτικές εξελίξεις», που έχουν σημειωθεί στην Ελλάδα σε σχέση με το 2015-2016, όταν η ενέργεια στη χώρα ήταν -όπως λέει- ένα «καλάθι» που περιείχε λιγνίτη και όπου κατέληγε ένας αγωγός της «Gazprom», η οποία μπορούσε ως μονοπώλιο να κοστολογήσει το αέριό της σε όποια τιμή ήθελε.

Σε συνέντευξή του στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, ο 49χρονος διπλωμάτης προσθέτει πως νορβηγικές εταιρείες, όπως η «Equinor», αλλά και επιχειρήσεις άλλων χωρών, αναμένουν πλέον τον νέο νόμο για τα πλωτά αιολικά στην Ελλάδα, προκειμένου να καθορίσουν τις επόμενες επενδυτικές κινήσεις τους στις ελληνικές θάλασσες -όχι μόνο για πλωτές ανεμογεννήτριες, αλλά και για πλωτά φωτοβολταϊκά. Στο σκηνικό αυτό, λέει, κομβικό ρόλο παίζουν και τα βορειοελλαδικά λιμάνια, όπως αυτά της Θεσσαλονίκης και της Αλεξανδρούπολης, καθώς τα μεγάλης κλίμακας κατασκευαστικά έργα στη θάλασσα, όπως τα πλωτά αιολικά, δεν είναι εφικτά χωρίς λιμενικές υποδομές με επαρκές βάθος.

Κατά τον κ. Άντερσεν, που επισκέφτηκε πρόσφατα τη Θεσσαλονίκη, «η περιοχή της Βόρειας Ελλάδας είναι σήμερα από τις πιο ενδιαφέρουσες στη χώρα». Κι αυτό διότι είναι ο τόπος όπου συμβαίνει μεγάλο μέρος αυτής της αλλαγής στο ενεργειακό «τερέν», μέσω έργων όπως ο Διαδριατικός Αγωγός (TAP), η πλωτή μονάδα αποθήκευσης και επαναεριοποίησης υγροποιημένου φυσικού αερίου (FSRU) στην Αλεξανδρούπολη, ο Διασυνδετήριος Αγωγός Ελλάδας- Βουλγαρίας (IGB), ο αντίστοιχος αγωγός με τη Βόρεια Μακεδονία καθώς και το τεράστιο πρότζεκτ Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) στη δυτική Μακεδονία, στο πλαίσιο της απολιγνιτοποίησης. Ο κ. Άντερσεν «βλέπει» ακόμα «τεράστια δυναμική» ως προς την προσέλκυση ξένων επενδύσεων στη Θεσσαλονίκη, όπου πραγματοποίησε διαδοχικές συναντήσεις και επισκέψεις σε οργανισμούς, φορείς και επιχειρήσεις.

Πλωτά φωτοβολταϊκά σε μεγάλα φράγματα και ανεμογεννήτριες- θηρία

Αναλυτικότερα, ερωτηθείς αν υπάρχει επενδυτικό ενδιαφέρον νορβηγικών εταιρειών για την αγορά ενέργειας της Ελλάδας και πού επικεντρώνεται, ο κ. Άντερσεν απαντά ότι εσχάτως οι επιχειρήσεις της χώρας του «τρέχουν» ενδιαφέροντα πρότζεκτ στον τομέα της δέσμευσης και αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα (CCS), αλλά και σε πιο «παραδοσιακές» μορφές ενέργειας, όπως τα υδροηλεκτρικά. «Όλα αυτά μας ενδιαφέρουν, αλλά υπάρχουν και δύο πρωτοποριακά πεδία, για τα οποία οι νορβηγικές εταιρείες ενδιαφέρονται πάρα πολύ, και σε ό,τι αφορά την Ελλάδα. Το ένα είναι τα πλωτά αιολικά και το δεύτερο τα πλωτά ηλιακά», σημειώνει.

Όπως διευκρινίζει, τα πλωτά ηλιακά είναι φωτοβολταϊκά πάρκα πάνω στο νερό, κυρίως πάνω σε φράγματα, αλλά πλέον «τεστάρεται» η δυνατότητα εγκατάστασής τους και στη θάλασσα. «H ελληνικών συμφερόντων ναυτιλιακή “Okeanis Eco Tankers” (όμιλος Αλαφούζου), συνεργάζεται ήδη με τη νορβηγική “Ocean Sun”, για να δουν αν θα μπορούσαν να εγκαταστήσουν πλωτά φωτοβολταϊκά στη θάλασσα. Μένει να το δούμε (το αποτέλεσμα της συνεργασίας). Η “Ocean Sun”, σε συνεργασία με την επίσης νορβηγική “Statkraft”, που είναι η ιδιοκτήτρια αρκετών υδροηλεκτρικών, εγκαθιστά φωτοβολταϊκά σε φράγματα -το νερό ψυχραίνει τα πάνελ, κάνοντάς τα πολύ αποδοτικότερα σε σχέση με τις εγκαταστάσεις σε γη. Στην Ελλάδα έχετε μεγάλα φράγματα στη δυτική Μακεδονία, οπότε ίσως εδώ υπάρχει ευκαιρία», τονίζει.

Σε ό,τι αφορά τα πλωτά αιολικά, υπενθυμίζει ότι η Ελλάδα έχει το καλύτερο αιολικό δυναμικό στη Μεσόγειο και βαθιές θάλασσες, συνδυασμό που την καθιστά ιδανική για εγκατάσταση υπεράκτιων αιολικών. «Στα υπεράκτια αιολικά πάρκα σε χώρες όπως η Γερμανία ή η Δανία», σημειώνει, «η βάση των ανεμογεννητριών είναι απευθείας ποντισμένη στον βυθό. Στην Ελλάδα όμως, επειδή η θάλασσα είναι βαθιά, πρέπει να γίνουν πλωτές κατασκευές, σαν πετρελαϊκές πλατφόρμες, που είναι τεράστιες, με ύψος της τάξης των 200 μέτρων».

Το 2022 θα είναι έτοιμο το πρώτο τέτοιο πάρκο στη Νορβηγία, ισχύος λίγο μικρότερης από 100 MW «κι η λειτουργία του στόχος είναι να αποδείξει αφενός ότι η τεχνολογία είναι αποδοτική από άποψη κόστους και αφετέρου ότι μπορούμε να παράγουμε πολύ περισσότερη αιολική ενέργεια στη θάλασσα απ’ ό,τι στη γη, γιατί οι άνεμοι είναι σταθερότεροι και πνέουν συχνότερα. Επίσης, οι ανεμογεννήτριες μπορούν να είναι μεγαλύτερες. Μια μέση ανεμογεννήτρια πάνω σε έναν λόφο στην Ελλάδα είναι συνήθως ισχύος 2-5 MW, ενώ στη θάλασσα φτάνει τα 60-80 MW, με περιστρεφόμενες λεπίδες στο μέγεθος γηπέδου ποδοσφαίρου. Ωστόσο, παρά το μέγεθός τους, αυτές οι ανεμογεννήτριες δεν είναι ορατές από τις ακτές. Αυτή είναι η δεύτερη πιλοτική τεχνολογία (σ.σ. εκτός απ’ τα πλωτά ηλιακά) που αναπτύσσουν νορβηγικές εταιρείες, αλλά όχι μόνο νορβηγικές, με στόχο σχετικές επενδύσεις. Πολλές χώρες αναμένουν τώρα να δουν τι θα κάνει η Ελλάδα με τις θάλασσες», υπογραμμίζει.

Η διαφορετική εικόνα των Νορβηγών για την Ελλάδα, το ελληνικό κρασί που «κέρδισε» τις νορβηγικές κάβες και η Αυστρία …στον Παρνασσό

Προσθέτει πως η γενικότερη εικόνα που έχουν οι Νορβηγοί για την Ελλάδα σταδιακά αλλάζει -όπως άλλαξε και η εικόνα που είχε ο ίδιος κάποτε. «Δυστυχώς, όταν επισκέπτεσαι μια χώρα, η εικόνα που έχεις για αυτή συχνά προέρχεται από την τελευταία φορά που αυτή “ήταν στις ειδήσεις”. Όταν ήρθα στην Ελλάδα (σ.σ. ανέλαβε καθήκοντα τον Αύγουστο 2019), στο μυαλό μου κυριαρχούσαν εικόνες από την Πλατεία Συντάγματος το 2015-2016, ανακάλυψα όμως μια εντελώς διαφορετική χώρα απ’ ό,τι περίμενα. Δεν ήμουν καθόλου ενήμερος για την τεράστια ανατροπή στον τομέα της ενέργειας, ούτε για το γεγονός ότι οι Έλληνες έχουν εξαιρετικά καλή εκπαίδευση. Δυστυχώς δεν μένουν όλοι τους στην Ελλάδα, αλλά βλέπουμε ότι πολλοί Έλληνες, κυρίως μηχανικοί, αλλά και γιατροί, που άρχισαν να εργάζονται στη Νορβηγία κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, επιστρέφουν στην Ελλάδα. Ο νέος διευθύνων σύμβουλος της Ελληνικής Διαχειριστικής Εταιρείας Υδρογονανθράκων, Αριστοφάνης Στεφάτος, έχει σχεδόν 20 χρόνια εμπειρίας στη νορβηγική αγορά κι ήδη εισφέρει τον συγκεκριμένο τρόπο σκέψης στη δουλειά του», σημειώνει.

Κατά τον κ. Αντερσεν, γενικά οι Νορβηγοί «ξαφνικά ανοίγουν στα μάτια τους σε μια διαφορετική Ελλάδα» και είναι πιο δεκτικοί και στα προϊόντα της. Για παράδειγμα, τα ελληνικά κρασιά δεν ήταν παλαιότερα δημοφιλή στη χώρα, αλλά το 2020 ένας από τους δημοφιλέστερους οίνους στις κάβες της Νορβηγίας προερχόταν από το βορειοελλαδικό οινοποιείο «Θυμιόπουλος», στον Τρίλοφο Ημαθίας.

Ο Νορβηγός διπλωμάτης επισημαίνει πως η Ελλάδα χρειάζεται να αναπτύξει τον τουρισμό της «στο επόμενο επίπεδο», ώστε να προχωρήσει πέρα από το δίπτυχο ήλιος-θάλασσα, π.χ, στην ορειβασία στον Όλυμπο, το white water rafting στα ελληνικά ποτάμια ή την παρατήρηση πουλιών στη Θράκη. «Τον χειμώνα είχα ανεβάσει για τους Νορβηγούς φίλους ένα βίντεο από σκι στον Παρνασσό και νόμιζαν πως ήμουν στην Αυστρία, δεν πίστευαν πως αυτό το χιόνι ήταν στην Ελλάδα, δύο ώρες από το σπίτι» λέει και γνωστοποιεί πως σχεδιάζει να ανέβει στον Όλυμπο μαζί με την οικογένεια του και μάλιστα θα επιδιώξει να κατακτήσει την κορυφή, καθώς αν δεν το κάνει, όπως λέει γελώντας, θα του …αφαιρεθεί η νορβηγική υπηκοότητα.

Το νυχτερινό τρένο για τη Θεσσαλονίκη, οι ανεμογεννήτριες στο λιμάνι και το Thess INTEC

Η πρώτη επαφή του Νορβηγού διπλωμάτη με τη Θεσσαλονίκη χρονολογείται δεκαετίες πριν, όταν, όπως διηγείται, πέρασε από την πόλη με «Interail», ως επιβάτης σε ένα νυχτερινό τρένο από το Βελιγράδι, που σε κάποιες περιοχές των Βαλκανίων κινείτο τόσο αργά, σαν να περπατάει, και ήταν γεμάτο με βιομηχανικούς εργάτες, που πήγαιναν τραγουδώντας και πίνοντας αλκοόλ στο Κραγκούγιεβατς ή την Πρίστινα.

Την Κυριακή 12 Σεπτεμβρίου, 30 χρόνια μετά, βρέθηκε ξανά στη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Ελλάδας, πραγματοποιώντας μια ολιγοήμερη επίσκεψη που καθυστέρησε, όπως λέει, καθώς αν και προγραμματίστηκε πολλές φορές -κι επρόκειτο να γίνει τον Νοέμβριο- αναβλήθηκε επανειλημμένα λόγω lockdown. Πλέον, πολλά έχουν αλλάξει στην πόλη. «Κοιτάζοντας κάτω στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης από το ξενοδοχείο όπου μένω, είδα τρεις ανεμογεννήτριες έτοιμες για συναρμολόγηση», λέει και συνδέοντας αυτό το θέαμα με το -εν αναμονή προς το παρόν- επενδυτικό ενδιαφέρον για τα πλωτά αιολικά, τονίζει ότι η Ελλάδα έχει πραγματικά μεγάλα λιμάνια -π.χ., σε Θεσσαλονίκη, Αλεξανδρούπολη, Ηγουμενίτσα και Πάτρα- τα οποία είναι απαραίτητα για την πραγματοποίηση τέτοιων υπεράκτιων κατασκευών.

«Ερωτεύτηκα τη Θεσσαλονίκη μετά απ’ αυτή την επίσκεψη, γιατί συμβαίνουν τόσα πράγματα με ενδιαφέρον για όλη την περιοχή εδώ, αλλά και διότι μου θυμίζει πολύ την ιδιαίτερη πατρίδα μου, η οποία είναι επίσης μια παραθαλάσσια πόλη με πανεπιστήμιο», σημειώνει, ενώ αναφερόμενος στις συναντήσεις με την επικεφαλής του Γραφείου του Πρωθυπουργού στην πόλη, Μαρία Αντωνίου, τον υφυπουργό Εσωτερικών (Μακεδονίας- Θράκης), Σταύρο Καλαφάτη και τον δήμαρχο, Κωνσταντίνο Ζέρβα, σημειώνει ότι διαπίστωσε αναπτυξιακή νοοτροπία, κάτι πολύ θετικό.

Στο ερώτημα αν εκτιμά πως μετά τις επενδύσεις των Pfizer, Cisco και Deloitte στη Θεσσαλονίκη, η πόλη θα μπορούσε να προσβλέπει σε περισσότερες μεγάλες ξένες επενδύσεις, ο κ. Άντερσεν απαντά: «Ναι, νομίζω πως θα δούμε περισσότερες. Υπάρχει τεράστια δυναμική. Είχαμε μια συνάντηση με τον πρόεδρο του τεχνολογικού πάρκου “Thess INTEC”, Νίκο Ευθυμιάδη και με ενδιαφέρει πραγματικά το αν θα μπορέσουμε να βρούμε κοινά ενδιαφέροντα με αντίστοιχους θεσμούς στη Νορβηγία, ώστε να σχηματιστούν clusters συνεργασίας. Αυτό που κάνει η Ελλάδα όσον αφορά τις νεοφυείς επιχειρήσεις, ιδίως στον τομέα της υψηλής τεχνολογίας, έχει μεγάλο ενδιαφέρον και εμείς από την πλευρά μας, κάνουμε πολλά ενδιαφέροντα πράγματα στην πράσινη τεχνολογία και τον ναυτιλιακό τομέα», τονίζει.

Το πρώτο καράβι του Ωνάση και η συνεργασία στη ναυτιλία

Οι σχέσεις Ελλάδας- Νορβηγίας στον τομέα της ναυτιλίας είναι ισχυρές και μακροχρόνιες. Η Det Norske Veritas (DNV) γιόρτασε πρόσφατα 100 χρόνια στην Ελλάδα, ο Αριστοτέλης Ωνάσης αγόρασε το πρώτο του καράβι από Νορβηγό εφοπλιστή, ενώ η πλειονότητα των νορβηγικών εταιρειών που δραστηριοποιούνται στη χώρα μας αντλούν -σύμφωνα με τον κ.Αντερσεν- τα έσοδά τους από τον τομέα της ναυτιλίας (π.χ, DNV GL, SKULD, GARD, AllMaritim AS, Seagull, Kongsberg Maritime, Exion AS, Seagull, Wilhelmsen, Jotun), προσφέροντας υπηρεσίες όπως επιθεωρήσεις πλοίων, ασφαλιστικά προϊόντα και διενέργεια ελέγχων. Πρόσφατα δε, η «Attica Group» παρήγγειλε σε νορβηγικό ναυπηγείο τρία καταμαράν, τα οποία συνδυάζουν φωτοβολταϊκά και diesel και θα είναι έτοιμα για εμπορική λειτουργία το 2022, με στόχο να αντικαταστήσουν τα ιπτάμενα δελφίνια.

Ποια είναι όμως η προοπτική περαιτέρω συνεργασίας στον συγκεκριμένο τομέα; «Νομίζω πως η ναυτιλιακή βιομηχανία είναι πρωταρχικός υποψήφιος (για επενδύσεις). Πιστεύω ότι οι επιχειρήσεις του ναυτιλιακού τομέα εμπιστεύονται η μία την άλλη, καθώς χτίζουν τη συνεργασία τους επί δεκαετίες και αν καταφέρουν να συνδυάσουν τις ιστορικά στενές τους σχέσεις στους τομείς της τεχνολογίας και της ναυτιλίας κι αναπτυχθούν συνεργασίες μεταξύ εφοπλιστών, εταιρειών ναυτιλιακής τεχνολογίας και ελληνικών startups, μπορεί να δημιουργηθεί κάτι πραγματικά ενδιαφέρον» σημειώνει.

Ο Νορβηγός διπλωμάτης υπενθυμίζει ακόμα ότι στο πλαίσιο των προγραμμάτων του Χρηματοδοτικού Μηχανισμού του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΧΜ-ΕΟΧ | EEA Grants), που αντιπροσωπεύει τη συνεισφορά της Νορβηγίας, της Ισλανδίας και του Λιχτενστάιν στη μείωση των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων και στην ενδυνάμωση των διμερών σχέσεων με 15 ευρωπαϊκές χώρες, το ύψος της χρηματοδότησης για την Ελλάδα για την περίοδο ως το 2024, είναι 117-118 εκατ. ευρώ. Παράλληλα, στο πλαίσιο της πρώτης πρόσκλησης του προγράμματος χρηματοδότησης της επιχειρηματικής καινοτομίας στην Ελλάδα, χρηματοδοτούνται ήδη 16 επιχειρήσεις, εκ των οποίων οι τρεις στη Θεσσαλονίκη. Οι δράσεις των εν λόγω προγραμμάτων παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά στην Ελλάδα, στην 85η ΔΕΘ.