Πηγή Εικόνας: Όμιλος OTE

Της Τέτης Ηγουμενίδη

Σε μειώσεις τιμών έχει προχωρήσει και ο ΟΤΕ ακολουθώντας την υπόλοιπη αγορά, καθώς η ΔΕΗ στις οπτικές ίνες και η Starlink στις δορυφορικές ευρυζωνικές συνδέσεις εντείνουν τον ανταγωνισμό.

Αυτό ανέφερε ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του ομίλου, Κώστας Νεμπής, κατά την ενημέρωση των αναλυτών για τα αποτελέσματα εννεαμήνου 2026. Παρά τις πιέσεις στις τιμές, ο ΟΤΕ έχει καταφέρει, σύμφωνα με τον ίδιο, να διατηρήσει σταθερό το μέσο έσοδο ανά συνδρομητή.

Απέναντι στη Starlink ο ΟΤΕ αναπτύσσει την ασύρματη σταθερή πρόσβαση (Fixed Wireless Access – FWA), η οποία προσφέρει ευρυζωνικές συνδέσεις μέσω του δικτύου κινητής τηλεφωνίας. Η υπηρεσία απευθύνεται κυρίως σε περιοχές όπου δεν υπάρχει επαρκής κάλυψη οπτικών ινών. Σύμφωνα με τον κ. Νεμπή, η ανάπτυξή της έχει περιορίσει τον ρυθμό αύξησης των πελατών της αμερικανικής εταιρείας στην ελληνική αγορά.

Για την πιθανότητα εισόδου της ΔΕΗ και στην κινητή τηλεφωνία απέφυγε να κάνει εκτιμήσεις. Επισήμανε, ωστόσο, ότι η διαδικασία ανανέωσης των αδειών χρήσης ραδιοσυχνοτήτων δεν προχωρά, καθώς η Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ) δεν έχει πρόεδρο.

Ανοιχτό άφησε και το ενδεχόμενο αναπροσαρμογής των τιμών στα συμβόλαια στις αρχές του 2027, με βάση τον πληθωρισμό. Όπως διευκρίνισε, η διοίκηση θα εξετάσει τότε αν θα προχωρήσει σε αυξήσεις, ανάλογα με τις συνθήκες που θα επικρατούν στην αγορά.

Για τη συνδρομητική τηλεόραση ανέφερε ότι τα έσοδα έχουν αυξηθεί 9%. Σε ό,τι αφορά τη συμφωνία ανταλλαγής αθλητικού περιεχομένου με τη Nova, σημείωσε ότι παραμένει σε ισχύ για έναν ακόμη χρόνο, χωρίς να δεσμευτεί για ενδεχόμενη ανανέωσή της.

Στην πληροφορική, ο ΟΤΕ επιδιώκει να αναλάβει νέα έργα, καθώς ολοκληρώνεται ο κύκλος των συμβάσεων που χρηματοδοτήθηκαν από το Ταμείο Ανάκαμψης. Η διοίκηση στρέφεται σε επιχειρήσεις, φορείς του Δημοσίου και διεθνείς οργανισμούς, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ, αναζητώντας πρόσθετο αντικείμενο στον ψηφιακό μετασχηματισμό.

Στους τομείς που εξετάζει περιλαμβάνονται οι υπηρεσίες υπολογιστικού νέφους (cloud), η κυβερνοασφάλεια και οι εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης. Παράλληλα, εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης αξιοποιούνται στη διαχείριση των δικτύων και στην εξυπηρέτηση πελατών, με στόχο τη βελτίωση της αποδοτικότητας.

Παρά τη σταδιακή ολοκλήρωση των έργων του Ταμείου Ανάκαμψης, ο όμιλος εξακολουθεί να προβλέπει ισχυρή διψήφια αύξηση των εσόδων πληροφορικής στο σύνολο του 2026.

Στο εννεάμηνο του 2026 ο κύκλος εργασιών του Ομίλου ΟΤΕ διαμορφώθηκε σε 2.597,9 εκατ. ευρώ, αυξημένος 2% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους. Εξαιρουμένης της σταδιακής κατάργησης διεθνών δραστηριοτήτων χονδρικής σχεδόν μηδενικού περιθωρίου κέρδους, η αύξηση των εσόδων φτάνει το 8%.

Το προσαρμοσμένο EBITDA μετά από μισθώσεις ανήλθε σε 1.053,1 εκατ. ευρώ, με άνοδο 3% και περιθώριο κερδοφορίας 40,5%. Τα καθαρά κέρδη από συνεχιζόμενες δραστηριότητες που αναλογούν στους μετόχους μειώθηκαν 20%, στα 462 εκατ. ευρώ. Η υποχώρηση συνδέεται κυρίως με έκτακτο φορολογικό όφελος που είχε καταγραφεί το 2025 και αφορούσε την επένδυση στην Telekom Romania Mobile. Τα προσαρμοσμένα καθαρά κέρδη αυξήθηκαν 4,1%, στα 488,9 εκατ. ευρώ.

Οι συνδρομητές οπτικής ίνας μέχρι το σπίτι (Fiber to the Home – FTTH) έφτασαν τους 739 χιλ., αυξημένοι 45,2% σε ετήσια βάση. Οι συνδέσεις FWA ανήλθαν σε 134 χιλ., με αύξηση 116,4%, ενώ τα συμβόλαια κινητής έφτασαν τα 3,2 εκατ., ενισχυμένα 7,5%.

Στις ολοκληρωμένες λύσεις πληροφορικής (System Solutions), τα έσοδα αυξήθηκαν 45%, στα 405,7 εκατ. ευρώ. Οι επενδύσεις του ομίλου στο εννεάμηνο διαμορφώθηκαν σε 441,8 εκατ. ευρώ, με άνοδο 1,1%.

Για το σύνολο του 2026 ο ΟΤΕ διατηρεί τον στόχο αύξησης του προσαρμοσμένου EBITDA μετά από μισθώσεις περίπου 3% και επενδύσεων κοντά στα 600 εκατ. ευρώ. Οι προσαρμοσμένες ελεύθερες ταμειακές ροές αναμένονται στα 750 εκατ. ευρώ, συμπεριλαμβανομένων έκτακτων θετικών φορολογικών επιδράσεων. Χωρίς αυτές, η εκτίμηση διαμορφώνεται σε 570 έως 580 εκατ. ευρώ.

Στο δίκτυο FTTH ο σχεδιασμός προβλέπει κάλυψη περισσότερων από 3,1 εκατ. σπιτιών και επιχειρήσεων μέχρι το τέλος της χρονιάς και άνω των 4,6 εκατ. έως το 2030.