Πηγή Εικόνας: Pawel Szymczuk από το Pixabay

Νέα, ανατρεπτική μελέτη υποστηρίζει ότι το πραγματικό περιβαλλοντικό αποτύπωμα ενός κτιρίου μετριέται από το πόσο καλά αντέχει σε καταστροφές, και όχι, απαραίτητα, από το πόσο ελαφριά είναι η κατασκευή του.

Οι ανθρώπινες κατασκευές έχουν μεγάλος βάρος, πραγματικό, όχι μεταφορικό. Σε σχετική μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Nature Cities 2026, οι ερευνητές στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν, υπολόγισαν το βάρος περισσότερων από 600 εκατομμυρίων κτιρίων σε πόλεις σε όλο τον κόσμο και κατέληξαν σε ένα σύνολο 835 δισεκατομμυρίων μετρικών τόνων, ή γιγατόνων (Gt). Σχεδόν όσο το βάρος όλων των φυτών του πλανήτη. Και όλο αυτό το βάρος του χάλυβα, του ξύλου, του γυαλιού, του τσιμέντου, της πέτρας και των άλλων υλικών, συνεπάγεται εκπομπές άνθρακα.

Μεταξύ των ευρημάτων της μελέτης περιλαμβάνονται τα εξής:

  • Η συνολική μάζα των 606 εκατομμυρίων κτιρίων ήταν 835 δισεκατομμύρια μετρικοί τόνοι, ή γιγατόνοι, λίγο λιγότερο από το βάρος όλων των φυτών του κόσμου (το οποίο είναι περίπου 900 γιγατόνοι). Η Κίνα κατέχει περίπου το ένα τέταρτο αυτού του συνολικού βάρους κτιρίων.
  • Οι χώρες υψηλού εισοδήματος, στις οποίες κατοικεί περίπου το 16% του παγκόσμιου πληθυσμού και οι οποίες αντιπροσωπεύουν το 46% της παγκόσμιας κατανάλωσης δομικών υλικών, έχουν τις περισσότερες πόλεις με τη βέλτιστη αστική μορφή. Πάνω από το 40% των πυκνοκατοικημένων και ομοιόμορφα χαμηλών πόλεων βρίσκονται σε χώρες υψηλού εισοδήματος.
  • Οι χώρες χαμηλού εισοδήματος διαθέτουν πάνω από το 80% των αραιοκατοικημένων, ομοιόμορφα χαμηλών πόλεων, σε σύγκριση με το 5% των χωρών υψηλού εισοδήματος.
  • Ενώ η Κίνα και οι ΗΠΑ έχουν το υψηλότερο συνολικό βάρος κτιρίων, η Ολλανδία και η Νορβηγία έχουν το υψηλότερο βάρος κτιρίων ανά κάτοικο.
  • Από τις 20 χώρες για τις οποίες προβλέπεται η υψηλότερη ζήτηση υλικών από σήμερα έως το 2050, οι 19 είναι χώρες χαμηλού ή μεσαίου εισοδήματος. Οι ΗΠΑ αποτελούν τη μοναδική εξαίρεση και είναι η μόνη χώρα υψηλού εισοδήματος για την οποία προβλέπεται αύξηση του πληθυσμού της τα επόμενα 25 χρόνια.

Ο Jinchao Song, μέλος της ερευνητικής ομάδας και ερευνητής στο Κέντρο Βιώσιμων Συστημάτων του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν, ανέφερε σύμφωνα με την ανακοίνωση του Ιδρύματος, ότι «ενώ η μελέτη αποκαλύπτει σημαντικά νέα στοιχεία που πρέπει να ληφθούν υπόψη για τη βελτιστοποίηση της χρήσης υλικών, οι κατασκευαστές και οι πολεοδόμοι θα πρέπει να τα σταθμίσουν σε σχέση με τον ενδεχομένως ανταγωνιστικό στόχο της βελτιστοποίησης της χρήσης γης. Για παράδειγμα, αν και τα ψηλότερα κτίρια χρησιμοποιούν περισσότερο χάλυβα από τα χαμηλότερα, μπορούν επίσης να φιλοξενήσουν περισσότερους ανθρώπους εντός του υπάρχοντος αποτυπώματος μιας πόλης, κάτι που μπορεί να είναι πιο επιθυμητό ή απαραίτητο».

Η σημασία της ανθεκτικότητας του κτιρίου

Την ίδια ώρα, οι συμβατικές αναλύσεις του κύκλου ζωής και τα προγράμματα πιστοποίησης πράσινων κτιρίων, όπως το LEED, βασίζονται στην αρχή της αποδοτικής χρήσης υλικών και στο «less is more» ή σε μία ελεύθερη απόδοση «όσο λιγότερα τόσο καλύτερα». Ωστόσο, η μείωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των κτιρίων δεν συνίσταται απλώς στο να γίνουν ελαφρύτερα, σύμφωνα με μια δεύτερη μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Journal of Industrial Ecology 2026.

Η Fernanda Cruz Rios, επιστήμονας του δομημένου περιβάλλοντος στο Πανεπιστήμιο Ντρέξελ της Πενσυλβανίας, που διεξήγαγε την έρευνα υποστηρίζει, σύμφωνα με την ανακοίνωση του Ιδρύματος, ότι «αν θέλουμε πραγματικά να μειώσουμε τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις της κατασκευής και της λειτουργίας των κτιρίων, οι οποίες σήμερα αντιπροσωπεύουν περισσότερο από το ένα τρίτο των παγκόσμιων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, είναι ζωτικής σημασίας να εξετάσουμε το σύνολο της εικόνας. Τα όλο και πιο συχνά ακραία καιρικά φαινόμενα αλλάζουν τον υπολογισμό σχετικά με το τι απαιτείται για τη διατήρηση ενός λειτουργικού κτιρίου — αυτό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όταν εξετάζουμε την κατανάλωση πόρων.»

Η Cruz Rios διεξήγαγε μια συστηματική ανασκόπηση 40 μελετών που εξέταζαν την ανθεκτικότητα των κτιρίων υπό το πρίσμα της αξιολόγησης του κύκλου ζωής. Οι μελέτες αυτές κατηγοριοποιήθηκαν σε τέσσερις βασικούς τομείς ανθεκτικότητας: σεισμική δραστηριότητα, θερμότητα, πλημμύρες και άνεμος.

Εξετάζοντας ειδικότερα κατά πόσον οι έρευνες ενσωμάτωναν ποσοτικά δείκτες ανθεκτικότητας στην ανάλυση του κύκλου ζωής τους, η Rios διαπίστωσε ότι, αν και όλες οι μελέτες πραγματεύονταν κάποια μορφή ανθεκτικότητας, οι περισσότερες παρέλειπαν να λάβουν υπόψη βασικές πτυχές που σχετίζονται με την αδυναμία λειτουργίας (inoperability). Σε αυτές περιλαμβάνονται η ποσοτικοποίηση των απαιτήσεων για την ενίσχυση της αντοχής ενός κτιρίου σε ακραία καιρικά φαινόμενα —όπως η χρήση ισχυρότερων υλικών ή η ενσωμάτωση πλεονασματικών δυνατοτήτων (redundancy) και διαλειτουργικότητας στα συστήματα— καθώς και ο προσδιορισμός του χρόνου και των πόρων που απαιτούνται για την επαναφορά του σε λειτουργία μετά από ένα συμβάν.

Με βάση αυτή την ανάλυση, ανέπτυξε ένα νέο πλαίσιο που συνυπολογίζει το περιβαλλοντικό κόστος και τα οφέλη της ανθεκτικότητας. Χρησιμοποιώντας το, οι σχεδιαστές μπορούν να συγκρίνουν το σχετικό κόστος των μέτρων για τη διασφάλιση της ανθεκτικότητας του κτιρίου με το κόστος της αδράνειας.

Η προσαρμογή του συστήματος αξιολόγησης του κύκλου ζωής θα μπορούσε επίσης να προσφέρει μια ακριβέστερη εικόνα των τρωτών σημείων στο δομημένο περιβάλλον, διευκολύνοντας έτσι τον σχεδιασμό δράσεων αντιμετώπισης εκτάκτων αναγκών.

Το μοντέλο της Cruz Rios συνυπολογίζει τόσο το περιβαλλοντικό κόστος των υπηρεσιών αντιμετώπισης έκτακτων αναγκών που απαιτούνται κατά την αποκατάσταση της λειτουργίας ενός κτιρίου όσο και το πρόσθετο κόστος σχεδιασμού του κτιρίου ώστε να αντέχει καλύτερα σε ακραίες περιβαλλοντικές συνθήκες. Επίσης, λαμβάνει υπόψη τροποποιήσεις που ενισχύουν την ανθεκτικότητα του κτιρίου μετά την εκδήλωση ενός τέτοιου συμβάντος. Συνυπολογίζει επίσης τις ζημιές, τις επισκευές και τον χρόνο διακοπής λειτουργίας που αποφεύγονται χάρη στην επιλογή ενός ανθεκτικού σχεδιασμού.

Το επόμενο βήμα για την ευρεία υιοθέτηση αυτού του διευρυμένου μοντέλου αξιολόγησης κύκλου ζωής είναι η επίσημη ενσωμάτωσή του σε συστήματα πιστοποίησης περιβαλλοντικού σχεδιασμού, όπως τα LEED (Leadership in Energy and Environmental Design), National Green Building Standard ή Green Globes — τα οποία συχνά συνοδεύονται από φορολογικά κίνητρα για τα κτίρια που επιτυγχάνουν τις σχετικές πιστοποιήσεις.