
Πηγή Εικόνας: ΑΠΕ-ΜΠΕΣτα κέντρα δεδομένων στρέφει μέρος της στρατηγικής της η ΔΕΗ, επιχειρώντας να τοποθετηθεί σε μια αγορά όπου η ζήτηση αυξάνεται ταχύτερα από τη διαθέσιμη υποδομή. Οι βασικές κατευθύνσεις παρουσιάστηκαν αργά το βράδυ της περασμένης Πέμπτης, στο πλαίσιο ενημέρωσης επενδυτών για την αύξηση κεφαλαίου και το νέο επενδυτικό πρόγραμμα του ομίλου.
Το σχέδιο εντάσσεται στο πλάνο 2026–2030, που προβλέπει επενδύσεις περίπου 24 δισ. ευρώ, με τα data centers να αποτελούν έναν νέο άξονα δραστηριότητας. Η προσέγγιση είναι σαφής. Η ΔΕΗ δεν επιδιώκει ρόλο παρόχου υπηρεσιών πληροφορικής, αλλά ιδιοκτήτη υποδομών. Διατηρεί την κυριότητα εγκαταστάσεων, ενέργειας και συνδεσιμότητας, ενώ ο εξοπλισμός και η λειτουργία παραμένουν στον hyperscaler.
Κεντρικό έργο αποτελεί το data center στην Κοζάνη, αρχικής ισχύος 300 MW, με δυνατότητα επέκτασης έως 1 GW. Η πρώτη φάση, ύψους περίπου 1,2 δισ. ευρώ, τοποθετείται χρονικά μεταξύ 2026 και 2028. Σύμφωνα με την παρουσίαση, βρίσκονται σε εξέλιξη εμπιστευτικές διαπραγματεύσεις με μεγάλους διεθνείς παρόχους, ενώ ως ενεργοί στην ελληνική αγορά καταγράφονται ήδη οι AWS, Google Cloud και Microsoft.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις η ΔΕΗ βρίσκεται κοντά σε συμφωνία με κάποιον από τους προαναφερόμενους υπερκλιμακούμενους παρόχους για να μισθώσει υποδομές κέντρων δεδομένων, ενώ στην τηλεπικοινωνιακή αγορά συνεχίζει να συζητείται το αν θα επιχειρήσει να αναπτύξει περαιτέρω το αποτύπωμά της και ως πάροχος τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών αγοράζοντας τη Nova ή την Vodafone ή ακόμα και τμήματα αυτών. Πληροφορίες αναφέρουν ότι σχετικές συζητήσεις γίνονται από όλους τους παίκτες.
Το οικονομικό σκέλος της επένδυσης διαφοροποιείται αισθητά από τις παραδοσιακές δραστηριότητες. Για τα data centers τίθεται στόχος μη μοχλευμένης εσωτερικής απόδοσης (IRR) 12%–14%, επίπεδο υψηλότερο από τη διανομή και την ευέλικτη παραγωγή και στο άνω εύρος των αποδόσεων των ΑΠΕ. Σε πλήρη ανάπτυξη, η δραστηριότητα εκτιμάται ότι μπορεί να αποφέρει περίπου 170 εκατ. ευρώ EBITDA σε ετήσια βάση έως το 2030, χωρίς να περιλαμβάνεται πρόσθετο όφελος από την προμήθεια ενέργειας.
Η χρονική συγκυρία δεν είναι τυχαία. Σε διεθνές επίπεδο, η ζήτηση για data centers αυξάνεται με ταχείς ρυθμούς, ενώ η νέα δυναμικότητα που προστίθεται δεν επαρκεί. Στην Ευρώπη, το πρόβλημα εντείνεται από περιορισμούς στο ηλεκτρικό δίκτυο και καθυστερήσεις στις αδειοδοτήσεις, που σε ορισμένες περιπτώσεις οδηγούν σε αναμονές πολλών ετών για σύνδεση.
Ειδικότερα, σύμφωνα με στοιχεία που παρουσίασε η ΔΕΗ η ζήτηση σε παγκόσμιο επίπεδο, εκτιμάται ότι θα φτάσει τα 163 GW έως το 2030, από 78 GW το 2025, με τη διαθέσιμη νέα δυναμικότητα να υπολείπεται σημαντικά. Στην Ευρώπη, η ζήτηση αναμένεται να διπλασιαστεί στα 28 GW έως το 2030, με έργα υπό κατασκευή μόλις 2,7 GW.
Σε αυτό το περιβάλλον, η ΔΕΗ επιχειρεί να αξιοποιήσει τα δικά της πλεονεκτήματα. Διαθέτει μεγάλες εκτάσεις στη Δυτική Μακεδονία, πρόσβαση σε δίκτυα υψηλής τάσης και δυνατότητα ανάπτυξης ενεργειακών έργων σε άμεση σύνδεση με τις εγκαταστάσεις. Το μοντέλο «πίσω από τον μετρητή» που προωθεί επιτρέπει απευθείας τροφοδοσία, περιορίζοντας την αβεβαιότητα κόστους και επιταχύνοντας την υλοποίηση.
Η ανάπτυξη προβλέπεται να γίνει σταδιακά, με αύξηση της ισχύος σε επόμενες φάσεις. Στην παρουσίαση γίνεται αναφορά σε δυναμικότητα που θα μπορούσε να φτάσει έως και τα 2 GW στην Ελλάδα, εφόσον επιβεβαιωθεί η ζήτηση.















