Πηγή Εικόνας: ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΝΙΚΟΣ ΑΡΒΑΝΙΤΙΔΗΣ

του Δρ. Νικόλαου Τζόλλα*

Τι θα άλλαζε στη Θεσσαλονίκη, εάν θέταμε έναν κοινό και μετρήσιμο στόχο: να δημιουργήσουμε 5.000 νέες θέσεις εισαγωγής σε αγγλόφωνα προγράμματα δημόσιων και μη κρατικών πανεπιστημίων, με σκοπό να προσελκύουμε αντίστοιχο αριθμό διεθνών φοιτητών; 5.000 νέοι άνθρωποι θα έρχονταν στην πόλη για να σπουδάσουν. Θα ζούσαν εδώ, θα νοίκιαζαν κατοικίες, θα χρησιμοποιούσαν τις μεταφορές και τις υπηρεσίες της, θα στήριζαν το εμπόριο και την εστίαση, θα γνώριζαν τη Θεσσαλονίκη και ολόκληρη την Κεντρική Μακεδονία. Κάποιοι, μετά την ολοκλήρωση των σπουδών τους, θα επέστρεφαν στις χώρες τους. Άλλοι θα μπορούσαν να συνεχίσουν στην έρευνα, να εργαστούν σε μια επιχείρηση ή να δημιουργήσουν τη δική τους startup.

Η πρόταση «Θεσσαλονίκη, Ευρωπαϊκή Φοιτητούπολη» δεν αφορά, επομένως, μόνο την εκπαίδευση. Αφορά την τοπική οικονομία, το ανθρώπινο κεφάλαιο, το brain gain και τη δυνατότητα της περιοχής μας να προσελκύσει τις επόμενες επενδύσεις υψηλής προστιθέμενης αξίας.

Έχω την αίσθηση ότι θα πρέπει να ξεκινήσει ένας ανοιχτός διάλογος με τα πανεπιστήμια, την εκπαιδευτική κοινότητα, την Πολιτεία, την Περιφέρεια, τους Δήμους, τα επιμελητήρια και τις επιχειρήσεις.

Μέσα από τον ρόλο μου ως Αντιπεριφερειάρχης Ψηφιακής Διακυβέρνησης έχω καθημερινή επαφή με το οικοσύστημα της τεχνολογίας, της έρευνας και της επιχειρηματικότητας. Τα τελευταία χρόνια η Θεσσαλονίκη έχει προσελκύσει σημαντικές διεθνείς δραστηριότητες στους τομείς της πληροφορικής, των δεδομένων, της έρευνας και των ψηφιακών υπηρεσιών. Παράλληλα, ακούω όλο και συχνότερα από τις επιχειρήσεις την ίδια ανάγκη: χρειάζονται περισσότερους ανθρώπους με εξειδικευμένες γνώσεις και ψηφιακές δεξιότητες.

Η ανάγκη αυτή δεν περιορίζεται σε έναν μόνο κλάδο. Η πληροφορική, η τεχνητή νοημοσύνη, η κυβερνοασφάλεια, η βιοπληροφορική και η ανάλυση δεδομένων διατρέχουν πλέον οριζόντια σχεδόν όλη την οικονομία. Αφορούν την υγεία, τις θετικές επιστήμες, τη βιομηχανία, την αγροδιατροφή, τον τουρισμό και τις μεταφορές.

Την ίδια στιγμή, η αγγλική γλώσσα αποτελεί βασικό εργαλείο καθημερινής εργασίας σε πολλές διεθνείς επιχειρήσεις και ερευνητικές ομάδες. Ένας νέος επιστήμονας μπορεί να ζει στη Θεσσαλονίκη, αλλά να συνεργάζεται κάθε μέρα με συναδέλφους και πελάτες σε διαφορετικές χώρες.

Προκύπτει, λοιπόν, ένα εύλογο ερώτημα: εφόσον η οικονομία αναζητά εξειδικευμένους ανθρώπους που μπορούν να εργαστούν σε ένα διεθνές, αγγλόφωνο περιβάλλον, γιατί να μη διευρύνουμε σημαντικά τα αγγλόφωνα προπτυχιακά και μεταπτυχιακά προγράμματα που προσφέρονται στην περιοχή μας;

Η πρότασή μου είναι να εξετάσουμε τη δυνατότητα δημιουργίας συνολικά 5.000 νέων θέσεων σε ποιοτικά αγγλόφωνα προγράμματα, μέσα από τη συμπληρωματική ανάπτυξη των δημόσιων και των μη κρατικών, μη κερδοσκοπικών πανεπιστημίων.

Τα δημόσια πανεπιστήμια διαθέτουν ακαδημαϊκή παράδοση, ερευνητική ισχύ και ανθρώπινο δυναμικό με διεθνή αναγνώριση. Τα μη κρατικά πανεπιστήμια μπορούν να προσθέσουν νέες επιλογές και διεθνείς ακαδημαϊκές συνεργασίες. Το ζητούμενο λοιπόν είναι η συνολική αύξηση των αξιόπιστων, διεθνώς ανταγωνιστικών θέσεων σπουδών.

Ο στόχος των 5.000 θέσεων δεν μπορεί να επιβληθεί από έναν φορέα ούτε να δημιουργηθεί απλώς με μια εξαγγελία. Πρέπει να προκύψει μέσα από πραγματική καταγραφή των δυνατοτήτων των ιδρυμάτων και της διεθνούς ζήτησης.

Ποια προγράμματα μπορούν να προσελκύσουν φοιτητές από το εξωτερικό; Σε ποιους τομείς διαθέτουμε ισχυρή έρευνα και συγκριτικό πλεονέκτημα; Ποια νέα αντικείμενα συνδέονται με τις ανάγκες της οικονομίας; Τι ακαδημαϊκό και διοικητικό προσωπικό απαιτείται; Ποιες υποδομές και υπηρεσίες πρέπει να αναπτυχθούν;

Αυτά είναι τα ερωτήματα στα οποία οφείλουμε να απαντήσουμε συλλογικά, ώστε ο αριθμός των 5.000 να γίνει ένας σοβαρός αναπτυξιακός στόχος και όχι απλώς ένα σύνθημα.

Η κατεύθυνση αυτή συνδέεται και με την εθνική κυβερνητική προσπάθεια διεθνοποίησης της ανώτατης εκπαίδευσης. Το Υπουργείο Παιδείας παρουσιάζει, αντίστοιχα, τη διεθνοποίηση, τις συνεργασίες με ξένα πανεπιστήμια, την ενίσχυση των περιφερειακών ιδρυμάτων και τη λειτουργία των μη κρατικών πανεπιστημίων ως στοιχεία ενός περισσότερο εξωστρεφούς συστήματος ανώτατης εκπαίδευσης.

Η δική μου πρόταση επιχειρεί να δώσει σε αυτή την εθνική κατεύθυνση ένα συγκεκριμένο περιφερειακό περιεχόμενο: να συμφωνήσουμε πόσες νέες αγγλόφωνες θέσεις μπορεί να δημιουργήσει η Θεσσαλονίκη και η Κεντρική Μακεδονία και πόσους διεθνείς φοιτητές μπορεί πραγματικά να προσελκύσει.

Η αναπτυξιακή διάσταση είναι άμεση και κατανοητή. Ένας διεθνής φοιτητής δεν έρχεται απλώς να παρακολουθήσει μαθήματα. Για αρκετά χρόνια ζει και καταναλώνει στην πόλη. Χρειάζεται κατοικία, τρόφιμα, μετακινήσεις, τηλεπικοινωνίες, εστίαση και καθημερινές υπηρεσίες.

Αν χρησιμοποιήσουμε μόνο ως ενδεικτική υπόθεση εργασίας μια μέση ετήσια τοπική δαπάνη περίπου 10.000 ευρώ ανά φοιτητή, τότε οι 5.000 επιπλέον διεθνείς φοιτητές αντιστοιχούν σε περίπου 50 εκατομμύρια ευρώ πρόσθετης κατανάλωσης τον χρόνο. Αν μάλιστα πάρουμε ως παράδειγμα έναν τετραετή κύκλο σπουδών, η επίδραση συσσωρεύεται. Τον πρώτο χρόνο έχουμε 5.000 φοιτητές και περίπου 50 εκατ. ευρώ κατανάλωσης. Τον δεύτερο 10.000 και 100 εκατ. ευρώ. Τον τρίτο 15.000 και 150 εκατ. ευρώ. Τον τέταρτο περίπου 20.000 φοιτητές και 200 εκατ. ευρώ ετήσιας κατανάλωσης.

Με τις ίδιες παραδοχές, το άθροισμα φτάνει περίπου τα 500 εκατ. ευρώ στην πρώτη τετραετία και τα 700 εκατ. ευρώ στην πενταετία. Από εκεί και μετά, σε ένα σταθερό τετραετές μοντέλο, θα μπορούσαν να βρίσκονται περίπου 20.000 επιπλέον διεθνείς φοιτητές ταυτόχρονα στην περιοχή, διατηρώντας μια τάξη μεγέθους περίπου 200 εκατ. ευρώ ετήσιας κατανάλωσης.

Πρόκειται για ένα απλό υπολογιστικό σενάριο που χρειάζεται σίγουρα αναλυτική οικονομική μελέτη.

Σε αυτό δεν συμπεριλαμβάνονται οι πρόσθετες θέσεις εκπαιδευτικού και διοικητικού προσωπικού, οι νέες υποδομές, οι ανακαινίσεις κατοικιών, η φοιτητική στέγαση, οι επισκέψεις συγγενών και φίλων ή η αυξημένη ερευνητική δραστηριότητα.

Το βασικό μήνυμα είναι απλό: αντί να αναδιανέμουμε μόνο την οικονομική δραστηριότητα που ήδη υπάρχει στο εσωτερικό της χώρας, μπορούμε να δημιουργούμε λόγους ώστε νέοι άνθρωποι και νέο εισόδημα από το εξωτερικό να έρχονται και να παραμένουν για σημαντικό χρονικό διάστημα στον τόπο μας.

Το όφελος δεν θα περιοριστεί στη Θεσσαλονίκη. Ένας διεθνής φοιτητής θα γνωρίσει τη Χαλκιδική, την Πιερία, τις Σέρρες, την Ημαθία, την Πέλλα και το Κιλκίς. Θα επισκεφθεί επιχειρήσεις και παραγωγικές μονάδες, θα συμμετάσχει σε πρακτικές ασκήσεις, θα έρθει σε επαφή με τον πολιτισμό και τα προϊόντα της περιοχής.

Η Θεσσαλονίκη μπορεί να αποτελέσει την αιχμή της προσπάθειας ως Ευρωπαϊκή Φοιτητούπολη. Η ευρύτερη Κεντρική Μακεδονία μπορεί να εξελιχθεί σε Περιφέρεια Εκπαίδευσης και Γνώσης, με διαφορετικές εξειδικεύσεις ανά περιοχή και με σύνδεση της εκπαίδευσης με την παραγωγή, τον τουρισμό, την αγροδιατροφή και την τεχνολογία.

Το σημαντικότερο μακροπρόθεσμο όφελος, όμως, είναι ίσως το ανθρώπινο κεφάλαιο.

Ένας νέος που θα ζήσει τέσσερα ή πέντε χρόνια στη Θεσσαλονίκη θα γνωρίσει τα πανεπιστήμια, τα ερευνητικά κέντρα, τις επιχειρήσεις και το οικοσύστημα καινοτομίας της πόλης. Κάποιοι διεθνείς φοιτητές θα επιστρέψουν στις χώρες τους, διατηρώντας προσωπικούς και επαγγελματικούς δεσμούς με την περιοχή. Άλλοι μπορεί να συνεχίσουν σε μεταπτυχιακές ή διδακτορικές σπουδές, να εργαστούν ή να ιδρύσουν τη δική τους startup.

Ο φοιτητής που έρχεται σήμερα μπορεί να είναι ο επιστήμονας, ο ερευνητής, ο εργαζόμενος ή ο επιχειρηματίας που θα χρειάζεται αύριο η οικονομία μας.

Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία και για την προσέλκυση νέων επενδύσεων. Μια διεθνής επιχείρηση δεν εξετάζει μόνο τις υποδομές, τα κίνητρα και το κόστος εγκατάστασης. Θέλει να γνωρίζει εάν στην περιοχή υπάρχουν οι άνθρωποι και οι δεξιότητες που χρειάζεται για να αναπτυχθεί.

Γι’ αυτό θεωρώ ότι η εκπαίδευση, το ανθρώπινο δυναμικό, η έρευνα, η επιχειρηματικότητα και οι επενδύσεις αποτελούν κρίκους της ίδιας αναπτυξιακής αλυσίδας.

Για να λειτουργήσει, όμως, αυτή η στρατηγική, χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο περιβάλλον υποδοχής. Απαιτούνται επαρκείς λύσεις φοιτητικής στέγασης, εύκολες και ψηφιακές διοικητικές διαδικασίες, σαφής πληροφόρηση στα αγγλικά, αξιόπιστες μετακινήσεις και ουσιαστική κοινωνική ένταξη των φοιτητών.

Χρειάζεται επίσης να εξετάσουμε περισσότερες ξενόγλωσσες επιλογές στην πρωτοβάθμια και στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Ένας ερευνητής, ένας Έλληνας επιστήμονας που επιστρέφει ή ένα υψηλόβαθμο στέλεχος διεθνούς επιχείρησης μπορεί να έρθει μαζί με την οικογένειά του. Για να επιλέξει την περιοχή, πρέπει να γνωρίζει ότι τα παιδιά του μπορούν να συνεχίσουν ομαλά την εκπαίδευσή τους.

Η διεθνής εκπαιδευτική στρατηγική δεν αφορά, επομένως, μόνο τον φοιτητή. Αφορά το συνολικό περιβάλλον μέσα στο οποίο ένας άνθρωπος μπορεί να σπουδάσει, να εργαστεί, να ζήσει και να δημιουργήσει.

Το πρώτο πρακτικό βήμα θα μπορούσε να είναι μια κοινή αποτύπωση: πόσα αγγλόφωνα προγράμματα και πόσες θέσεις διαθέτουμε σήμερα, ποια ιδρύματα μπορούν να αναπτύξουν νέες επιλογές, σε ποιους τομείς υπάρχει διεθνής ζήτηση και ποιες υποδομές χρειάζονται.

Στη συνέχεια, να συμφωνήσουμε σε ένα κοινό χρονοδιάγραμμα και να μετράμε κάθε χρόνο την πρόοδο: πόσα νέα προγράμματα εγκρίθηκαν, πόσες θέσεις δημιουργήθηκαν, πόσοι διεθνείς φοιτητές εγγράφηκαν και ποιο ήταν το πραγματικό οικονομικό και κοινωνικό αποτύπωμα.

Η πρόταση για 5.000 νέες αγγλόφωνες θέσεις σε δημόσια και μη κρατικά πανεπιστήμια είναι μια συγκεκριμένη αφετηρία. Δεν αποτελεί τη μοναδική αναπτυξιακή απάντηση για τη Θεσσαλονίκη. Μπορεί, όμως, να γίνει μια πρώτη μικρή και μετρήσιμη νίκη μέσα σε ένα ευρύτερο σχέδιο.

Οι μεγάλες υποδομές είναι απαραίτητες. Οι επενδύσεις και η τεχνολογία είναι απαραίτητες. Η αποτελεσματική δημόσια διοίκηση και ο ψηφιακός μετασχηματισμός είναι επίσης απαραίτητα.

Όλα αυτά, όμως, χρειάζονται ανθρώπους.

Και γι’ αυτό πιστεύω ότι η επένδυση στη γνώση και στην εκπαίδευση είναι μια επένδυση που δεν πάει χαμένη.

Η Θεσσαλονίκη έχει ήδη πολλές από τις προϋποθέσεις. Αυτό που χρειάζεται τώρα είναι να ανοίξουμε έναν οργανωμένο διάλογο, να συμφωνήσουμε σε έναν κοινό στόχο και να αρχίσουμε να τον μετατρέπουμε σε πραγματικές εκπαιδευτικές θέσεις, πραγματικούς φοιτητές και πραγματικές ευκαιρίες για την οικονομία της πόλης και ολόκληρης της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας.

* Ο Δρ. Νικόλαος Τζόλλας είναι αντιπεριφερειάρχης Ψηφιακής Διακυβέρνησης της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας.

Πηγή άρθρου: ΑΠΕ-ΜΠΕ