
Πηγή Εικόνας: hamonazaryan1 from PixabayΔημοσιονομική πειθαρχία και πολιτική σταθερότητα αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για να προσελκύσει η Ελλάδα περισσότερες επενδύσεις, σύμφωνα με όσα ανέφερε σήμερα ο πρόεδρος του ΣΕΒ, Σπύρος Θεοδωρόπουλος, κατά τη διάρκεια συζήτησης με τον Γιώργο Παπαδημητρίου, διευθύνοντα σύμβουλο της ΕΥ Ελλάδος, στο πλαίσιο της παρουσίασης των αποτελεσμάτων της έρευνας EY Attractiveness Survey Ελλάδα 2026.
Σύμφωνα με τον κ. Θεοδωρόπουλο, η Ελλάδα βρίσκεται σε πορεία ανάκαμψης, αλλά έχει ακόμα πολλά θέματα να λύσει. «Για να συνεχίσουμε, χρειάζονται τρεις προϋποθέσεις. Πρώτον, να προστατεύσουμε ως κόρη οφθαλμού τη δημοσιονομική πειθαρχία, που έχει βελτιώσει την εικόνα μας διεθνώς. Δεύτερον, να επενδύσουμε περισσότερο στην παραγωγή. Δεν έχουν όλες οι επενδύσεις το ίδιο πολλαπλασιαστικό όφελος για την οικονομία: οι παραγωγικές επενδύσεις δημιουργούν διαρκή οικονομική δραστηριότητα και θέσεις εργασίας. Και τρίτον, να διασφαλίσουμε πολιτική σταθερότητα, ανεξάρτητα από την κυβέρνηση που θα προκύψει από τις επόμενες εκλογές».
Ο Γιώργος Παπαδημητρίου, Διευθύνων Σύμβουλος της ΕΥ Ελλάδος, παρουσιάζοντας τα αποτελέσματα της έρευνας τόνισε ότι «για ακόμη μία χρονιά επιβεβαιώνει ότι η Ελλάδα διαθέτει τις προϋποθέσεις για να διεκδικήσει μια ακόμη ισχυρότερη θέση στον ευρωπαϊκό και διεθνή επενδυτικό χάρτη» και συμπλήρωσε: «Για να περάσουμε από την απλή προοπτική στην πραγματική αξία, και να κεφαλαιοποιήσει η χώρα τη θετική δυναμική που έχει αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια, ενισχύοντας περαιτέρω την ελκυστικότητά της, χρειάζονται ακριβείς κινήσεις, που θα μπορέσουν να λειτουργήσουν ως καταλύτης για τον παραγωγικό μετασχηματισμό της ελληνικής οικονομίας. Από την έμφαση σε τομείς προστιθέμενης αξίας, όπως η τεχνολογία και το λογισμικό, έως την εξασφάλιση της πρόσβασης σε ταλέντο με σύγχρονες δεξιότητες και την περαιτέρω ενίσχυση της ψηφιακής ανταγωνιστικότητας, η Ελλάδα μπορεί να συνεχίσει να κερδίζει την εμπιστοσύνη των ξένων επενδυτών, προσφέροντας σταθερότητα μέσα σε ένα περιβάλλον αβεβαιότητας και αλλαγών».
Η τελευταία έκδοση της έρευνας της ΕΥ Ελλάδος, EY Attractiveness Survey Ελλάδα 2026 καταγράφει αύξηση των επενδυτικών έργων, αλλά και βελτίωση σε κρίσιμους δείκτες για την ελκυστικότητα της Ελλάδας ως επενδυτικού προορισμού, καταγράφει. Τα ευρήματα αποκτούν ιδιαίτερη σημασία, καθώς καταγράφονται σε ένα περιβάλλον έντονων γεωπολιτικών αναταράξεων και συνεχιζόμενης υποχώρησης των άμεσων ξένων επενδύσεων (ΑΞΕ) σε παγκόσμιο και ευρωπαϊκό επίπεδο.
Την περασμένη χρονιά, σύμφωνα με τη βάση δεδομένων της EY, European Investment Monitor (EIM), που παρακολουθεί από το 2000 τον αριθμό των greenfield επενδύσεων που δημιουργούν νέες εγκαταστάσεις και θέσεις εργασίας, στην Ελλάδα καταγράφηκαν 47 επενδυτικά έργα. Αυτά, εμφανίζονται αυξημένα κατά 34% σε σχέση με το 2024, επιβεβαιώνοντας τη σταθερή ανοδική πορεία των άμεσων ξένων επενδύσεων στη χώρα, σε μία περίοδο όπου η επενδυτική δραστηριότητα στην Ευρώπη φθίνει (μείωση 7% το 2025 και 24% από το 2017, πανευρωπαϊκά). Αθροιστικά, για την Ελλάδα, οι επενδύσεις της τελευταίας πενταετίας αντιπροσωπεύουν το 45% των συνολικών greenfield ΑΞΕ που πραγματοποιήθηκαν από το 2000 στη χώρα.
Τα στοιχεία του ΕΙΜ επιβεβαιώνουν, επίσης, τη μετατόπιση των greenfield επενδύσεων προς δραστηριότητες και κλάδους υψηλότερης προστιθέμενης αξίας. Οι περισσότερες επενδύσεις κατευθύνθηκαν στις υπηρεσίες λογισμικού και πληροφορικής, καθώς και στις επαγγελματικές υπηρεσίες και τις υπηρεσίες προς επιχειρήσεις (23%), με παράλληλη αύξηση των επενδύσεων στις μεταφορές και logistics (21%) και στην αγροδιατροφή (9%).
Μάλιστα, το 55% των συμμετεχόντων στην έρευνα της EY, δήλωσαν ότι η επιχείρησή τους σχεδιάζει να αναπτύξει ή να επεκτείνει τις δραστηριότητές της στην Ελλάδα, στη διάρκεια του επόμενου χρόνου. Αυτό είναι και το υψηλότερο ποσοστό από την πρώτη χρονιά διεξαγωγής της έρευνας στη χώρα μας, το 2019.
Την ίδια στιγμή, 58% των ερωτώμενων δηλώνουν ότι η άποψή τους για την Ελλάδα ως ένα μέρος όπου η επιχείρησή τους μπορεί να αναπτύξει ή να επεκτείνει τις δραστηριότητές της, έχει βελτιωθεί στη διάρκεια του τελευταίου χρόνου, ενώ 68% αναμένουν ότι η ελκυστικότητα της χώρας θα βελτιωθεί τα επόμενα τρία χρόνια (63% το 2025). Συγχρόνως, 82% θεωρούν αποτελεσματική την πολιτική ελκυστικότητας της Ελλάδας στην προσέλκυση διεθνών επενδυτών -το ποσοστό παραμένει στο ίδιο επίπεδο με το 2025, το οποίο είναι και το υψηλότερο που έχει καταγράψει η έρευνα.
Ως βασικές δυνητικές απειλές για την ελκυστικότητα της Ελλάδας κατά την επόμενη τριετία, οι συμμετέχοντες αναδεικνύουν τις γεωπολιτικές εντάσεις ή και συγκρούσεις (34%) και τις μακροοικονομικές συνθήκες (31%). Παρά τους κινδύνους αυτούς, που αφορούν ολόκληρη την Ευρώπη, μόλις 22% των συμμετεχόντων δήλωσαν ότι οι επιχειρήσεις τους ανέβαλαν, ακύρωσαν ή περιόρισαν τα επενδυτικά σχέδιά τους, αισθητά μικρότερο ποσοστό από αυτό που κατέγραψε η ευρωπαϊκή έρευνα (34%).
Οι ερωτώμενοι ανέδειξαν ως βασικότερα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας τη γεωγραφική θέση (31%), την ποιότητα ζωής, την ασφάλεια, τη διαφορετικότητα και τον πολιτισμό (26%), και την πολιτική σταθερότητα (25%). Στον αντίποδα, ως σημαντικότερα σημεία προς βελτίωση ανέφεραν το ρυθμιστικό περιβάλλον (28%), το επίπεδο της καινοτομίας και της έρευνας και ανάπτυξης (26%) και το κόστος της ενέργειας (24%).
Βασικοί τομείς στους οποίους θα πρέπει να επικεντρωθεί η Ελλάδα, προκειμένου να διατηρήσει την ανταγωνιστική της θέση στην παγκόσμια οικονομία, αναδεικνύονται η βελτίωση του εκπαιδευτικού συστήματος και των δεξιοτήτων και η διευκόλυνση της πρόσβασης σε ταλέντο (30%), η υποστήριξη στρατηγικών κλάδων, όπως το Cleantech, το AI, η άμυνα και η τεχνολογία (30%) και οι επενδύσεις σε μεγάλα έργα υποδομών (26%).















