Πηγή Εικόνας: ΤΜΕΔΕ

Την ανάγκη να αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο σχεδιάζονται, αξιολογούνται και χρηματοδοτούνται οι κρίσιμες υποδομές υπογραμμίζει, σε συνέντευξή του στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, ο πρόεδρος του ΤΜΕΔΕ Κωνσταντίνος Μακέδος.

Με αφετηρία τις αυξανόμενες πιέσεις από την κλιματική αλλαγή και το υδατικό στρες, επισημαίνει ότι η συζήτηση για το νερό μετατοπίζεται από τη διαχείριση του φυσικού πόρου στη θωράκιση ολόκληρου του συστήματος. Τονίζει ότι απαιτείται ένα νέο μοντέλο χρηματοδότησης, με έμφαση όχι μόνο στα νέα έργα αλλά και στην αναβάθμιση, την ψηφιοποίηση και την παράταση της ζωής των υφιστάμενων δικτύων. Παράλληλα, αναδεικνύει τον διευρυμένο ρόλο του μηχανικού στον σχεδιασμό για ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας, καθώς και τη συμβολή του ΤΜΕΔΕ στη χρηματοδότηση και την εγγυοδοσία του τεχνικού κόσμου. Ως βασική προϋπόθεση θέτει, τέλος, τη μόνιμη συνεργασία Πολιτείας, διαχειριστών κρίσιμων υποδομών, μηχανικών και χρηματοδοτικού τομέα, ώστε οι επενδύσεις να μεταφράζονται σε μεγαλύτερη ασφάλεια και αξιοπιστία των υποδομών σε βάθος χρόνου.

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της συνέντευξης που παραχώρησε στο Αθηναϊκό – Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων και στον δημοσιογράφο Ηλία Παλιαλέξη, ο πρόεδρος του ΤΜΕΔΕ Κωνσταντίνος Μακέδος.

Ερ. Γιατί το ζήτημα του νερού βρίσκεται πλέον τόσο ψηλά στην ευρωπαϊκή ατζέντα;

Γιατί το νερό δεν είναι απλώς ένας φυσικός πόρος. Είναι ζωή και, ταυτόχρονα, βασική προϋπόθεση για τη λειτουργία της κοινωνίας και της οικονομίας. Οι υποδομές ύδρευσης και αποχέτευσης είναι υποδομές ζωτικής σημασίας. Από την απρόσκοπτη λειτουργία τους εξαρτώνται η δημόσια υγεία, η κοινωνική συνοχή, η παραγωγική δραστηριότητα και τελικά η ίδια η ασφάλεια μιας χώρας. Την ίδια στιγμή, η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με εντεινόμενες κλιματικές πιέσεις και υδατικό στρες. Γι’ αυτό και η συζήτηση μετατοπίζεται πλέον από τη διαχείριση του νερού στην ανθεκτικότητα ολόκληρου του συστήματος.

Ερ. Τι σημαίνει στην πράξη «ανθεκτικές υποδομές»;

Σημαίνει ότι δεν αρκεί να κατασκευάσουμε ένα τεχνικά άρτιο έργο. Πρέπει να σχεδιάσουμε ένα σύστημα που μπορεί να προλαμβάνει κινδύνους, να αντέχει σε μια κρίση, να προσαρμόζεται όταν αλλάζουν οι συνθήκες και να συνεχίζει να παρέχει την κρίσιμη υπηρεσία. Μπορεί να έχουμε ένα ισχυρό έργο και ταυτόχρονα ένα ευάλωτο σύστημα. Να διαθέτουμε σύγχρονες εγκαταστάσεις αλλά ανεπαρκή δεδομένα, τεχνολογία αλλά ελλιπή πρωτόκολλα, χρηματοδότηση, αλλά όχι ώριμες μελέτες. Η ανθεκτικότητα επομένως, δεν είναι ένα έργο. Είναι ιδιότητα ολόκληρου του συστήματος.

Ερ. Πώς αλλάζει αυτό τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να χρηματοδοτούμε τις υποδομές;

Η επόμενη γενιά υποδομών απαιτεί και μια νέα γενιά χρηματοδότησης. Μέχρι σήμερα η αξιολόγηση μιας επένδυσης επικεντρωνόταν κυρίως στο κόστος κατασκευής, στη βιωσιμότητα και στην ολοκλήρωση του έργου. Αυτό πλέον δεν επαρκεί. Πρέπει να μπορούμε να αποτιμούμε και την αξία της ανθεκτικότητας: ποιον κίνδυνο αποτρέπουμε, πόσο παρατείνουμε τη λειτουργική ζωή μιας υποδομής, πόσους πόρους εξοικονομούμε και πόση οικονομική δραστηριότητα προστατεύουμε σε μια κρίση. Η ανθεκτικότητα πρέπει σταδιακά να γίνει μετρήσιμο επενδυτικό χαρακτηριστικό.

Ερ. Άρα δεν μιλάμε μόνο για περισσότερες επενδύσεις;

Ακριβώς. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο πόσα κεφάλαια θα επενδύσουμε, αλλά πού θα κατευθύνουμε κάθε επενδυόμενο ευρώ ώστε να παράγει τη μεγαλύτερη δυνατή ανθεκτικότητα. Χρειαζόμαστε νέα έργα, αλλά ταυτόχρονα πρέπει να επενδύσουμε στην αναβάθμιση, στην ψηφιοποίηση και στην παράταση της λειτουργικής ζωής των υποδομών που ήδη διαθέτουμε. Η καλύτερη επένδυση δεν είναι πάντοτε το καινούργιο έργο. Είναι εκείνη που δημιουργεί τη μεγαλύτερη αξία και ασφάλεια σε βάθος χρόνου.

Ερ. Ποιος είναι σε αυτό το περιβάλλον ο ρόλος του μηχανικού;

Καθοριστικός και σημαντικά πιο σύνθετος από το παρελθόν. Ο μηχανικός του αύριο πρέπει να σχεδιάζει για την αβεβαιότητα: για διαφορετικά κλιματικά σενάρια, για νέες τεχνολογικές απαιτήσεις, αλλά και για τις αλληλεξαρτήσεις μεταξύ νερού, ενέργειας, τηλεπικοινωνιών και ψηφιακών συστημάτων. Σχεδιάζει σήμερα υποδομές που θα πρέπει να λειτουργούν για δεκαετίες σε ένα περιβάλλον που μεταβάλλεται με πολύ μεγαλύτερη ταχύτητα. Αυτό απαιτεί τεχνογνωσία, πρόσβαση των επιχειρήσεων σε κεφάλαια, εγγυοδοσία και ταχύτερη ωρίμανση των έργων.

Ερ. Και πού τοποθετείται το ΤΜΕΔΕ σε αυτή τη νέα πραγματικότητα;

Το ΤΜΕΔΕ οφείλει να είναι παρόν όχι μόνο ως φορέας που εγγυάται και χρηματοδοτεί τους μελετητές και τους κατασκευαστές, αλλά ως θεσμός που συμβάλλει στη δημιουργία ενός ισχυρότερου χρηματοδοτικού και εγγυοδοτικού οικοσυστήματος για τις υποδομές της επόμενης γενιάς. Χρειαζόμαστε έναν πολύ πιο ουσιαστικό και μόνιμο διάλογο ανάμεσα στην Πολιτεία, στους διαχειριστές κρίσιμων υποδομών, στους μηχανικούς και στον χρηματοδοτικό τομέα.

Ερ. Ποια θα πρέπει να είναι, λοιπόν, η άμεση προτεραιότητα;

Θα έθετα τρεις στόχους: να αποτιμούμε την ανθεκτικότητα των υποδομών πριν αυτές δοκιμαστούν από μια κρίση, να κατευθύνουμε περισσότερα κεφάλαια στην αναβάθμιση και την ψηφιοποίηση των υφιστάμενων δικτύων και να μετατρέψουμε τη συνεργασία από μια καλή πρακτική, σε μόνιμο μηχανισμό σχεδιασμού. Πρέπει να συνδέσουμε αποτελεσματικότερα τη γνώση με το έργο, το έργο με τη χρηματοδότηση και τη χρηματοδότηση με ένα σαφές αποτέλεσμα ανθεκτικότητας. Γιατί στο τέλος αυτό που καλούμαστε να διασφαλίσουμε είναι πολύ απλό: οι κρίσιμες υποδομές να είναι εκεί και να λειτουργούν όταν πραγματικά τις χρειαστούμε.