«Η μέση αύξηση βάσει αριθμού ασφαλισμένων διαμορφώνεται σε ποσοστό 7,49%, ενώ η μέση αύξηση βάσει αξίας καθαρών ασφαλίστρων ανέρχεται σε ποσοστό 8,20%. Την ίδια στιγμή, 56,13% των ασφαλισμένων εμφανίζει αύξηση άνω του 8%.

Συνεπώς, η αγορά παρουσιάζει συνολικά εικόνα συγκράτησης, αλλά όχι εικόνα πλήρους ισορροπίας».

Το παραπάνω υπογραμμίζεται από την Ανεξάρτητη Αρχή Ελέγχου της Αγοράς και Προστασίας του Καταναλωτή, μετά την επεξεργασία των στοιχείων από τις ασφαλιστικές εταιρείες για τα ασφάλιστρα υγείας.

Όπως αναφέρει η Αρχή σε ανακοίνωσή της, ανταποκρινόμενη στη δημόσια ανησυχία για τις αυξήσεις στα ασφάλιστρα υγείας και στην ανάγκη για περισσότερη διαφάνεια, ολοκλήρωσε την πρώτη συγκεντρωτική επεξεργασία των στοιχείων που υπέβαλαν οι ασφαλιστικές εταιρείες για τις αναπροσαρμογές του 2026 στα μακροχρόνια συμβόλαια υγείας.

Από την επεξεργασία των στοιχείων που απέστειλαν 11 ασφαλιστικές εταιρείες προκύπτει ότι το συνολικό δείγμα περιλαμβάνει 231.797 ασφαλισμένους με ενεργά μακροχρόνια συμβόλαια υγείας και καθαρά ασφάλιστρα βάσης 2025 ύψους 295,44 εκατ. ευρώ, προ φόρου ασφαλίστρων.

Ο μέσος όρος αύξησης για το 2026, όταν η στάθμιση γίνεται με βάση τον αριθμό των ασφαλισμένων, διαμορφώνεται σε ποσοστό 7,49%. Όταν όμως η στάθμιση γίνεται με βάση την αξία των ασφαλίστρων, δηλαδή με βάση το καθαρό οικονομικό βάρος πριν από τον φόρο ασφαλίστρων, ο μέσος όρος διαμορφώνεται σε ποσοστό 8,20%. Το εύρημα αυτό δείχνει ότι υπήρξε συνολικά προσπάθεια συγκράτησης των αυξήσεων.

Ταυτόχρονα, όμως, δείχνει ότι ένας απλός μέσος όρος δεν αρκεί για να αποτυπώσει πλήρως την επιβάρυνση των ασφαλισμένων. Η εικόνα πρέπει να εξετάζεται στο σύνολό της, λαμβάνοντας υπόψη και την αξία των ασφαλίστρων, το πρόγραμμα, το χαρτοφυλάκιο και την κατανομή των αυξήσεων.

Συγκεκριμένα, 130.119 ασφαλισμένοι, δηλαδή 56,13% του δείγματος, εμφανίζουν αύξηση άνω του 8%, ενώ 36.923 ασφαλισμένοι, δηλαδή 15,93%, εμφανίζουν αύξηση άνω του 9%.

Παράλληλα, σημαντικό μέρος των ασφαλισμένων κινείται σε χαμηλότερα επίπεδα αυξήσεων, συγκρατώντας τον συνολικό μέσο όρο. Συνεπώς, η αγορά δεν εμφανίζει ακραίο συνολικό μέσο όρο, αλλά παρουσιάζει σαφή ζητήματα κατανομής, τεκμηρίωσης και καθαρής εξήγησης των αυξήσεων.

Η ΑΑΕΑ&ΠΚ ευχαριστεί τις ασφαλιστικές εταιρείες για τη συνεργασία τους και για την παροχή αναλυτικών στοιχείων. Είναι η πρώτη φορά που συγκεντρώνεται, σε τέτοια έκταση, δομημένη πληροφόρηση για τα μακροχρόνια συμβόλαια υγείας, ανά εταιρεία, πρόγραμμα και χαρτοφυλάκιο. Η ανταπόκριση αυτή αποτελεί σημαντικό βήμα διαφάνειας και δημιουργεί κοινή βάση σύγκρισης, τεκμηριωμένου διαλόγου και ουσιαστικότερης ενημέρωσης των πολιτών.

Ωστόσο, η ανάλυση ανέδειξε και σημαντικές περιοχές που χρήζουν βελτίωσης.

Σε αρκετές περιπτώσεις, στην αιτιολόγηση των αυξήσεων δεν διαχωρίζεται με επαρκή σαφήνεια το νοσοκομειακό κόστος, η ηλικιακή μεταβολή, οι συμβατικοί όροι αναπροσαρμογής που είχαν συμφωνηθεί κατά τη σύναψη του συμβολαίου και οι λοιποί παράγοντες που επηρεάζουν την τελική επιβάρυνση του ασφαλισμένου.

Επιπρόσθετα, οι επιστολές ενημέρωσης των ασφαλισμένων δεν έχουν ενιαία μορφή και δεν περιλαμβάνουν πάντα, μέσα στο ίδιο έγγραφο, το παλαιό ασφάλιστρο, το νέο ασφάλιστρο, το ακριβές ποσοστό αύξησης, την ημερομηνία εφαρμογής και σαφή εξήγηση της βάσης

υπολογισμού.

Για την Αρχή, το ζήτημα δεν είναι μόνο πόσο αυξήθηκε ένα ασφάλιστρο αλλά αν ο ασφαλισμένος μπορεί να καταλάβει, χωρίς ειδικές γνώσεις και χωρίς να αναζητά πληροφορίες σε διάσπαρτες πηγές, τι αλλάζει στο δικό του συμβόλαιο, γιατί αλλάζει και ποιες επιλογές έχει.

Στο πλαίσιο αυτό, η ΑΑΕΑ&ΠΚ έχει ήδη ζητήσει από τις ασφαλιστικές εταιρείες συμπληρωματικά στοιχεία και πρόσθετη τεκμηρίωση, ιδίως για τα προγράμματα και τα χαρτοφυλάκια που εμφανίζουν υψηλότερες αυξήσεις ή σημαντική απόκλιση μεταξύ της αύξησης βάσει αριθμού ασφαλισμένων και της αύξησης βάσει αξίας ασφαλίστρων.

Παράλληλα, η Αρχή θεωρεί ως ελάχιστο πρότυπο διαφάνειας ότι η ενημέρωση κάθε ασφαλισμένου για αναπροσαρμογή ασφαλίστρου πρέπει να περιλαμβάνει, με καθαρή και απλή γλώσσα: το παλαιό ασφάλιστρο, το νέο ασφάλιστρο, το ακριβές ποσοστό αύξησης, την ημερομηνία εφαρμογής, τη διάκριση μεταξύ ηλικιακής μεταβολής και αναπροσαρμογής λόγω κόστους ή εμπειρίας χαρτοφυλακίου, σύνδεσμο στη δημόσια ανακοίνωση ανά ασφαλιστικό προϊόν και σαφή περιγραφή των επιλογών του ασφαλισμένου.

Η διαφάνεια δεν είναι αυτοσκοπός· είναι εργαλείο προστασίας του πολίτη και προϋπόθεση για μια αγορά που λειτουργεί με κανόνες, λογοδοσία και πραγματικό ανταγωνισμό. Στον ευαίσθητο χώρο της ιδιωτικής υγείας, το τελικό ασφάλιστρο επηρεάζεται από ολόκληρη την αλυσίδα κόστους: τις ασφαλιστικές εταιρείες, τις νοσοκομειακές χρεώσεις, το κόστος αποζημιώσεων, την χρήση υπηρεσιών υγείας και τους συμβατικούς όρους αναπροσαρμογής.

Η ΑΑΕΑ&ΠΚ θα συνεχίσει τη δράση της με συντονισμένες και πολυδιάστατες ενέργειες. Θα ζητήσει περισσότερα και πιο συγκρίσιμα στοιχεία, θα αναλύσει σε βάθος τους παράγοντες που διαμορφώνουν το κόστος, θα αναδείξει τυχόν αδικαιολόγητες αποκλίσεις και θα συνεργαστεί με τους αρμόδιους θεσμούς, ώστε η αγορά να κινείται με μεγαλύτερη διαφάνεια, καλύτερη τεκμηρίωση και ουσιαστικότερη προστασία του ασφαλισμένου.

Ο στόχος είναι καθαρός: να γνωρίζει ο πολίτης τι πληρώνει και γιατί το πληρώνει· να κινηθεί όλη η αλυσίδα κόστους με μεγαλύτερη λογοδοσία· να περιοριστούν τυχόν αδικαιολόγητες επιβαρύνσεις και να διαμορφωθούν συνθήκες για πιο δίκαια ασφάλιστρα, καλύτερη ποιότητα υπηρεσιών υγείας και μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στην αγορά.

Ανάλυση

Αναλυτικότερα αναφέρονται τα εξής στο τεχνικό σημείωμα:

Η μέση αύξηση βάσει αριθμού ασφαλισμένων, 7,49%, αποτυπώνει τι προκύπτει όταν κάθε ασφαλισμένος μετρά ως μία μονάδα. Η μέση αύξηση βάσει αξίας καθαρών ασφαλίστρων, 8,20%, δείχνει την επίπτωση όταν λαμβάνεται υπόψη το ύψος των ασφαλίστρων που καταβάλλονταν πριν από την αναπροσαρμογή.

Με απλά λόγια: το πρώτο ποσοστό δείχνει τη μέση αύξηση ανά ασφαλισμένο, ενώ το δεύτερο ποσοστό δείχνει πώς διαμορφώνεται η αύξηση όταν λαμβάνεται υπόψη το καθαρό οικονομικό βάρος των ασφαλίστρων, πριν από τον φόρο ασφαλίστρων.

Η μέση αύξηση για το 2026 διαμορφώνεται σε 7,49% όταν η στάθμιση γίνεται με βάση τον αριθμό των ασφαλισμένων. Όταν η στάθμιση γίνεται με βάση την αξία των καθαρών ασφαλίστρων, χωρίς φόρο ασφαλίστρων, η μέση αύξηση ανέρχεται σε 8,20%.

Η διαφορά αυτή δείχνει ότι η εικόνα της αγοράς πρέπει να εξετάζεται με δύο τρόπους: αφενός με βάση πόσοι ασφαλισμένοι επηρεάζονται και αφετέρου με βάση το

καθαρό οικονομικό βάρος των ασφαλίστρων πριν από τον φόρο ασφαλίστρων.

Κατανομή ασφαλισμένων ανά κλίμακα αυξήσεων ασφαλίστρων

Η κλίμακα αυξήσεων δείχνει ότι η συνολική εικόνα δεν μπορεί να περιγραφεί μόνο με έναν μέσο όρο. Περίπου 56,13% των ασφαλισμένων εμφανίζει αύξηση άνω του 8%. Ωστόσο, ο συνολικός μέσος όρος βάσει αριθμού ασφαλισμένων διαμορφώνεται σε 7,49%, επειδή ένα σημαντικό ποσοστό των ασφαλισμένων κινείται σε χαμηλότερα επίπεδα αυξήσεων, κυρίως μεταξύ 4% και 8%.

Συνεπώς, η αγορά δεν εμφανίζει συνολικά ακραίο μέσο όρο, αλλά εμφανίζει ζήτημα κατανομής καθώς πάνω από τους μισούς ασφαλισμένους βρίσκονται πάνω από το

επίπεδο αναφοράς του 8%, ενώ οι περισσότερες αυξήσεις άνω του 8% συγκεντρώνονται στο κλιμάκιο άνω του 8% έως 12%.

Σημειώνεται ότι το ποσοστό των ασφαλισμένων με αύξηση άνω του 9% παρατίθεται ως συμπληρωματικός δείκτης της ανάλυσης, βάσει των αναλυτικών στοιχείων που υποβλήθηκαν στην Αρχή.

Ευρήματα διαφάνειας ανά θεματική

– Πληρότητα προσωπικής οικονομικής πληροφόρησης

Η ενημέρωση δεν είναι ομοιόμορφη. Σε ορισμένες περιπτώσεις ο ασφαλισμένος βλέπει παλαιό και νέο ασφάλιστρο, ενώ σε άλλες περιπτώσεις δεν προκύπτει καθαρά

το ακριβές ποσοστό αύξησης ή η συνολική οικονομική επίπτωση στο δικό του συμβόλαιο.

Ελάχιστη απαίτηση διαφάνειας:

– παλαιό ασφάλιστρο

– νέο ασφάλιστρο

– διαφορά σε ευρώ

– ακριβές ποσοστό αύξηση

– ημερομηνία εφαρμογής

– Σαφήνεια αιτιολόγησης της αναπροσαρμογής

Οι επιστολές και οι τεκμηριώσεις δεν ακολουθούν ενιαίο επίπεδο ανάλυσης. Το κρίσιμο δεν είναι μόνο να αναφέρεται ένας παράγοντας, αλλά ο ασφαλισμένος να

καταλαβαίνει πώς συνδέεται με τη δική του αύξηση στο δικό του συμβόλαιο.

Ελάχιστη απαίτηση διαφάνειας:

– παράγοντες που οδήγησαν στην αύξηση

– γενικοί παράγοντες αγοράς

– παράγοντες που αφορούν το συγκεκριμένο πρόγραμμα ή χαρτοφυλάκιο

– ατομικά χαρακτηριστικά, όπως ηλικιακή μετάβαση, εφόσον εφαρμόζεται

– Διάκριση ηλικιακής μεταβολής, κόστους υγείας και συμβατικών όρων

Σε πολλές περιπτώσεις δεν διαχωρίζεται η ηλικιακή αναπροσαρμογή από την αναπροσαρμογή λόγω κόστους υγείας, νοσοκομειακών χρεώσεων, εμπειρίας

χαρτοφυλακίου ή συμβατικών όρων αναπροσαρμογής.

Ελάχιστη απαίτηση διαφάνειας:

– αλλαγή ηλικιακής κατηγορίας

– αύξηση κόστους νοσηλείας

– αύξηση συχνότητας χρήσης υπηρεσιών υγείας

– συμβατικοί όροι αναπροσαρμογής που ίσχυαν κατά τη σύναψη του συμβολαίου

– Δημόσια ανακοίνωση ανά προϊόν

Δεν προκύπτει με ενιαίο και πλήρως συγκρίσιμο τρόπο ότι κάθε ενημέρωση ασφαλισμένου περιλαμβάνει άμεσο σύνδεσμο προς τη δημόσια ανακοίνωση του

συγκεκριμένου προϊόντος.

Ελάχιστη απαίτηση διαφάνειας:
– ονομασία προϊόντος

– ποσοστό αναπροσαρμογής

– χρόνος έναρξης ισχύος

– βάση υπολογισμού της αναπροσαρμογής

– Καθαρή και κατανοητή γλώσσα

Η ενημέρωση πρέπει να είναι προσαρμοσμένη στον ασφαλισμένο, χωρίς να προϋποθέτει ειδικές γνώσεις. Τεχνικοί όροι πρέπει να εξηγούνται απλά και να συνδέονται

με την προσωπική οικονομική μεταβολή.

Ελάχιστη απαίτηση διαφάνειας:

– παλαιό ποσό

– νέο ποσό

– ποσοστό αύξησης

– ημερομηνία εφαρμογής

– σύντομη εξήγηση βασικών παραγόντων αύξησης

– Περιγραφή επιλογών του ασφαλισμένου

Η ενημέρωση πρέπει να καθιστά σαφές ποιες επιλογές έχει ο ασφαλισμένος μετά την αναπροσαρμογή.

Ελάχιστη απαίτηση διαφάνειας:

– πού ζητά διευκρινίσεις

– αν μπορεί να εξετάσει εναλλακτικό πρόγραμμα

– αν έχει δικαίωμα καταγγελίας ή τροποποίησης σύμφωνα με τους όρους του συμβολαίου

– σε ποιο σημείο επικοινωνίας απευθύνεται

– Συγκρισιμότητα στοιχείων μεταξύ εταιρειών

Η βασική αδυναμία είναι η έλλειψη ενιαίας μορφής. Ακόμη και όταν οι εταιρείες παρέχουν στοιχεία, δεν είναι πάντα άμεσα συγκρίσιμα.

Ελάχιστη απαίτηση διαφάνειας:

– επίπεδο ανάλυσης

– τρόπος παρουσίασης

– διάκριση παραγόντων κόστους

– αναφορά σε παλαιό και νέο ασφάλιστρο

– παράθεση ποσοστού αύξησης

– παραπομπή σε δημόσια ανακοίνωση

 

Προτεινόμενα επόμενα βήματα της Αρχής

– Ενιαίο πρότυπο ενημέρωσης ασφαλισμένου: να διαμορφωθεί πρότυπη φόρμα ενημέρωσης με όλα τα ελάχιστα στοιχεία διαφάνειας.

Ειδική τεκμηρίωση υψηλών αυξήσεων: να εξεταστούν κατά προτεραιότητα τα προγράμματα και υποχαρτοφυλάκια με αυξήσεις άνω του 9% και ιδίως άνω του 10%.

Ανάλυση αποκλίσεων μεταξύ αριθμού ασφαλισμένων και αξίας καθαρών ασφαλίστρων: να διερευνηθούν οι περιπτώσεις όπου η αύξηση βάσει αξίας καθαρών

ασφαλίστρων είναι σημαντικά υψηλότερη από την αύξηση βάσει αριθμού ασφαλισμένων.

– Διαφάνεια στην αλυσίδα κόστους ιδιωτικής υγείας: να επεκταθεί η ανάλυση στους παράγοντες που διαμορφώνουν το τελικό κόστος, συμπεριλαμβανομένων

νοσοκομειακών χρεώσεων, αποζημιώσεων και χρήσης υπηρεσιών υγείας.

– Θεσμικός συντονισμός: να υπάρξει συντονισμός με τους αρμόδιους θεσμούς, όπου απαιτείται, ώστε η τεχνική ανάλυση της Αρχής να ενισχύει τη διαφάνεια χωρίς

υπέρβαση θεσμικών αρμοδιοτήτων.

– Αρχές δημοσιοποίησης και προστασία ανταγωνισμού

Η δημοσιοποιούμενη ανάλυση περιλαμβάνει συγκεντρωτικά και ιστορικά στοιχεία αναπροσαρμογών που αφορούν ήδη εφαρμοσμένες μεταβολές και αποσκοπεί

αποκλειστικά στην ενημέρωση των καταναλωτών, την ενίσχυση της διαφάνειας και τη συγκρισιμότητα της πληροφόρησης.

Η δημόσια έκδοση δεν περιλαμβάνει μελλοντικές προθέσεις τιμολόγησης, επιχειρηματικά σχέδια, στοιχεία εμπορικής πολιτικής ή εξατομικευμένα οικονομικά στοιχεία ανά ασφαλιστική εταιρεία που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως βάση συντονισμού της αγοράς.

Η πλήρης τεχνική επεξεργασία των υποβληθέντων στοιχείων παραμένει στη διάθεση της Αρχής για θεσμική αξιοποίηση και, όπου απαιτείται, για διαβίβαση ή συζήτηση

με τους αρμόδιους θεσμούς.

Συμπέρασμα

Η μέση αύξηση βάσει αριθμού ασφαλισμένων διαμορφώνεται σε ποσοστό 7,49%, ενώ η μέση αύξηση βάσει αξίας καθαρών ασφαλίστρων ανέρχεται σε ποσοστό 8,20%. Την ίδια στιγμή, 56,13% των ασφαλισμένων εμφανίζει αύξηση άνω του 8%.

Συνεπώς, η αγορά παρουσιάζει συνολικά εικόνα συγκράτησης, αλλά όχι εικόνα πλήρους ισορροπίας. Η ανάλυση αναδεικνύει ζητήματα κατανομής των αυξήσεων, επαρκούς τεκμηρίωσης και καθαρής ενημέρωσης των ασφαλισμένων, τα οποία απαιτούν περαιτέρω παρακολούθηση και στοχευμένες παρεμβάσεις διαφάνειας.

Το βασικό συμπέρασμα της Αρχής είναι ότι το ζήτημα δεν είναι μόνο το ύψος της αύξησης. Ζήτημα αποτελεί και η δυνατότητα του ασφαλισμένου να καταλάβει τι αυξήθηκε, γιατί αυξήθηκε, με ποια βάση υπολογίστηκε και ποιες επιλογές έχει.

Η επόμενη φάση πρέπει να επικεντρωθεί σε τρεις κατευθύνσεις:

Α. περισσότερα συγκρίσιμα στοιχεία,

Β. πληρέστερη και σαφέστερη ενημέρωση των ασφαλισμένων και

Γ. τεκμηριωμένη ανάλυση της ευρύτερης αλυσίδας κόστους της ιδιωτικής υγείας.

Η διαφάνεια πρέπει να περάσει από τη γενική δήλωση στη συγκεκριμένη πληροφορία: ανά προϊόν, ανά πρόγραμμα, ανά ασφαλισμένο και ανά παράγοντα κόστους.