Πηγή Εικόνας: απε - μπε

Της Τέτης Ηγουμενίδη

Η κτηματογράφηση στην Ελλάδα, ένα έργο που ξεκίνησε το 1995 και εξελίχθηκε μέσα από τέσσερις διακριτές φάσεις, έχει απορροφήσει μέχρι σήμερα πόρους που ξεπερνούν το 1 δισ. ευρώ, ενώ εξακολουθεί να βρίσκεται σε εξέλιξη.

Σύμφωνα με έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου για το Κτηματολόγιο που δημοσιοποιήθηκε χθες το Κτηματολόγιο έχει προχωρήσει σημαντικά, ειδικά την τελευταία δεκαετία, αλλά εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις τόσο σε επιχειρησιακό όσο και σε θεσμικό επίπεδο, οι οποίες θα καθορίσουν την αποτελεσματική ολοκλήρωση και λειτουργία του τα επόμενα χρόνια.

Ειδικότερα, η έκθεση αποτυπώνει ένα σύνθετο πλέγμα δυσκολιών που επηρέασαν την πορεία της κτηματογράφησης. Στον πυρήνα τους βρίσκονται εγγενή χαρακτηριστικά της ελληνικής πραγματικότητας, όπως ο έντονος κατακερματισμός της γης, η εκτεταμένη εφαρμογή της χρησικτησίας και η έλλειψη σαφών και οριοθετημένων ιδιοκτησιών. Παράλληλα, χρόνιες θεσμικές αδυναμίες, όπως η καθυστέρηση στην ολοκλήρωση των δασικών χαρτών και η ελλιπής καταγραφή της δημόσιας περιουσίας, επιβάρυναν σημαντικά τη διαδικασία.

Σε αυτά προστέθηκαν οι συνεχείς διοικητικές αλλαγές στους αρμόδιους φορείς και οι αλλεπάλληλες νομοθετικές παρεμβάσεις, που δημιούργησαν ένα ασταθές πλαίσιο λειτουργίας. Οι συνθήκες αυτές, σε συνδυασμό με επιχειρησιακές δυσχέρειες, όπως η μη έγκαιρη παραχώρηση γραφείων κτηματογράφησης, η χαμηλή συμμετοχή των πολιτών κατά τη φάση υποβολής δηλώσεων, ο μεγάλος αριθμός ενστάσεων, η υποστελέχωση των υπηρεσιών και οι καθυστερήσεις στη χρηματοδότηση, συνέβαλαν στη συσσώρευση καθυστερήσεων.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται από το Ελεγκτικό Συνέδριο στη διαδικασία οριστικοποίησης των πρώτων εγγραφών, η οποία αναδεικνύεται ως η μεγαλύτερη πρόκληση για την επόμενη φάση λειτουργίας του Κτηματολογίου. Παρά τις νομοθετικές προβλέψεις που έχουν θεσπιστεί, η έκθεση επισημαίνει ότι η πρόωρη περαίωση της κτηματογράφησης σε πολλές περιοχές, χωρίς προηγούμενη εξέταση των αιτήσεων διόρθωσης, δημιουργεί συνθήκες αβεβαιότητας ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς και αυξάνει τον κίνδυνο δικαστικών διενέξεων.

Η επιτάχυνση της εξέτασης των υποθέσεων από τις Επιτροπές Εξέτασης Υποθέσεων Κτηματογράφησης αναδεικνύεται σε κρίσιμο παράγοντα για την αξιοπιστία του συστήματος. Αν και έχουν ήδη ληφθεί μέτρα και έχουν τεθεί συγκεκριμένοι στόχοι, το Ελεγκτικό Συνέδριο υπογραμμίζει την ανάγκη συστηματικής παρακολούθησης της προόδου και άμεσης λήψης συμπληρωματικών παρεμβάσεων, εφόσον διαπιστωθούν αποκλίσεις. Ταυτόχρονα, εκφράζεται προβληματισμός για την αυστηρότητα των συνεπειών που συνεπάγεται η άπρακτη παρέλευση των προθεσμιών, καθώς εκτιμάται ότι δεν συμβάλλει στην επίλυση των ουσιαστικών ζητημάτων και ενδέχεται να οδηγήσει σε αύξηση των προσφυγών στη Δικαιοσύνη.

Στο στάδιο λειτουργίας του Κτηματολογίου, παραμένουν σημαντικές εκκρεμότητες τόσο στην καταχώριση εγγραπτέων πράξεων όσο και στην εξέταση αντιρρήσεων. Η υποστελέχωση των υπηρεσιών, τόσο σε αριθμό όσο και σε εξειδίκευση, αναδεικνύεται σε βασικό παράγοντα καθυστερήσεων, καθώς σε αρκετά κτηματολογικά γραφεία και υποκαταστήματα απουσιάζουν κρίσιμες ειδικότητες. Επιπλέον, δεν έχει αξιοποιηθεί πλήρως το έμπειρο προσωπικό των υποθηκοφυλακείων, γεγονός που περιορίζει τη δυνατότητα επιτάχυνσης των διαδικασιών.

Παρά τα προβλήματα, θετικά αξιολογείται η πρόοδος που έχει επιτευχθεί στον τομέα της ψηφιοποίησης. Η υλοποίηση του έργου ψηφιοποίησης των αρχείων των υποθηκοφυλακείων εξελίσσεται με ικανοποιητικό ρυθμό, ενώ η ευρεία ψηφιοποίηση των διαδικασιών συμβάλλει στη βελτίωση της λειτουργίας του συστήματος. Η αξιοποίηση εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης έχει ήδη επιταχύνει επιμέρους διαδικασίες, ωστόσο επισημαίνεται η ανάγκη θέσπισης κατάλληλων δικλείδων ασφαλείας, ώστε να διασφαλίζεται η αναγκαία ανθρώπινη εποπτεία.

Σημαντικές παραμένουν και οι εκκρεμότητες στο θεσμικό πλαίσιο. Η έκθεση επισημαίνει νομοθετική ασάφεια ως προς τις συνέπειες της οριστικοποίησης ανακριβών πρώτων εγγραφών, ιδίως σε σχέση με το ενδεχόμενο πρωτότυπης κτήσης κυριότητας από τον ανακριβώς εγγεγραμμένο. Παράλληλα, κρίνεται αναγκαία η επανεξέταση του καθεστώτος αποζημιωτικής ευθύνης του Κτηματολογίου, ώστε να προσαρμοστεί στις ανάγκες του συστήματος που βρίσκεται πλέον σε φάση λειτουργίας.

Στο πλαίσιο αυτό, το Ελεγκτικό Συνέδριο διατυπώνει συγκεκριμένες συστάσεις προς το Ελληνικό Κτηματολόγιο, με βασικότερες την επιτάχυνση της διεκπεραίωσης των εκκρεμών υποθέσεων, την ενίσχυση της στελέχωσης μέσω ταχύτερων διαδικασιών προσλήψεων και τη θέσπιση σαφών κριτηρίων για την ιεράρχηση των αιτήσεων. Παράλληλα, εισηγείται παρεμβάσεις σε επίπεδο κανονιστικού πλαισίου, με στόχο την αποσαφήνιση κρίσιμων νομικών ζητημάτων και την ενίσχυση της ασφάλειας δικαίου.