Ως μια σημαντική μεταρρύθμιση κοινωνικής δικαιοσύνης που στηρίζεται από την πλειοψηφία της κοινής γνώμης, χαρακτήρισε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης το φορολογικό νομοσχέδιο κατά την ομιλία του σήμερα στη Βουλή και τόνισε ότι πρόκειται για ένα νομοσχέδιο που διακρίνεται και για τόλμη αλλά και για σύνεση, ενώ περιέγραψε έντεκα βασικές ρυθμίσεις, οι οποίες -όπως είπε- έχουν έναν σκοπό: “να κλείσουν τα «παραθυράκια» φοροδιαφυγής σε πολλά και διαφορετικά επίπεδα”.

Παράλληλα ο πρωθυπουργός τόνισε ότι είχε δεσμευθεί προεκλογικά ότι μέχρι το τέλος του 2023 η ελληνική οικονομία θα έχει κλείσει τον κύκλο των αναβαθμίσεων στην επενδυτική βαθμίδα από τους επενδυτικούς οίκους και με την πρόσφατη αναβάθμιση της Fitch τήρησε στο ακέραιο αυτή την υπόσχεση.

Αναφερόμενος στις ρυθμίσεις, είπε ότι αποκαθιστούν τη διαφάνεια των συναλλαγών, με τη βοήθεια πρωτίστως της τεχνολογίας, καταπολεμούν το λαθρεμπόριο, εμποδίζουν την διακίνηση μετρητών, συχνά άγνωστης προέλευσης, και διευρύνουν βέβαια με δίκαιο τρόπο τη βάση όσων συνεισφέρουν στα φορολογικά έσοδα. Μεταξύ των ρυθμίσεων περιλαμβάνονται η υποχρεωτική σύνδεση των POS με τις ταμειακές μηχανές, η κατάργηση των μετρητών στις αγορές ακινήτων και η ακύρωση των συμβολαίων των παρανομούντων, η χρήση της τεχνολογίας για την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής, η αυστηροποίηση των ποινών για λαθρεμπορία καυσίμων που περιλαμβάνουν και “σφράγισμα” επιχειρήσεων για δυο χρόνια, και η φορολόγηση της βραχυχρόνιας μίσθωσης ακινήτων.

Ο κ. Μητσοτάκης έκανε ιδιαίτερη μνεία στους ελεύθερους επαγγελματίες και τον τρόπο φορολόγησής τους ξεκινώντας από την παραδοχή ότι “σήμερα ο μέσος μισθωτός στη χώρα πληρώνει στο κράτος περισσότερα από όσα καταβάλλει το 85% των ελεύθερων επαγγελματιών”.

“Γιατί συμβαίνει αυτό;” αναρωτήθηκε ο πρωθυπουργός και προσέθεσε: “Γιατί οι μισοί από αυτούς δηλώνουν μηδενικά κέρδη. Επίσης, τρεις στους δέκα επικαλούνται ζημιές επί μία πενταετία και επτά στους δέκα εμφανίζουν έσοδα λιγότερα ακόμα από τον κατώτατο μισθό.

Σας ρωτώ, λοιπόν: είναι ή δεν είναι παράδοξο αυτό; Θα το πω καθαρά, είναι κάτι το οποίο όλοι μας μεταξύ μας το γνωρίζουμε, όλοι το συζητάμε, όλοι μπορεί να το ομολογήσουμε, κανείς όμως δεν έχει κάνει κάτι για να το θεραπεύσει και για πρώτη φορά έρχεται αυτή η κυβέρνηση και αντιμετωπίζει το πρόβλημα.

Βέβαια αυτή η στρέβλωση δεν επιβαρύνει μόνο εργαζόμενους, μισθωτούς, συνταξιούχους. Επιβαρύνει και τους ίδιους τους επαγγελματίες, αν αναλογιστείτε ότι μόλις το 4%, τέσσερις στους εκατό ελεύθερους επαγγελματίες, αυτοαπασχολούμενους, εισφέρουν τα μισά φορολογικά έσοδα από όσα πληρώνει το σύνολο αυτής της επαγγελματικής κατηγορίας”.

Ο πρωθυπουργός υπογράμμισε ότι γι΄αυτούς τους λόγους ο πυρήνας των νέων ρυθμίσεων γίνεται τώρα απολύτως σαφής: “ένας ελεύθερος επαγγελματίας να μην μπορεί να φορολογείται για εισοδήματα μικρότερα από αυτά που δηλώνει ένας υπάλληλος με τον βασικό μισθό. Αυτό είναι το ποσό το οποίο κρίνουμε ότι ουσιαστικά αντανακλά την ελάχιστη, προσέξτε, την ελάχιστη αξία της προσωπικής εργασίας”.

Ο κ. Μητσοτάκης αναφέρθηκε και στις πρόνοιες του νομοσχεδίου για ορισμένες κατηγορίες ελευθέρων επαγγελματιών και διευκρίνισε ότι με το νέο σύστημα υπολογίζεται ότι το 17% των επαγγελματιών θα καταβάλλει φόρο έως 1.000 ευρώ τον χρόνο, το 54% έως 3.000.

Και αναφορικά με τη συμμετοχή των ελεύθερων επαγγελματιών και αυτοαπασχολούμενων στα συνολικά έξοδα της χώρας ο πρωθυπουργός είπε βρίσκεται σήμερα ότι στο 0,8% του ΑΕΠ, την ώρα που ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι στο 2,1% του ΑΕΠ, και στόχος της κυβέρνησης είναι να φτάσουμε στο 1,1% του ΑΕΠ.

Ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε και σε μια άλλη παράμετρο του νομοσχεδίου που αφορά την φορολόγηση των ελεύθερων επαγγελματιών, εκτιμώντας ότι με την ρύθμιση αυτή εξοικονομούνται πόροι, περί τα 100 εκατομμύρια, από κοινωνικά επιδόματα ευπαθών.

Συγκεκριμένα ανέφερε ότι σήμερα “τα εισέπρατταν κατά πάσα πιθανότητα, θα έλεγα μάλλον με απόλυτη βεβαιότητα, αυτοί που δεν τα δικαιούνται: 21.000 ελεύθεροι επαγγελματίες είναι ταυτόχρονα δικαιούχοι του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος. Ενώ δηλώνουν, δηλαδή, ότι είναι ενεργοί εργαζόμενοι και επιχειρηματίες, την ίδια ώρα εμφανίζονται περίπου ως άποροι. Ελάτε να μου πείτε εσείς ότι αυτό είναι κάτι το οποίο είναι δίκαιο και πρέπει να διατηρηθεί” και προσέθεσε:

“Όλα, συνεπώς, αποδεικνύουν την ανάγκη αυτής της σημερινής μεταρρύθμισης. Πολύ περισσότερο καθώς, πέρα από τις εξαιρέσεις και την αναλογικότητά της, προβλέπεται και κάτι για το οποίο είχαμε δεσμευτεί προεκλογικά και το φέρνουμε μπροστά κατά ένα χρόνο, που δεν είναι άλλο από την κατάργηση του 50% του τέλους επιτηδεύματος. Ένα πρώτο αντιστάθμισμα και βέβαια υλοποίηση μιας προεκλογικής δέσμευσης, με προοπτική και το άλλο 50% να καταργηθεί σε ορίζοντα διετίας”.

 

Αναλυτικά η ομιλία του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στη Βουλή, στη συζήτηση για το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών με τίτλο «Μέτρα για τον περιορισμό της φοροδιαφυγής»

 

Ευχαριστώ πολύ, κ. Πρόεδρε. Καταρχάς να ευχηθώ, κ. Τσακαλώτε, κα Αχτσιόγλου, καλή αρχή στη «Νέα Αριστερά», στην 9η Κοινοβουλευτική Ομάδα αυτής της Βουλής, και προφανώς, κ. Πρόεδρε, το γεγονός ότι αυξανόμαστε και πληθαίνουμε αυξάνει και τις υποχρεώσεις που έχουμε συζητήσει πολλές φορές, να τηρούμε τους χρόνους, έτσι ώστε να μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι όλες οι απόψεις ακούγονται, με την επάρκεια που ο κοινοβουλευτικός διάλογος απαιτεί.

Κυρίες και κύριοι βουλευτές, από αυτό εδώ το βήμα τον περασμένο Ιούλιο, στις Προγραμματικές Δηλώσεις της κυβέρνησης, περιέγραφα τον πολυδιάστατο εκσυγχρονισμό της χώρας ως την κεντρική στρατηγική επιδίωξη της νέας μας θητείας.

Ένα πρόγραμμα φιλόδοξων μεταρρυθμίσεων που θα αντιμετωπίζουν διαχρονικές παθογένειες και που θα βελτιώσουν την καθημερινότητα σε όλα τα πεδία, από την οικονομία, τη λειτουργία του κράτους και την άμυνα, μέχρι την υγεία, την παιδεία και την ασφάλεια του πολίτη.

Πρόκειται ακριβώς για την εφαρμογή του σχεδίου που αποτέλεσε, θυμίζω, την κεντρική προεκλογική δέσμευση της παράταξής μας: να οικοδομήσουμε δηλαδή όλοι μαζί μία πατρίδα παραγωγική, κοινωνική, πράσινη, ψηφιακή. Μία πατρίδα δίκαιη και ισχυρή, μία πατρίδα που δεν θα είναι ουραγός, αλλά θα πρωταγωνιστεί στην Ευρώπη.

Και για να συμβεί αυτό ένας είναι ο δρόμος: η αντιπαράθεση με τις στρεβλώσεις του παρελθόντος που εμποδίζουν τον εθνικό βηματισμό του μέλλοντος.

Ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας. Είμαι σε αυτή την αίθουσα 20 χρόνια, έχουμε συζητήσει πάρα πολλές φορές για την πληγή της φοροδιαφυγής, μια αντικοινωνική συμπεριφορά που όλοι συμφωνούμε ότι στερεί έσοδα από τα δημόσια ταμεία και όλοι συμφωνούμε, επίσης, ότι επιβαρύνει δυσανάλογα αυτούς οι οποίοι δεν μπορούν να αποκρύψουν εισοδήματα.

Αν λοιπόν μέχρι σήμερα, την πρώτη τετραετία, η κυβέρνησή μας και το οικονομικό επιτελείο εστίαζε στην ανακούφιση των πολιτών από τις υπέρογκες υποχρεώσεις που μας κληροδοτήθηκαν από μία διαφορετική οικονομική πολιτική, τώρα στη δεύτερη τετραετία έχει έρθει ο καιρός να κατανείμουμε τα φορολογικά βάρη πιο δίκαια και πιο ισορροπημένα, όπως ακριβώς επιτάσσει το Σύνταγμα.

Εξάλλου, μόνο έτσι θα μπορέσουμε να μειώσουμε κι άλλο τους φορολογικούς συντελεστές στην εργασία, στον Φόρο Προστιθέμενης Αξίας, Και μόνο έτσι μπορούμε να εξασφαλίσουμε περισσότερους πόρους για υποδομές, για γέφυρες, για δρόμους, για σύγχρονα νοσοκομεία, για σχολεία, για πανεπιστήμια.

Και μόνο έτσι θα μπορέσουμε να αυξήσουμε κι άλλο μισθούς και συντάξεις, να κρατήσουμε ψηλά την ετοιμότητα των Ενόπλων Δυνάμεων αλλά και να πυκνώσουμε το δίχτυ προστασίας των πιο ευάλωτων απέναντι στις έκτακτες δυσκολίες.

Αυτό, ξέρετε, είναι ένα βαθιά πολιτικό στοίχημα και σε αυτό το βαθιά πολιτικό στοίχημα απαντά το νομοσχέδιο του οποίου η συζήτηση ξεκινά σήμερα στην Ολομέλεια, αντιλαμβάνομαι με μεγάλο ενδιαφέρον από τους συναδέλφους οι οποίοι έχουν ήδη εγγραφεί στον κατάλογο των ομιλητών.

Ένα νομοσχέδιο το οποίο πιστεύω ότι διακρίνεται και για τόλμη αλλά και για σύνεση. Έντεκα βασικές ρυθμίσεις, οι οποίες έχουν έναν σκοπό: να κλείσουν τα «παραθυράκια» φοροδιαφυγής σε πολλά και διαφορετικά επίπεδα.

 

Αναφέρομαι σε αυτές τις 11 ρυθμίσεις επειδή -για λόγους που νομίζω ότι καταλαβαίνουμε όλοι- η συζήτηση έχει μονοπωληθεί από το ζήτημα του τεκμηρίου στους ελεύθερους επαγγελματίες.

Αξίζει όμως να αφιερώσουμε λίγο περισσότερο χρόνο σε αυτή τη συζήτηση εστιάζοντας στις υπόλοιπες 10 παρεμβάσεις. Νομίζω ότι από μόνες τους έχουν μία ξεχωριστή σημασία διότι αποκαθιστούν τη διαφάνεια των συναλλαγών, με τη βοήθεια πρωτίστως της τεχνολογίας, καταπολεμούν το λαθρεμπόριο, εμποδίζουν την διακίνηση μετρητών, συχνά άγνωστης προέλευσης, και διευρύνουν βέβαια με δίκαιο τρόπο τη βάση όσων συνεισφέρουν στα φορολογικά έσοδα.

Ουσιαστικά το νομοσχέδιο αυτό είναι ένα νομοσχέδιο το οποίο εκσυγχρονίζει τις σχέσεις του κράτους και του πολίτη, αφού επεκτείνει τις ηλεκτρονικές συναλλαγές ώστε έξοδα και έσοδα να μπορούν να καταγράφονται με έναν τρόπο αντικειμενικό. Συγκροτεί επίσης ένα πλαίσιο το οποίο παρεμβαίνει και σε νέα δεδομένα της εποχής, όπως οι βραχυχρόνιες μισθώσεις.

Κυρίως όμως, συνιστά μία σημαντική μεταρρύθμιση κοινωνικής δικαιοσύνης.

 

Έτσι, από τους πρώτους μήνες του 2024, όπως έχουμε δεσμευτεί, όλες οι ταμειακές μηχανές θα συνδεθούν με POS, τα οποία θα πρέπει να λειτουργήσουν πια υποχρεωτικά, προσέξτε, σε ολόκληρη τη λιανική.

Αυτό σημαίνει ότι τελειώνουν πια οι επιχειρήσεις δυο ταχυτήτων, τελειώνουν όμως ή περιορίζονται, θα έλεγα, γιατί θέλω να είμαι πολύ προσεκτικός, δεν θα με ακούσετε ποτέ να μιλάω για πάταξη της φοροδιαφυγής αλλά μόνο για περιορισμό της, έτσι περιορίζονται και οι πελάτες δύο δυνατοτήτων. Δυσκολεύει το ψευδεπίγραφο δίλημμα «με ή χωρίς απόδειξη» το οποίο τελικά επιβαρύνει όλους. Αρκεί να σκεφτούμε ότι κάθε χρόνο υπολογίζεται ότι στην πατρίδα μας δεν αποδίδεται ΦΠΑ που ξεπερνάει τα 4,5 δισεκατομμύρια ευρώ. Είναι ένα βαρύ κόστος το οποίο επωμίζεται ολόκληρη η κοινωνία. Θα έρθω στη συνέχεια πάλι στο ζήτημα του κενού ΦΠΑ και της βελτίωσης που έχουμε πετύχει, γιατί νομίζω ότι εκεί αντικατοπτρίζεται σε μεγάλο βαθμό η ήδη επιτυχημένη φορολογική μας πολιτική.

Παράλληλα οι εισπράξεις και οι δαπάνες των επιχειρήσεων θα αναρτώνται στην πλατφόρμα myDATA, μία πάρα πολύ σημαντική μεταρρύθμιση. Και με αυτή την διαδικασία εκείνοι που θα επιμένουν να «φουσκώνουν» τις υποχρεώσεις τους θα διαπιστώνουν ότι αυτές δεν θα εκπίπτουν πια με την ίδια ευκολία, όπως συμβαίνει μέχρι σήμερα. Και βέβαια, ανάλογο καμπανάκι θα χτυπά και στις αρχές όταν θα εντοπίζεται αναντιστοιχία μεταξύ αγορών, πωλήσεων και αποθεμάτων.

Από την άλλη πλευρά, θέλουμε να ενθαρρύνουμε τη στροφή στη φορολογική συνέπεια. Όσοι εφαρμόζουν, για παράδειγμα, έγκαιρα την ηλεκτρονική τιμολόγηση θα έχουν ταχύτερη επιστροφή φόρου και παραγραφή των ανοικτών τους υποθέσεων σε τρία χρόνια.

Ενώ θέλουμε να διευκολύνουμε και τις επιχειρήσεις να αποκτήσουν το λογισμικό το οποίο απαιτείται, υπεραποσβέσεις έως και 200% για εξοπλισμό, αυτό προσφέρεται κυρίως στις μικρές επιχειρήσεις οι οποίες και αυτές πρέπει να βοηθηθούν προκειμένου να κάνουν αυτό το αναγκαίο βήμα του ψηφιακού εκσυγχρονισμού.

Μιλάμε, συνεπώς, για μία συνεκτική πρωτοβουλία η οποία απλουστεύει και επιταχύνει τις συναλλαγές, με όπλο πάντα τη διαφάνεια της ψηφιακής τεχνολογίας.

Κι αν όλα αυτά ακούγονται κάπως τεχνικά, θα το ξαναπώ, είναι μέτρα τα οποία εξυγιαίνουν ολόκληρη την αλυσίδα της αγοράς και ήθελα να ακούσω με πολύ μεγάλη προσοχή πώς τοποθετείται η αντιπολίτευση -τώρα που παρήλθε και η συζήτηση περί αντισυνταγματικότητας- στα πιο πολλά άρθρα του νομοσχεδίου τα οποία ακριβώς αναφέρονται σε τέτοιου είδους παρεμβάσεις οι οποίες, θέλω να τονίσω, ήδη απέδειξαν τις δυνατότητές τους, καθώς το κενό ΦΠΑ έχει μειωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια σε μεγάλο βαθμό. Διότι καταφέραμε με οργανωμένες και καλά σχεδιασμένες πολιτικές να προωθήσουμε τις ηλεκτρονικές συναλλαγές.

Η τεχνολογία, λοιπόν, εδώ είναι ένας πραγματικός σύμμαχος σε αυτόν τον αγώνα για περισσότερη φορολογική δικαιοσύνη.

 

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, είπα και στην αρχή ότι οι προβλέψεις του νομοσχεδίου λειτουργούν σε πολλές κατευθύνσεις, ενώ παράλληλα ενισχύουμε και τις προσπάθειες μας για την καταπολέμηση του λαθρεμπορίου καυσίμων, σε επίπεδο ελέγχων αλλά και συνεπειών. ‘Αλλη μια πονεμένη ιστορία. Ας είμαστε ειλικρινείς μεταξύ μας, τουλάχιστον εμείς οι παλαιότεροι, πόσες φορές έχουμε συζητήσει για την ανάγκη να περιορίσουμε το λαθρεμπόριο των καυσίμων. Δυστυχώς τα αποτελέσματα δεν ήταν τα αναμενόμενα.

Γι’ αυτό πρέπει να επιμείνουμε και να είμαστε πιο αποτελεσματικοί, με πρώτο μέτρο την αυτόματη διακοπή της συνεργασίας κάθε εταιρείας που παρανομεί από τον κύκλο διακίνησης και εμπορίας του κλάδου.

Στο εξής, όποιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο εντοπίζεται θα παύει τη δραστηριότητά του για δύο χρόνια. Οι εγκαταστάσεις θα σφραγίζονται, ώστε να μην μπορούν να χρησιμοποιηθούν για προϊόντα που θα έχουν μετονομαστεί, αλλά και οι υπόλοιπες εταιρείες του κλάδου θα υποχρεούνται να ελέγχουν αν οι συνεργάτες τους έχουν σύστημα εισροών και εκροών.

 

Όμως, ξέρουμε καλά ότι η φοροδιαφυγή έχει αποδεχθεί μέχρι στιγμής Λερναία Ύδρα. Ένα από τα πολλά κεφάλια της παραμένει και η χρήση μετρητών από άγνωστες πηγές.

Γι’ αυτό και με την ψήφιση του νομοσχεδίου απαγορεύεται πια οποιαδήποτε αγορά ακινήτου με ρευστό, «χέρι-χέρι», όπως λέγεται.

Εξετάσαμε μαζί με το οικονομικό επιτελείο τα σχετικά στοιχεία. Δυστυχώς αυτή η πρακτική ακολουθείται σήμερα, πλήρως ή μερικώς, σε μία από τις τέσσερις αγοραπωλησίες που πραγματοποιούνται στην χώρα. Μιλάμε για εκατοντάδες εκατομμύρια, ενδεχομένως δισεκατομμύρια ευρώ, τα οποία διακινούνται σε τσάντες, βαλίτσες, χωρίς να γνωρίζει κανείς την προέλευσή τους.

Από εδώ και στο εξής το τίμημα θα καταβάλλεται αποκλειστικά μέσω τραπέζης. Κι αν κάποιοι επιμένουν σε βαλίτσες με ύποπτα χαρτονομίσματα, ας ξέρουν ένα: θα θεωρείται άκυρο όποιο συμβόλαιο καταγράφει προκαταβολή ή εξόφληση με μετρητά. Και με τους παραβάτες να τιμωρούνται επιπλέον με πρόστιμο ίσο με το 10% του ποσού το οποίο θα έχει καταβληθεί, φυσικά για μια συναλλαγή η οποία δεν θα ισχύσει ποτέ.

Διπλάσιο της αξίας θα είναι επίσης και το πρόστιμο για όσους πληρώνουν με μετρητά για προϊόντα και υπηρεσίες που ξεπερνούν τα 500 ευρώ.

Αλλά δεν αρκεί μόνο να κάνουμε τη χρήση μετρητών πιο δύσκολη για τους πολίτες -φαντάζομαι ότι συμφωνούμε στον πυρήνα αυτής της πολιτικής. Το ίδιο το κράτος πρέπει και αυτό να αλλάξει τη μέθοδο των πληρωμών του.

Το επόμενο διάστημα, λοιπόν, οι περισσότερες κοινωνικές και προνοιακές παροχές θα καταβάλλονται μόνο μέσω καρτών. Είναι ένα ακόμα μέτρο το οποίο, σε συνδυασμό με τη διασύνδεση των ταμειακών με τα POS και την επέκτασή τους σε όλη την αλυσίδα της λιανικής, θα περιορίσει τη διοχέτευση ρευστού προς και από την παραοικονομία.

Τέλος, υπάρχουν και πρόσφατα, καινούργια φαινόμενα στην οικονομική δραστηριότητα τα οποία το κράτος οφείλει να ρυθμίσει. Πολύ περισσότερο όταν αυτές οι δραστηριότητες ανταγωνίζονται συναφείς τομείς, όπως ο τουρισμός, όταν επηρεάζουν κοινωνικές ισορροπίες και την καθημερινότητα σε ολόκληρες γειτονιές. Αναφέρομαι βέβαια στη συνεχή επέκταση των βραχυχρόνιων μισθώσεων.

Σε αυτό το κεφάλαιο πρόθεσή μας και του οικονομικού επιτελείου είναι να ισορροπήσουμε ανάμεσα στη διευκόλυνση -απαραίτητη- χιλιάδων μικροϊδιοκτητών οι οποίοι μπορούν να διαθέσουν για κάποιο διάστημα το εξοχικό τους, ένα διαμέρισμα, συμπληρώνοντας νόμιμα το εισόδημά τους. Αυτή είναι μία οικονομική δραστηριότητα η οποία δεν θα εξαφανιστεί και στηρίζει πολύ ιδιοκτήτες ακινήτων. Από την άλλη, όμως, είναι χρέος της πολιτείας να καθορίσει κανόνες, ώστε αυτή η εξέλιξη των καιρών να μην μετατραπεί σε μία ξέφρενη κερδοσκοπία. Και, κυρίως, να μην μετατραπεί σε καλυμμένη επιχειρηματική δραστηριότητα.

Με αυτά λοιπόν τα κριτήρια, το νομοσχέδιο καλεί να καταβάλουν το μερίδιο που τους αναλογεί τους ιδιοκτήτες εκείνους που προσφέρουν παραπάνω από τρία ακίνητα σε βραχυχρόνια μίσθωση. Εδώ δεν συζητάμε πια να νοικιάζεις το σπίτι σου ή το εξοχικό σου. Εδώ μια συμπληρωματική οικονομική δραστηριότητα μετατρέπεται σε πρωτεύουσα επιχειρηματική δραστηριότητα.

Δεν τους απαγορεύεται αυτή η δραστηριότητα, όμως ορίζονται προϋποθέσεις: όσοι εκμεταλλεύονται πολλά ακίνητα πρέπει να κάνουν έναρξη επιχειρηματικής δραστηριότητας, πληρώνοντας δηλαδή εισφορές, ΦΠΑ, τέλος επιτηδεύματος, όπως ήδη κάνει ο κάθε ιδιοκτήτης μικρού ξενοδοχείου ή ενοικιαζόμενων καταλυμάτων.

Στο ίδιο πλαίσιο, εφόσον όλα τα διαμερίσματα μιας πολυκατοικίας -και έχουμε αρκετά τέτοια παραδείγματα- διατίθενται για βραχυχρόνια μίσθωση, τότε ευλόγως αυτή η πολυκατοικία θα πρέπει να θεωρείται τουριστικό κατάλυμα, για το οποίο προφανώς χρειάζεται ανάλογη άδεια και προφανώς θα ελέγχεται, όπως όλες οι συναφείς επιχειρήσεις.

Επειδή ακούσαμε αρκετές ενστάσεις περί δήθεν «κυνηγητού της μικροϊδιοκτησίας», πιστεύω ότι δεν έχουν θέση σε αυτή τη συζήτηση. Όπως είπα, η ρύθμιση αυτή αφορά μόνο ιδιοκτήτες αλλά και εταιρείες που εκμεταλλεύονται έναν μεγάλο αριθμό κατοικιών. Εκείνους που στην ουσία είναι επιχειρηματίες αλλά εμφανίζονται ως απλοί πολίτες, οι οποίοι τάχα θέλουν να νοικιάζουν τα σπίτια τους.

Για να το πω διαφορετικά, πρόκειται πιστεύω για μία ισορροπημένη τομή, που οριοθετεί έναν αρρύθμιστο χώρο, όπου μεταξύ άλλων παραμονεύει και εκτεταμένη φοροδιαφυγή.

 

Κυρίες και κύριοι βουλευτές, φτάνω έτσι στο κεφάλαιο που αφορά την πιο δίκαιη μέθοδο φορολόγησης των ελεύθερων επαγγελματιών και εδώ χαίρομαι γιατί πράγματι, κ. Υπουργέ, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, αναπτύχθηκε θεωρώ ένας γόνιμος και χρήσιμος δημόσιος διάλογος γύρω από το ζήτημα αυτό.

Έγιναν και σχετικές μετρήσεις της κοινής γνώμης, τις επικαλέστηκε και ο Υπουργός. Θετικό είναι πιστεύω ότι η πλειοψηφία της κοινής γνώμης στηρίζει τον πυρήνα του νομοσχεδίου, όπως εξίσου θετικό πιστεύω είναι ότι κατατέθηκαν και πάρα πολλά σχόλια στη δημόσια διαβούλευση, σχεδόν 3.000, πολλά από αυτά ενσωματώθηκαν στο νομοσχέδιο.

Ας ξεκινήσουμε όμως αυτή τη συζήτηση με μία αδιαμφισβήτητη παραδοχή: σήμερα ο μέσος μισθωτός στη χώρα πληρώνει στο κράτος περισσότερα από όσα καταβάλλει το 85% των ελεύθερων επαγγελματιών. Γιατί συμβαίνει αυτό; Γιατί οι μισοί από αυτούς δηλώνουν μηδενικά κέρδη. Επίσης, τρεις στους δέκα επικαλούνται ζημιές επί μία πενταετία και επτά στους δέκα εμφανίζουν έσοδα λιγότερα ακόμα από τον κατώτατο μισθό.

Σας ρωτώ, λοιπόν: είναι ή δεν είναι παράδοξο αυτό; Θα το πω καθαρά, είναι κάτι το οποίο όλοι μας μεταξύ μας το γνωρίζουμε, όλοι το συζητάμε, όλοι μπορεί να το ομολογήσουμε, κανείς όμως δεν έχει κάνει κάτι για να το θεραπεύσει και για πρώτη φορά έρχεται αυτή η κυβέρνηση και αντιμετωπίζει το πρόβλημα.

Βέβαια αυτή η στρέβλωση δεν επιβαρύνει μόνο εργαζόμενους, μισθωτούς, συνταξιούχους. Επιβαρύνει και τους ίδιους τους επαγγελματίες, αν αναλογιστείτε ότι μόλις το 4%, τέσσερις στους εκατό ελεύθερους επαγγελματίες, αυτοαπασχολούμενους, εισφέρουν τα μισά φορολογικά έσοδα από όσα πληρώνει το σύνολο αυτής της επαγγελματικής κατηγορίας.

Γι’ αυτό και ο πυρήνας των νέων ρυθμίσεων γίνεται τώρα απολύτως σαφής: ένας ελεύθερος επαγγελματίας να μην μπορεί να φορολογείται για εισοδήματα μικρότερα από αυτά που δηλώνει ένας υπάλληλος με τον βασικό μισθό. Αυτό είναι το ποσό το οποίο κρίνουμε ότι ουσιαστικά αντανακλά την ελάχιστη, προσέξτε, την ελάχιστη αξία της προσωπικής εργασίας.

Και, όπως ειπώθηκε αναλυτικά και από τον Υπουργό, αν συντρέχουν λόγοι για να παραμένει στο επάγγελμα ενώ μπορεί να παρουσιάζει ζημιές, έχει δικαίωμα να διεκδικήσει το δίκαιό του. Το τεκμήριο αυτό είναι, όπως έχει εξηγηθεί αναλυτικά, μαχητό.

Το ύψος βέβαια της τελικής εισφοράς θα καθορίζεται, ναι, και από τα έτη λειτουργίας, από το ύψος της μισθοδοσίας της επιχείρησης, από τον τζίρο της, με τρόπο μάλιστα πολύ πιο αναλογικό σε σχέση με την αρχική πρόταση του νομοσχεδίου. Πιστεύω ότι σε αυτό το σημείο σωστά ενσωματώθηκαν παρατηρήσεις οι οποίες έγιναν στη δημόσια διαβούλευση.

Όσον αφορά στις προσαυξήσεις που προκύπτουν, και αυτές τελικά -μην έχετε καμία αμφιβολία- θα αφορούν λιγοστές επιχειρήσεις. Εταιρείες δηλαδή οι οποίες αν και έχουν υψηλούς τζίρους, 200% ή 300% πάνω από τον μέσο όρο ομοειδών επιχειρήσεων, επιμένουν να δηλώνουν μηδενικό ή ελάχιστο καθαρό εισόδημα.

Και βέβαια να πω και κάτι: εγώ δεν καταλαβαίνω γιατί μια μεγάλη επιχείρηση, έχουμε τέτοιες επιχειρήσεις, με ένα εκατομμύριο τζίρο, θέλουν να εμφανίζονται ως προσωπικές, ενώ ως μεγαλύτερες, αν αποκτήσουν μια άλλη νομική μορφή, θα μπορούν να έχουν ακόμα χαμηλότερους φορολογικούς συντελεστές.

Σε αυτό το επιχείρημα θα πρέπει να απαντήσουν όσοι μας ασκούν κριτική για τις διατάξεις του νομοσχεδίου.

 

Επόμενο στοιχείο της παρέμβασης, θα το ξαναπώ, το είπε και ο Υπουργός, είναι ότι αυτή δεν είναι μια οριζόντια παρέμβαση. Οριζόντια παρέμβαση ήταν το τέλος επιτηδεύματος, το οποίο και αυτό κρίθηκε, επειδή παρακολούθησα την προηγούμενη συζήτηση, συνταγματικό.

Σωστά επιλέγουμε να μην κάνουμε μια οριζόντια παρέμβαση, διότι δεν μπορούμε να αντιμετωπίζουμε με τον ίδιο τρόπο μια ουσιαστικά εταιρεία με κύκλο εργασιών άνω του ενός εκατομμυρίου με έναν ελαιοχρωματιστή που μπορεί να βγάζει 20.000 το χρόνο. Ούτε να συγκρίνουμε έναν μεγαλογιατρό του Κολωνακίου με τον ιδιοκτήτη ενός καφενείου στην Ανάφη. Γι’ αυτό και απαλλάσσονται από το όριο βάσης αγρότες, αμειβόμενοι με δελτίο παροχής, επαγγελματίες με σοβαρή αναπηρία.

Παράλληλα, το τεκμαρτό εισόδημα μειώνεται στο μισό για απασχολούμενους σε μικρά χωριά και σε νησιά. Και βέβαια κλιμακώνεται για όσους ξεκινούν ή βρίσκονται στα πρώτα χρόνια της δραστηριότητάς τους.

Ακούσαμε πολλή κριτική και γι’ αυτό -και λογικό είναι. Ένας νέος δικηγόρος, ένας νέος μηχανικός χρειάζεται όντως κάποια χρόνια για να επενδύσει στη δουλειά του, για να χτίσει το γραφείο του, δεν προσδοκά κανείς άμεσα σημαντικά έσοδα όταν ξεκινά μία δουλειά.

Όμως, ακριβώς το νομοσχέδιο έρχεται και καλύπτει αυτή την ανάγκη, γιατί ουσιαστικά θα αρχίσουν να καταβάλλουν φόρο μόνο όταν η δουλειά τους θα έχει θεμελιωθεί και θα παράγει κέρδη. Αυτό προβλέπουν οι διατάξεις του νομοσχεδίου.

Μειωμένη θα είναι και η βάση φορολόγησης στους γονείς πολύτεκνων ή και μονογονεϊκών οικογενειών, σε όσους έχουν εξαρτημένα τέκνα με αναπηρία. Ενώ βέβαια και το τεκμαρτό εισόδημα δεν θα υπολογίζεται όταν προκύπτουν προφανείς αντιξοότητες -σε μεγάλες φυσικές καταστροφές για παράδειγμα, σε περιπτώσεις νοσηλείας, εγκυμοσύνης, στράτευσης- ακόμα και αν υπάρχουν ειδικές χρονικές συνθήκες λειτουργίας, όπως στα σχολικά κυλικεία, ενσωματώθηκε και αυτή η αλλαγή μετά τη διαβούλευση.

Ανάλογες προβλέψεις, τέλος, υπάρχουν για όσους ελεύθερους επαγγελματίες έχουν και παράλληλα έσοδα από μισθούς, συντάξεις ή από αγροτικές εργασίες.

Βλέπετε, λοιπόν, ότι αυτή η ρύθμιση είναι κάθε άλλο παρά οριζόντια. Όχι μόνο εξαιρεί ομάδες φορολογούμενων, αλλά αντιμετωπίζει με ευαισθησία, αντιμετωπίζει με αναλογικότητα κάθε περίπτωση που μπορεί να έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά.

 

Με άλλα λόγια, είναι μία πρόταση επεξεργασμένη, λεπτομερής, προσαρμοσμένη στην ελληνική πραγματικότητα. Στην αληθινή όμως, όχι στην παραπλανητική, επίπλαστη πραγματικότητα που προβάλλει σήμερα όποιος αντιτίθεται σε αυτή τη μεταρρύθμιση.

Αυτό το κόστος, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, της κοινωνικής δικαιοσύνης και του συλλογικού συμφέροντος, η κυβέρνηση αυτή το αναλαμβάνει, όπως ακριβώς είχε υποσχεθεί προεκλογικά.

Μας ασκήθηκε κριτική ότι αιφνιδιάσαμε και ότι δεν μιλήσαμε για τα θέματα αυτά στην προεκλογική περίοδο. Είναι λάθος. Όποιος είχε παρακολουθήσει όλες τις προεκλογικές μου ομιλίες και προεκλογικές συνεντεύξεις θα με είχε ακούσει να μιλάω συστηματικά για την ανάγκη καταπολέμησης της φοροδιαφυγής και για τη συσχέτιση της κατάργησης του τέλους επιτηδεύματος με τη βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης. Αυτά είπαμε προεκλογικά, αυτά κάνουμε μετεκλογικά.

Να δούμε και για ποια επιβάρυνση μιλάμε τελικά. Με το νέο σύστημα υπολογίζεται ότι το 17% των επαγγελματιών θα καταβάλλει φόρο έως 1.000 ευρώ τον χρόνο, το 54% έως 3.000. Και όσον αφορά την μεγάλη εικόνα, τη συμμετοχή των ελεύθερων επαγγελματιών και αυτοαπασχολούμενων στα συνολικά έξοδα της χώρας: πού βρίσκεται αυτή σήμερα; Στο 0,8% του ΑΕΠ. Ποιος είναι ο ευρωπαϊκός μέσος όρος; 2,1% του ΑΕΠ. Πού πηγαίνουμε; Στο 1,1% του ΑΕΠ. Κάνουμε ένα βήμα σύγκλισης. Στο μέλλον θα υπάρχει ακόμα περισσότερη δουλειά που θα πρέπει να γίνει.

 

Υπάρχει, όμως, και κάτι άλλο το οποίο πρέπει να γνωρίζουν οι Ελληνίδες και οι Έλληνες: με την ρύθμιση αυτή εξοικονομούνται πόροι, περί τα 100 εκατομμύρια. Από πού; Από κοινωνικά επιδόματα ευπαθών.

Είναι χρήματα τα οποία τώρα, θα βρουν τον αληθινό προορισμό τους. Σήμερα τα εισέπρατταν κατά πάσα πιθανότητα, θα έλεγα μάλλον με απόλυτη βεβαιότητα, αυτοί που δεν τα δικαιούνται: 21.000 ελεύθεροι επαγγελματίες είναι ταυτόχρονα δικαιούχοι του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος. Ενώ δηλώνουν, δηλαδή, ότι είναι ενεργοί εργαζόμενοι και επιχειρηματίες, την ίδια ώρα εμφανίζονται περίπου ως άποροι. Ελάτε να μου πείτε εσείς ότι αυτό είναι κάτι το οποίο είναι δίκαιο και πρέπει να διατηρηθεί.

Όλα, συνεπώς, αποδεικνύουν την ανάγκη αυτής της σημερινής μεταρρύθμισης. Πολύ περισσότερο καθώς, πέρα από τις εξαιρέσεις και την αναλογικότητά της, προβλέπεται και κάτι για το οποίο είχαμε δεσμευτεί προεκλογικά και το φέρνουμε μπροστά κατά ένα χρόνο, που δεν είναι άλλο από την κατάργηση του 50% του τέλους επιτηδεύματος. Ένα πρώτο αντιστάθμισμα και βέβαια υλοποίηση μιας προεκλογικής δέσμευσης, με προοπτική και το άλλο 50% να καταργηθεί σε ορίζοντα διετίας.

Δύο ακόμα χρήσιμα στοιχεία. Το ένα άκουσα να το αναφέρει και ο Υπουργός στην απάντησή του στη συζήτηση επί της αίτησης αντισυνταγματικότητας που κατατέθηκε από την αντιπολίτευση.

Δεν πρωτοτυπούμε. Θα το ξαναπώ: αντίστοιχα συστήματα προσδιορισμού του εισοδήματος αυτοαπασχολούμενων και ελεύθερων επαγγελματιών υπάρχουν σε χώρες με πιο προχωρημένη φορολογική διοίκηση από τη δική μας, όπως η Ιταλία, η Γαλλία ή το Βέλγιο.

Και το δεύτερο, το οποίο το θεωρώ ακόμα πιο σημαντικό: τα πρόσθετα έσοδα τα οποία θα προκύψουν για το Δημόσιο εκτιμούμε ότι θα ξεπεράσουν τα 550 εκατομμύρια ευρώ. Θα κατευθυνθούν στην υγεία και την παιδεία. Ένα συνολικό συλλογικό πλεόνασμα το οποίο επιστρέφει σε συλλογικές ανάγκες.

Αυτή ήταν πάντα η στόχευση της οικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης. Νομίζω τα αποτελέσματα είναι παραπάνω από ορατά.

Είχα δεσμευθεί προεκλογικά ότι μέχρι το τέλος του 2023 η ελληνική οικονομία θα έχει κλείσει τον κύκλο των αναβαθμίσεων στην επενδυτική βαθμίδα από τους επενδυτικούς οίκους και με την πρόσφατη αναβάθμιση της Fitch τήρησα στο ακέραιο αυτή την υπόσχεση.

Η ανεργία έπεσε για πρώτη φορά στο 9,6%, με τους ανέργους μας να περιορίζονται στους 454.000, 45.000 νέες θέσεις εργασίας να έχουν δημιουργηθεί μόνο μέσα στον Οκτώβριο. Στους δύο αυτούς δείκτες αποτυπώνεται και ο συνδυασμός της ανάπτυξης, με το μέρισμα αυτής της ανάπτυξης να έχει δικαιούχους σε ολόκληρη την ελληνική κοινωνία. Δίπλα ασφαλώς σε όσα έρχονται και τα οποία θα έχουμε την ευκαιρία να τα συζητήσουμε πολύ πιο αναλυτικά στη συζήτηση του προϋπολογισμού, η οποία θα ξεκινήσει σε δέκα ημέρες από τώρα.

Πρώτες αυξήσεις, μετά από παραπάνω από μία δεκαετία, σε 660.000 δημοσίους υπαλλήλους. Νέες αυξήσεις για 2,5 εκατομμύρια συνταξιούχους. Νέα αύξηση του βασικού μισθού τον Απρίλιο.

Θυμίζω επίσης τις νέες, ψηφισμένες φοροελαφρύνσεις, με πρώτη το μεγαλύτερο κατά 1.000 ευρώ αφορολόγητο σε 1,3 εκατομμύρια συμπολίτες μας με παιδιά, τον σταθερά χαμηλότερο ΦΠΑ πια στις συγκοινωνίες, σε πολιτισμό, σε αγαθά που συνδέονται με την υγεία.

Αυτές είναι μόνιμες παρεμβάσεις που ξεπερνούν το 1,6 δισ. ευρώ, χωρίς ταυτόχρονα να σταματούν και τα «αναχώματα» που η πολιτεία υψώνει στην ακρίβεια. Αναχώματα ιδίως υπέρ των πιο ευάλωτων. Ναι, πράγματι, ο παγκόσμιος πληθωρισμός φαίνεται στην Ευρώπη και την Ελλάδα να παρουσιάζει τάσεις ύφεσης. Μέχρι όμως το κύμα αυτό να εξαντληθεί, τα χαμηλά εισοδήματα θα στηρίζονται από την κυβέρνησή μας.

Αυτόν τον μήνα, πριν από τις γιορτές, 2,3 εκατομμύρια συμπολίτες μας θα λάβουν και πάλι έκτακτες ενισχύσεις που ξεπερνούν τα 350 εκατομμύρια ευρώ. Μιλώ για φτωχά νοικοκυριά με παιδιά, για δικαιούχους του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος, για χαμηλοσυνταξιούχους, για άτομα με αναπηρία.

Αν αθροιστούν οι παραπάνω αριθμοί, αν αθροιστούν και οι στόχοι τους, εύκολα διαπιστώνεται ότι η οικονομική πολιτική αυτής της κυβέρνησης, παρά τα όσα ισχυρίζεται η αντιπολίτευση, συντονίζεται με την κοινωνική μας πολιτική. Απευθύνεται τελικά στο σύνολο της ελληνικής κοινωνίας.

Το σημερινό νομοσχέδιο αποτελεί κατά συνέπεια μία κρίσιμη ψηφίδα αυτού του συνεκτικού σχεδίου, ώστε η συνολική ανάπτυξη να μετατρέπεται σε ατομική ευημερία για κάθε πολίτη, υπό την προϋπόθεση όμως και πάλι ότι η φοροδιαφυγή θα περιοριστεί και ότι ταυτόχρονα η φορολογική συνείδηση όλων θα βελτιωθεί.

Τον δρόμο αυτό για εμάς δείχνουν και τα αντικειμενικά στοιχεία. Τα έσοδα από τους άμεσους φόρους στην πατρίδα μας είναι μόλις το 8,5% του ΑΕΠ, ενώ στην Ευρώπη ο μέσος όρος είναι 13%. Στη χώρα μας περίπου το 15% του ΦΠΑ που πληρώνει ο καταναλωτής δεν αποδίδεται στο κράτος. Αυτοί είναι οι συσχετισμοί οι οποίοι πρέπει να αναστραφούν.

Μίλησα για το κενό ΦΠΑ, το βρήκαμε -και χρόνια πολλά, κ. Παππά- στο 23%, όταν μας παραδώσατε τη διακυβέρνηση το 2019. Έχει πέσει στο 15%. Η προοπτική μας και ο στόχος μας είναι να το πάμε στο 9%, που είναι ο ευρωπαϊκός μέσος όρος, έως το 2027.

Όσο για το επιχείρημα, το ακούω συνέχεια, ότι τάχα αυτές οι ρυθμίσεις στρέφονται κατά των μικρών, δήθεν αφήνοντας στο απυρόβλητο τους μεγάλους, αυτός ο ισχυρισμός απορρίπτεται από όποιον ασχοληθεί στοιχειωδώς να διαβάσει το νομοσχέδιο το οποίο συζητούμε σήμερα.

Ποιος είπε ότι τα ηλεκτρονικά στοιχεία, το myDATA, η αντιμετώπιση του λαθρεμπορίου καυσίμων, η διακίνηση μετρητών για αγορά ακινήτων, αυτά αφορούν τους μικρούς; Ποιος ισχυρίζεται ότι παράλληλα θα πάψουν να υφίστανται όλα τα άλλα μέσα τα οποία διαθέτουν πια οι φορολογικές αρχές, όπως οι διαρκείς διασταυρώσεις και οι έλεγχοι;

Και η αλήθεια είναι ότι η επανάσταση των μεγάλων δεδομένων και οι νέοι αλγόριθμοι που έχουμε στη διάθεσή μας, δίνουν τη δυνατότητα στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων να μπορεί να κάνει πολύ πιο στοχευμένους ελέγχους, με πολύ μεγαλύτερη ακρίβεια και να κατανέμει έτσι πολύ πιο αποτελεσματικά τις δυνάμεις της.

Γι΄ αυτό και θα το ξαναπώ: για να ευοδωθεί αυτή η μεγάλη εθνική προσπάθεια πρέπει πρώτα εμείς, οι πολιτικές δυνάμεις σε αυτή την αίθουσα, να πάψουμε να συμφωνούμε στις διακηρύξεις αλλά να διαφωνούμε μόλις κάποιος επιχειρεί αυτές τις διακηρύξεις να τις κάνει πράξη.

Πολιτική ευθύνη σημαίνει και πολιτικό θάρρος απέναντι σε οποιοδήποτε πολιτικό κόστος.

Τα όσα συζητούμε σήμερα πράγματι προσφέρονται για μία νέα αρχή, δίνοντας αύριο με την ψήφο μας ρητές απαντήσεις. Και εσείς όλοι θα πρέπει να δώσετε ρητές απαντήσεις σε συγκεκριμένες ερωτήσεις: πρέπει για όλες τις υπηρεσίες να κόβονται πραγματικές αποδείξεις; Τα έσοδα και τα έξοδα των επιχειρήσεων πρέπει ή δεν πρέπει να κατατίθενται ηλεκτρονικά; Να κλείνουν επιτέλους οριστικά όσοι κάνουν λαθρεμπόριο καυσίμων; Συμφωνείτε ή όχι να περιορίσουμε την κυκλοφορία του μαύρου χρήματος; Θέλουμε καθαρούς κανόνες στις βραχυχρόνιες μισθώσεις, ενισχύοντας τους μικροϊδιοκτήτες; Συμφωνούμε ότι αυτές δεν πρέπει να μετατραπούν σε μια «ζούγκλα» όπου θα κυριαρχούν τα μεγάλα επιχειρηματικά συμφέροντα; Είμαστε τελικά όλοι υπέρ της βάσης του κατώτατου μισθού, της αξίας της εργασίας, ώστε οι ελεύθεροι επαγγελματίες να συμμετέχουν στις κοινές υποχρεώσεις; Επιθυμούμε να έχουν δικαίωμα να ζητούν έλεγχο αν θεωρούν ότι το κράτος τους αδικεί; Και, τέλος, λέμε τελικά «ναι» ή «όχι» στην κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος ως αντιστάθμισμα για τις πολιτικές αυτές τις οποίες υλοποιούμε;

Θα περιμένω λοιπόν καθαρές θέσεις, μακριά από τις όποιες συνηθισμένες κολακείες και τα εύκολα συνθήματα. Όμως φοβάμαι ότι, δυστυχώς, συγκροτείται πάλι μια αντιπολίτευση του «όχι σε όλα και ναι στο τίποτα».

Ελπίζω ειλικρινά αυτή τη φορά, κ. Πρόεδρε, να διαψευστώ. Όχι γιατί αυτό είναι κάτι το οποίο θα μας ευνοούσε κομματικά, το αντίθετο. Όσο περισσότεροι πολεμάμε αυτές τις μεγάλες διαχρονικές παθογένειες, τόσο πιο εύκολα αυτές θα υποχωρήσουν.

Κλείνω γνωρίζοντας ότι αυτή η μάχη κατά της φοροδιαφυγής δεν θα είναι ούτε σύντομη, ούτε εύκολη, όπως και ότι η φορολογική δικαιοσύνη συνιστά τελικά μία διεκδίκηση διαρκείας. Αλλά είναι κάτι το οποίο βαθιά πιστεύω: η ισονομία απέναντι στους φόρους μάς βοηθά τελικά να μειώνουμε τους φόρους για όλους.

Θα επιμείνω, όμως, ότι και οι δύο αυτοί βραχίονες στηρίζουν τη συλλογική ανάπτυξη και την κοινωνική συνοχή, παράλληλους στόχους τους οποίους υπηρετεί και αυτό το νομοσχέδιο. Ένα σημαντικό βήμα προόδου το οποίο πραγματικά αξίζει να το κάνουμε όλοι μαζί.