Ευρωπαική Τράπεζα Επενδύσεων στο Λουξεμβούργο
Ευρωπαική Τράπεζα Επενδύσεων στο Λουξεμβούργο

Στις επενδύσεις ύψους δεκάδων δισεκατομμυρίων που θα πρέπει να υλοποιηθούν την επόμενη δεκαετία στην ενέργεια, εστιάζουν οι τράπεζες λόγω των μεγάλων χρηματοδοτικών αναγκών που θα προκύψουν. 

Σύμφωνα με εκτιμήσεις στελεχών του κατασκευαστικού και του τραπεζικού κλάδου, μόνο τα έργα για την αναβάθμιση της ενεργειακής απόδοσης κτηρίων και για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ) που πρέπει να γίνουν έως το 2030, θα πρέπει να επενδυθούν περίπου 20 δισ. ευρώ. 

Αν μάλιστα ληφθούν υπ’ όψιν και οι επενδύσεις που θα πρέπει να γίνουν στις υποδομές του ηλεκτρικού συστήματος και του δικτύου διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, το ποσό αναμένεται να υπερβεί τα 30 δισ. ευρώ. 

Οι μεγαλύτερες επενδύσεις της επόμενης δεκαετίας θα πρέπει να υλοποιηθούν σε κτήρια, δεδομένου ότι παράγουν το 75% της συνολικής ποσότητας διοξειδίου του άνθρακα, σύμφωνα με στοιχεία της ΕΕ. 

Μόνο για τη θέρμανση, την ψύξη και το φωτισμό των  δημόσιων υποδομών στην ΕΕ απαιτούνται 47 δισ. ευρώ το χρόνο. Στην Ελλάδα τα κτήρια παράγουν το 40% της συνολικής τελικής κατανάλωσης ενέργειας στη χώρα, επιβαρύνοντας την ατμόσφαιρα με ρύπους. 

Στο ίδιο επίπεδο, δηλαδή σε περίπου 9 δισ. ευρώ, εκτιμούν πηγές της αγοράς το ύψος των επενδύσεων που θα πρέπει να γίνουν σε ΑΠΕ, στο πλαίσιο και της απεξάρτησης από ορυκτά καύσιμα. 

Τα έργα ΑΠΕ μάλιστα παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον και από επενδυτικής απόψεως, δεδομένου ότι προσφέρουν αποδόσεις που κυμαίνονται κοντά στο 10%, την ώρα που τα επιτόκια παγκοσμίως είναι εξαιρετικά χαμηλά. 

Η υλοποίηση των επενδύσεων ενέργειας είναι απαραίτητη, προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι που έχουν τεθεί από την ΕΕ για το 2030, οι οποίοι περιγράφονται στο Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ) που εγκρίθηκε στο τέλος του 2019. 

Το ενδιαφέρον των τραπεζών

Την περασμένη εβδομάδα επισκέφθηκαν την Αθήνα ανώτατα στελέχη της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ), τα οποία τόνισαν ότι η χρηματοδότηση έργων καθαρής ενέργειας αποτελούν τη βασικότερη προτεραιότητα της τράπεζας. 

Στο τέλος Νοεμβρίου άλλωστε, το διοικητικό συμβούλιο της ΕΤΕπ, στο πλαίσιο της νέας χρηματοδοτικής πολιτικής στον τομέα της ενέργειας, από το 2020 όλες οι χρηματοδοτήσεις του ομίλου θα συνάδουν με τους στόχους της συμφωνίας των Παρισίων. Από το τέλος του 2021 η ΕΤΕπ θα σταματήσει να χρηματοδοτεί ενεργειακά έργα που σχετίζονται με ορυκτά καύσιμα.     

Σύμφωνα με αξιόπιστες πηγές, η ΕΤΕπ έχει εκφράσει ενδιαφέρον και για το πολύ σημαντικό έργο της ηλεκτρικής διασύνδεσης Αττικής – Κρήτης, το οποίο υλοποιείται από τον ΑΔΜΗΕ με κόστος που θα ανέλθει σε περίπου ένα δισ. ευρώ. Οι ίδιες πηγές αναφέρουν ότι έχουν ήδη διεξαχθεί συζητήσεις μεταξύ υψηλόβαθμων στελεχών της ευρωπαϊκής τράπεζας και της κυβέρνησης. 

Εκτός από την ΕΤΕπ, για το έργο έχουν ενδιαφερθεί έντονα οι ελληνικές συστημικές τράπεζες, οι οποίες από το 2018 έχουν προσφερθεί να καλύψουν τις χρηματοδοτικές ανάγκες του έργου που αναμένεται να ανέλθουν σε 600 εκατομμύρια ευρώ. Η πρόταση των ελληνικών τραπεζών στον ΑΔΜΗΕ έχει υποβληθεί με πρωτοβουλία της Εθνικής Τράπεζας και της Τράπεζας Πειραιώς. 

Στο πλαίσιο της νέας χρηματοδοτικής πολιτικής, η ΕΤΕπ αναμένεται να ενδιαφερθεί για την χρηματοδότηση επενδύσεων σε περιοχές στις οποίες θα σταματήσει η λειτουργία λιγνιτικών μονάδων. 

Στις περιοχές αυτές, κυρίως στη Μακεδονία και τη Μεγαλόπολη, η ΕΤΕπ θα εξετάσει το ενδεχόμενο χρηματοδότησης επενδύσεων ΑΠΕ και καθαρών μορφών ενέργειας που θα υποκαταστήσουν τις μονάδες λιγνίτη. Υπολογίζεται ότι το κόστος της απολιγνιτοποίησης, η οποία θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί έως το 2028, θα ανέλθει σε 4,4 δισ. ευρώ. 

Το έντονο ενδιαφέρον της ευρωπαϊκής τράπεζας για πράσινες επενδύσεις, όπως το έργο ηλεκτρικής διασύνδεσης Αττικής – Κρήτης, προκαλεί προβληματισμό στις ελληνικές τράπεζες. 

Όπως επισημαίνουν στο economix στελέχη των συστημικών τραπεζών, ο ρόλος της ΕΤΕπ θα πρέπει να είναι επικουρικός. «Αν η ΕΤΕπ χρηματοδοτήσει όλα τα μεγάλα έργα ενέργειας τότε εγείρεται το ερώτημα ποιος θα είναι ο ρόλος των ελληνικών τραπεζών», αναφέρουν χαρακτηριστικά. 

Η χρηματοδότηση αξιόπιστων επενδύσεων και ειδικά στον κλάδο της ενέργειας, αποτελεί τη βασική προτεραιότητα των συστημικών τραπεζών.