Πηγή Εικόνας: wal_172619 from Pixabay

Της Τέτης Ηγουμενίδη

Νέο μοντέλο χρηματοδότησης, μεγαλύτερη συμμετοχή ιδιωτικών κεφαλαίων και αυστηρότερη ιεράρχηση των έργων θα απαιτήσει η επόμενη ημέρα των υποδομών, καθώς το Ταμείο Ανάκαμψης ολοκληρώνεται και το επενδυτικό κενό παραμένει υψηλό.

Τα παραπάνω αποτέλεσαν τα βασικά θέματα που αναδείχθηκαν στο 9ο Συνέδριο Υποδομών και Μεταφορών – ITC 2026, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, όπου στελέχη της κυβέρνησης και των μεγάλων κατασκευαστικών ομίλων τοποθετήθηκαν για τη χρηματοδότηση και τις προτεραιότητες της επόμενης περιόδου.

Οι ανάγκες για νέα μεγάλα έργα υπολογίζονται σε 40 έως 50 δισ. ευρώ, ενώ το ετήσιο επενδυτικό κενό διαμορφώνεται σε 6 έως 8 δισ. ευρώ, σύμφωνα με τον διευθύνοντα σύμβουλο της Τέρνα (Όμιλος ΓΕΚ Τέρνα) Χρήστο Παναγιωτόπουλο.

Όπως ανέφερε στο συνέδριο, την περίοδο 2026–2030 βρίσκονται υπό εκτέλεση έργα περίπου 10 δισ. ευρώ, ενώ το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης είναι ύψους 23 δισ. ευρώ. Οι ιδιωτικές επενδύσεις, σύμφωνα με τον ίδιο, παραμένουν περίπου 4% έως 4,5% χαμηλότερα σε σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Το ζήτημα που επανήλθε σε αρκετές από τις παρεμβάσεις ήταν το πώς θα χρηματοδοτηθεί η επόμενη γενιά έργων. Ο υφυπουργός Υποδομών και Μεταφορών Νίκος Ταχιάος επισήμανε ότι οι εθνικοί πόροι είναι πεπερασμένοι και ότι πρέπει να εξαντληθούν οι δυνατότητες του επερχόμενου ΕΣΠΑ. Για τα ΣΔΙΤ σημείωσε ότι αποτελούν χρήσιμο εργαλείο, όχι όμως «φάρμακο δια πάσαν νόσον», ενώ για τις παραχωρήσεις τόνισε ότι απαιτούν και συμμετοχή εθνικών πόρων προκειμένου να είναι βιώσιμες.

Την εικόνα του χαρτοφυλακίου έργων του υπουργείου Υποδομών έδωσε ο γενικός γραμματέας Υποδομών Δημήτρης Αναγνώπουλος. Όπως ανέφερε, η συγχρηματοδότηση ανέρχεται σε 3,2 δισ. ευρώ και η εθνική χρηματοδότηση σε 1,8 δισ. ευρώ. Παράλληλα, τα έργα ΣΔΙΤ ξεπερνούν τα 2,8 δισ. ευρώ, ενώ σε περίπου 2,5 δισ. ευρώ ανέρχεται ο συνολικός προϋπολογισμός των έργων που έχουν ενταχθεί στο Ταμείο Ανάκαμψης.

Ο κ. Αναγνώπουλος υπογράμμισε ότι δεν υπάρχει ένα χρηματοδοτικό εργαλείο κατάλληλο για όλες τις περιπτώσεις. Έργα χωρίς δυνατότητα δημιουργίας εσόδων μπορεί να απαιτούν αμιγώς δημόσια χρηματοδότηση, ενώ για άλλα μπορούν να αξιοποιηθούν ΣΔΙΤ και παραχωρήσεις. Βασικό κριτήριο, όπως είπε, είναι η ωριμότητα και η τεχνική εφικτότητα κάθε έργου.

Για το πρόγραμμα «Μεταφορές» του ΕΣΠΑ 2021–2027, ο γενικός γραμματέας Διαχείρισης Τομεακών Προγραμμάτων ΕΤΠΑ, ΤΣ και ΕΚΤ Βασίλης Σιαδήμας ανέφερε ότι ο προϋπολογισμός του ανέρχεται σε 2,2 δισ. ευρώ, ενώ μέσω υπερδέσμευσης μπορούν να χρηματοδοτηθούν έργα έως 4,5 δισ. ευρώ. Οι εντάξεις έχουν φθάσει τα 2,9 δισ. ευρώ, οι νομικές δεσμεύσεις τα 2,4 δισ. ευρώ και οι δαπάνες περίπου τα 720 εκατ. ευρώ.

Οι εκπρόσωποι των κατασκευαστικών ομίλων έθεσαν από την πλευρά τους το ζήτημα της μεγαλύτερης κινητοποίησης ιδιωτικών κεφαλαίων.

Ο αντιπρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Μέτκα (όμιλος Metlen) Ντίνος Μπενρουμπή υποστήριξε ότι διαθέσιμη ρευστότητα υπάρχει στις ίδιες τις εταιρείες και τις μητρικές τους, στις τράπεζες, στην κεφαλαιαγορά και σε ιδιώτες επενδυτές. Σημείωσε επίσης ότι ο κατασκευαστής δεν περιορίζεται πλέον στην εκτέλεση, αλλά αναλαμβάνει και ρόλο επενδυτή, συντηρητή και λειτουργού.

Ως δεξαμενή νέων έργων ανέφερε κτιριακά ΣΔΙΤ ύψους 1,5 έως 1,8 δισ. ευρώ, σιδηροδρομικά έργα 1,2 δισ. ευρώ και περιβαλλοντικά ΣΔΙΤ άνω του 1 δισ. ευρώ, καθώς και τις επεκτάσεις της Αττικής Οδού και το Θήβα–Ελευσίνα.

Ο διευθύνων σύμβουλος της Aktor Κατασκευές και της Aktor Συμμετοχές Αναστάσιος Αρανίτης ζήτησε να ξεκινήσει άμεσα ο σχεδιασμός της επόμενης γενιάς μεγάλων έργων, με διαφορετικό μείγμα χρηματοδότησης και μεγαλύτερη συμμετοχή ιδιωτικών κεφαλαίων. Μεταξύ των επιλογών έθεσε την επέκταση υφιστάμενων παραχωρήσεων, με παραδείγματα τον Μορέα και τον ΒΟΑΚ.

Στην ανάγκη μακροπρόθεσμου σχεδιασμού στάθηκε ο εντεταλμένος σύμβουλος του Ομίλου Άβαξ Αντώνης Μιτζάλης, προτείνοντας κεντρικότερη παρακολούθηση της ωρίμανσης των έργων και καλύτερη ιεράρχηση των επενδυτικών προτεραιοτήτων, καθώς οι δυνατότητες δημόσιας χρηματοδότησης είναι περιορισμένες.

Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε και στα έργα νερού. Ο κ. Παναγιωτόπουλος ανέφερε ότι προτεραιότητα πρέπει να δοθεί σε αντιπλημμυρικά, αρδευτικά και κυρίως έργα αποθήκευσης.

Σύμφωνα με τον ειδικό γραμματέα Υδραυλικών Έργων και Κτιρίων Χαράλαμπο Μυγδάλη, εκτελούνται περισσότερα από 50 μεγάλα υδραυλικά έργα συνολικού προϋπολογισμού 1,2 δισ. ευρώ. Παράλληλα, 130 έργα συνολικού ύψους 2,8 δισ. ευρώ βρίσκονται στην τελική φάση αξιολόγησης, σύμφωνα με όσα ανέφερε η γενική γραμματέας Ενωσιακών Πόρων και Υποδομών Αργυρώ Ζέρβα.

Στη συζήτηση μπήκε και η συντήρηση των υφιστάμενων υποδομών. Ο πρόεδρος του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας Γιώργος Στασινός τόνισε ότι η συντήρηση των έργων μπορεί να μην «κόβει κορδέλες», είναι όμως κρίσιμη, ενώ ο κ. Παναγιωτόπουλος υποστήριξε ότι την ευθύνη συντήρησης θα πρέπει να έχει η εταιρεία που κατασκεύασε το έργο.

Η πίεση από το κόστος και οι ελλείψεις προσωπικού ήταν ακόμη ένα θέμα που τέθηκε από τον κλάδο. Ο κ. Παναγιωτόπουλος έκανε λόγο για αύξηση περίπου 30% στο κόστος υλικών και ενέργειας. Ο κ. Αρανίτης ζήτησε από την πλευρά του διάλογο με την Πολιτεία για τον επιμερισμό της επιβάρυνσης από την αύξηση των τιμών υλικών, ενέργειας, μεταφορών και εργασίας, ώστε τα έργα να μπορούν να ολοκληρώνονται χωρίς να καθίστανται ζημιογόνα.