

Του Γιώργου Οικονόμου, Προέδρου Λέσχης Φίλων Ελαιολάδου & Ελιάς «ΦΙΛΑΙΟΣ»
Στο ελαιόλαδο αξίζει ένα όραμα με ορίζοντα το μέλλον, που θα αντιμετωπίζει τις προκλήσεις και θα αξιοποιεί τις ευκαιρίες.
Αντίστοιχα, το δένδρο της ελιάς έχει διαμορφώσει τα μεσογειακά και ελληνικά τοπία και έχει επηρεάσει την καθημερινή ζωή, τις παραδόσεις και τον πολιτισμό μας, στοιχεία που αποτελούν αυτό που περιγράφεται συχνά ως «πολιτισμός της ελιάς».
Η χώρα μας κατέχει μια μοναδική θέση, με ιστορία και παράδοση στην ελαιοκαλλιέργεια και ο ελαιοκομικός της τομέας έχει στρατηγική σημασία ενώ αποτελεί μέρος της πολιτιστικής μας κληρονομιάς και των γαστρονομικών μας παραδόσεων.
Ας μην ξεχνάμε ότι υποστηρίζει αγροτικές κοινότητες και συμβάλλει σημαντικά στον κοινωνικοοικονομικό ιστό, σε περιοχές όπου υπάρχουν λίγες εναλλακτικές οικονομικές ευκαιρίες.
Για το λόγο αυτό θα πρέπει να αποτελεί μέλημα μας το πώς θα διασφαλίσουμε ότι οι αγρότες λαμβάνουν ένα πιο δίκαιο μερίδιο της προστιθέμενης αξίας ενός ποιοτικού αποτελέσματος .
Παράλληλα, οφείλουμε να εντρυφήσουμε στις προκλήσεις που επηρεάζουν τη γεωργία γενικότερα αλλά και στις στρατηγικές προοπτικές του ελαιοκομικού τομέα ώστε να διαμορφωθεί επιτέλους μια εθνική στρατηγική και ένας οδικός χάρτης ανάπτυξης.
Τα τρέχοντα οριζόντια προβλήματά του είναι:
-το αυξανόμενο κόστος παραγωγής,
-η αστάθεια τιμών,
-η κλιματική αλλαγή,
-τα παράσιτα και οι ασθένειες που κατά καιρούς δημιουργούν αρνητικές συνθήκες και
-η γήρανση του γεωργικού πληθυσμού.
Το ελαιόλαδο είναι ένα προϊόν υψηλής ποιότητας και ταυτόχρονα σύμβολο παράδοσης και τεχνογνωσίας. Οι καταναλωτές εκτιμούν αυτήν την ταυτότητα και είναι πρόθυμοι να πληρώσουν γι’ αυτήν. Επομένως, είναι προς το συμφέρον μας και οφείλουμε να προστατεύσουμε και να ενισχύσουμε αυτή τη φήμη.
Σημαντική επίσης είναι και η ευθύνη μας για παρακολούθηση και έλεγχο σε αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, στην ανάπτυξη του ρόλου των συνεταιρισμών στην υποστήριξη προωθητικών εκστρατειών για το ελληνικό ελαιόλαδο σε όλο τον κόσμο κλπ.
Μια ακόμα πρόκληση αποτελεί η ανάγκη ανανέωσης των γενεών. Πρέπει να διασφαλίσουμε ότι ο ελαιοκομικός τομέας μπορεί να προσελκύσει νεότερες γενιές, νέες ιδέες και νέα ενέργεια ώστε να μην εγκαταλείπονται ελαιώνες επειδή δεν θα υπάρχει κανείς να τους αναλάβει.
Ο εκσυγχρονισμός των ελαιώνων και η καθιέρωσή τους σε πιο αποδοτικούς, βιώσιμους και ανθεκτικούς πρέπει να είναι στα μελλοντικά σχέδια όλων μας.
Πρωτίστως θα πρέπει να αντιμετωπίζουμε τους κινδύνους από:
– την κλιματική αλλαγή που επηρεάζει τη σταθερότητα της παραγωγής, την συγκέντρωση σε ορισμένες περιοχές και τις τιμές παραγωγού,
– την έντονη αστάθεια των τιμών η οποία περιορίζει τη ζήτηση από τους καταναλωτές.
…και ταυτόχρονα να επωφεληθούμε από :
– την επιστημονική τεκμηρίωση της συμβολής του ελαιολάδου στην υγεία και τη διατροφή,
– την παγκόσμια επέκταση της μεσογειακής γαστρονομικής κουλτούρας,
– την διεύρυνση της ζήτησης για προϊόντα υψηλής ποιότητας και υψηλής αξίας.
– την διαρκή ανάπτυξη των αγορών στις ΗΠΑ, τη Βραζιλία και τις χώρες Ασίας-Ειρηνικού (Κίνα, Ινδία κλπ)
Συνοψίζοντας, τα κυριότερα θέματα που αντιμετωπίζει ο τομέας, είναι τα επόμενα:
1.Το ελληνικό ελαιόλαδο είναι ένα κορυφαίο προϊόν με αποτυχημένη ωστόσο εμπορική μεταφορά της αξίας του.
2.Η Ελλάδα παράγει διαχρονικά από τα υψηλότερα ποσοστά εξαιρετικού παρθένου ελαιολάδου στον κόσμο (της τάξεως του 70-80% της παραγωγής της), όμως ελέγχει μόλις περίπου το 3% του τυποποιημένου ελαιολάδου που διακινείται διεθνώς. Άρα, μόλις 3 στους 100 καταναλωτές παγκοσμίως αναγνωρίζουν ή επιλέγουν συνειδητά το ελληνικό ελαιόλαδο. Για ένα προϊόν που θέλουμε να λέγεται «εθνικό», αυτό συνιστά εθνική αποτυχία.
3.Ο μεγαλύτερος αντίπαλος του ελληνικού ελαιολάδου δεν είναι ο Ιταλός ή ο Ισπανός -είναι ο κακός του εαυτός.
4. Διαθέτουμε ένα «μεγάλο ταλέντο», αλλά δεν κάνουμε σχεδόν τίποτα από αυτά που μετατρέπουν ένα ταλέντο σε πρωταθλητή: βέλτιστες πρακτικές στο χωράφι, βέλτιστες πρακτικές στο ελαιοτριβείο, εκπαίδευση και -κυρίως- marketing και ταυτότητα.
Σημαντική υποχρέωση όλων μας είναι να βρούμε λύσεις στις επόμενες προκλήσεις και να τις αξιοποιήσουμε εθνικά:
1. Διαρθρωτική αδυναμία της παραγωγής: πολύ μικρός και κατακερματισμένος κλήρος (μέση εκμετάλλευση ~54 στρέμματα, λιγότερο από το 1/3 του ευρωπαϊκού μέσου όρου των ~171 στρ.·σχεδόν οι μισοί αγρότες κάτω από 20 στρ.), γερασμένο ανθρώπινο δυναμικό (πάνω από 200.000 αγρότες άνω των 65 ετών το 2023)και σχεδόν μηδενική κατάρτιση (το ~94% των αγροτών χωρίς καμία εκπαίδευση πέρα από την εμπειρία).
2. Χαμηλή τυποποίηση και απώλεια υπεραξίας: το 70-80% της παραγωγής εξάγεται χύμα, κυρίως προς την Ιταλία, που καρπώνεται την προστιθέμενη αξία. Ενδεικτική κλίμακα τιμών που τέθηκε: ~5 € /κιλό το χύμα, ~9 € το private label, ~14 € το επώνυμο brand.
3. Έλλειψη εθνικής στρατηγικής και συντονισμού: απουσία κοινού οράματος, αλλαγή κατεύθυνσης με κάθε αλλαγή υπουργού, κατακερματισμός φορέων και ιστορική αντιπαλότητα συνεταιριστικού- ιδιωτικού τομέα. Δεν υπάρχει ελληνικό μοντέλο, αντίστοιχο του ισπανικού μηχανισμού προώθησης.
4. Κλιματική κρίση & κόστος: η Μεσόγειος πλήττεται πρώτη και εντονότερα· ξηρασία, ακραία φαινόμενα και αυξημένο κόστος (λιπάσματα, ενέργεια, εργατικά) συμπιέζουν το εισόδημα του παραγωγού.
5. Αβεβαιότητα πολιτικής (Νέα ΚΑΠ 2028-2034): κατάργηση του δεσμευμένου προϋπολογισμού των Οργανώσεων Ελαιουργικών Φορέων και δραστική μείωση της στήριξης των Οργανώσεων Παραγωγών (από έως ~30% σε ~4,1-5% της αξίας παραγωγής), με κίνδυνο ασυνέχειας το 2028.
6. Παραπληροφόρηση & παρεξήγηση του προϊόντος: μύθοι ότι το ελαιόλαδο «παχαίνει» ή «είναι βαρύ», ανεξέλεγκτη επικοινωνία από Social Media, influencers και άγνοια των επιστημονικά τεκμηριωμένων ισχυρισμών υγείας (EFSA Health Claim από το 2011).
Συμπερασματικά, ας μην ξεχνάμε τα επόμενα:
1.Το πρόβλημα στον τομέα είναι συστημικό και όχι μεμονωμένο. Οι παθογένειες (κλήρος, ηλικία, εκπαίδευση, τεχνολογία, κόστος, κλίμα) είναι αλληλοσυνδεδεμένες· καμία αποσπασματική πολιτική δεν αποδίδει. Απαιτείται ένα ενιαίο εθνικό σχέδιο.
2.Η ποιότητα από μόνη της δεν αρκεί. Το προϊόν δεν είναι το περιεχόμενο της συσκευασίας· είναι το οικοσύστημα αξιών, ταυτότητας και εμπειρίας γύρω από αυτό. Ο δρόμος είναι μονόδρομος: ποιότητα – ταυτότητα – εξωστρέφεια.
3.Η εκπαίδευση είναι απαραίτητος, από τον παραγωγό και τον ελαιοτριβέα μέχρι τον επιχειρηματία και τον καταναλωτή.
4.Η συλλογικότητα είναι αναγκαία αλλά εύθραυστη. Οι Συνεταιρισμοί/Οργανώσεις Ελαιουργικών Φορέων είναι το κρίσιμο εργαλείο ανθεκτικότητας, όμως ο «σοβινισμός» μεταξύ σχημάτων υπονομεύει τις κοινές εξαγωγικές προσπάθειες.
5.Υπάρχει ώριμη ελληνική τεχνολογία και καινοτομία (ψηφιακή γεωργία, ψηφιακή δακοπαγίδα, biochar (βιοάνθρακας) /κυκλική οικονομία, μεταβολομική) που μπορεί να αλλάξει την εικόνα -αν φτάσει στο πεδίο με βιώσιμο κόστος.
6. Η νέα γενιά και η μεσογειακή διατροφή είναι τα μεγάλα ευνοϊκά ρεύματα. Ο καταναλωτής ευφυΐας» (Gen Z) ζητά ταυτόχρονα υγεία, γεύση και ηθική -και το ελαιόλαδο μπορεί να τα προσφέρει και τα τρία.
Η ανταλλαγή απόψεων και εμπειριών, αλλά και η διαμόρφωση κοινών προτάσεων για την ευρύτερη ανάπτυξη ενός προϊόντος όπως το ελαιόλαδο, που είναι βαθιά ριζωμένο στην ιστορία και την ταυτότητά μας είναι υποχρέωση όλων των εμπλεκόμενων φορέων αλλά και της πολιτείας η οποία οφείλει να τους ακούει μαζί με την επιστημονική κοινότητα ώστε να λάβει τα απαραίτητα και ενδεδειγμένα μέτρα συντονισμού και στήριξής του ελαιοκομικού τομέα και των προϊόντων του.















