Πηγή Εικόνας: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Η ΔΕΗ επανατοποθετείται στη Δυτική Μακεδονία ως ο μεγαλύτερος επενδυτής καθαρής και ευέλικτης ενέργειας, η λιγνιτική παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας έχει καταστεί ασύμφορη και η ελεγχόμενη ανατίναξη παλαιών εκσκαφέων στα κλειστά ορυχεία της βασίζεται στην απόλυτη προτεραιότητα που δίνει η ΔΕΗ στην ασφάλεια της ανθρώπινης ζωής.

Τις επισημάνσεις αυτές κάνει η επιχείρηση, σε εκτενή τοποθέτηση που δόθηκε σήμερα στη δημοσιότητα με αφορμή, όπως επισημαίνει, τις εργασίες για την αποκατάσταση εδαφών και την απόσυρση παροπλισμένων εκσκαφέων στο ορυχείο της Μαυροπηγής.

Ειδικότερα η ΔΕΗ ενημερώνει για τα εξής:

Για δεκαετίες, ο λιγνίτης αποτέλεσε τη ραχοκοκαλιά του ελληνικού συστήματος ηλεκτροπαραγωγής, προσφέροντας ενεργειακή αυτάρκεια και στηρίζοντας τη βιομηχανική ανάπτυξη της χώρας. Ωστόσο, η επίκληση του λιγνίτη ως «εθνικού καυσίμου» στη σημερινή εποχή αγνοεί τη σκληρή οικονομική και περιβαλλοντική πραγματικότητα. Η παραγωγή ενέργειας από λιγνίτη έχει καταστεί πλέον εξαιρετικά ασύμφορη, κυρίως λόγω του κόστους των δικαιωμάτων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. Το κόστος αυτό δεν αποτελεί μια αυθαίρετη εκτίμηση, αλλά προκύπτει από την τιμή των δικαιωμάτων ρύπων στην Ευρώπη με τον συντελεστή εκπομπών του ελληνικού λιγνίτη.

Λόγω των ποιοτικών χαρακτηριστικών του λιγνίτη σε συνδυασμό με το χαμηλό βαθμό φόρτισης των λιγνιτικών μονάδων, προκύπτει ειδική εκπομπή της τάξεως του 1,15 έως και 1,6 τόνοι CO2/MWhe. Με τη χρηματιστηριακή τιμή του CO2 να κινείται σταθερά στην περιοχή των 80 ευρώ ανά τόνο -και με σαφή τάση ανόδου προς τα 90 με 100 ευρώ- το κόστος των ρύπων μόνο για την κάλυψη των δικαιωμάτων CO2 διαμορφώνεται περίπου από 92Euro ανά MWh (περίπτωση Πτολεμαΐδας V ) και μπορεί να φτάσει έως τα 160Euro ανά MWh (για τις παλαιότερες μονάδες) όταν η μέση τιμή της χονδρικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας κινείται τους τελευταίους μήνες στα επίπεδα των 90 ευρώ.

Λαμβάνοντας υπόψη ότι το ειδικό κόστος λιγνίτη αυξάνεται δραματικά με τη μείωση της συμμετοχής λιγνίτη στο ενεργειακό μείγμα λόγω των ΑΠΕ, σε συνδυασμό με τα λοιπά λειτουργικά έξοδα (μισθοί, συντηρήσεις) και συνυπολογίζοντας και το κόστος εμπορίας δικαιωμάτων CO2, το συνολικό κόστος παραγωγής ενέργειας από λιγνίτη αυξάνεται σε τέτοιο επίπεδο που καθίσταται μη ανταγωνιστικό. Αυτή η μεγάλη οικονομική επιβάρυνση θα μεταφερόταν αναπόφευκτα στους καταναλωτές, καθιστώντας τη διατήρηση των λιγνιτικών μονάδων μια οικονομικά επιζήμια επιλογή για την εθνική οικονομία. Ακόμα και η υπερσύγχρονη μονάδα «Πτολεμαΐδα V», η οποία σχεδιάστηκε με τις βέλτιστες διαθέσιμες τεχνολογίες, συμμετέχει ελάχιστα στην παραγωγή ενέργειας ακριβώς επειδή το κόστος λειτουργίας της την καθιστά μη ανταγωνιστική έναντι άλλων μέσων παραγωγής.

Παράλληλα, η προσέγγιση ότι οι λιγνιτικές μονάδες είναι απαραίτητες για τη σταθερότητα του συστήματος έχει ξεπεραστεί από την τεχνολογική εξέλιξη. Οι παλαιές θερμικές μονάδες, ως «μονάδες βάσης», χαρακτηρίζονται από εξαιρετική τεχνική δυσκαμψία, καθώς απαιτούν πολλές ώρες για να τεθούν σε λειτουργία ή να σβήσουν. Σε ένα σύγχρονο ενεργειακό μείγμα που κυριαρχείται από την καθαρή και φθηνή παραγωγή των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, το σύστημα χρειάζεται ευέλικτες μονάδες που μπορούν να ανταποκρίνονται ακαριαία στις αυξομειώσεις της ζήτησης και της παραγωγής. Η σταθερότητα του δικτύου δεν εξασφαλίζεται πλέον από τη συνεχή καύση λιγνίτη, αλλά από τον συνδυασμό της ευέλικτης παραγωγής και των σύγχρονων τεχνολογιών αποθήκευσης ενέργειας.

Για τον λόγο αυτό, η ΔΕΗ υλοποιεί ένα γιγαντιαίο πρόγραμμα πράσινης μετάβασης, αναπτύσσοντας ένα διαφοροποιημένο και ανθεκτικό χαρτοφυλάκιο που εστιάζει στην ευέλικτη παραγωγή και την αποθήκευση ενέργειας. Στον τομέα της αποθήκευσης, η εταιρεία πρωτοστατεί με την ανάπτυξη συστημάτων μπαταριών (BESS) υψηλής απόκρισης, τα οποία προσφέρουν άμεση εξισορρόπηση στο σύστημα, καθώς και με δύο εμβληματικά έργα αντλησιοταμίευσης στη Δυτική Μακεδονία, συγκεκριμένα στην Καρδιά και στο Νότιο Πεδίο, τα οποία λειτουργούν ως «φυσικοί συσσωρευτές» ενέργειας μακράς διάρκειας. Παράλληλα, οι επενδύσεις σε ευέλικτες μονάδες φυσικού αερίου εγγυώνται τη σταθερή και άμεση παροχή ισχύος σε περιόδους αιχμής, ενισχύοντας την ασφάλεια του συστήματος με σημαντικά μικρότερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα.

Η Αλήθεια για την Απόσυρση των Εκσκαφέων: Βιομηχανική Ασφάλεια, Κυκλική Οικονομία και Υπεύθυνη Διαχείριση:

Η ΔΕΗ στο πλαίσιο της προγραμματικής σύμβασης με τη ΜΕΤΑΒΑΣΗ Α.Ε. (που έχει εγκριθεί με νόμο), είναι υποχρεωμένη να προχωρήσει σε αποξήλωση και απομάκρυνση του οριστικά αποσυρόμενου και παλαιωμένου εξοπλισμού με σκοπό την απόδοση των εδαφών στη ΜΕΤΑΒΑΣΗ Α.Ε. Οι εν λόγω εκτάσεις θα αποδοθούν στο Ελληνικό Δημόσιο προς περαιτέρω αξιοποίηση.

Η ελεγχόμενη ανατίναξη των τριών παλαιών εκσκαφέων στα κλειστά ορυχεία της Πτολεμαΐδας αποτελεί μια αμιγώς επιχειρησιακή και τεχνική απόφαση, η οποία βασίζεται στην απόλυτη προτεραιότητα που δίνει η ΔΕΗ στην ασφάλεια της ανθρώπινης ζωής και την ορθή διαχείριση των παροπλισμένων βιομηχανικών της εγκαταστάσεων. Οι συγκεκριμένοι εκσκαφείς, μετά από δεκαετίες λειτουργίας σε αντίξοες συνθήκες εξόρυξης, είχαν ολοκληρώσει τον κύκλο ζωής τους και παρουσίαζαν εκτεταμένη δομική κόπωση και διάβρωση των μεταλλικών τους στοιχείων, καθιστώντας τους στατικά ασταθείς.

Σημειώνεται ότι η απόσυρση των συγκεκριμένων μηχανημάτων, με δεδομένη την πρότερη λειτουργική τους κατάσταση, δεν επηρεάζει με κανένα τρόπο την τρέχουσα επιχειρησιακή και λειτουργική ικανότητα της ΔΕΗ αναφορικά με την εξόρυξη λιγνίτη.

Αξίζει να σημειωθεί ότι πρόκειται για εξοπλισμό ο οποίος, λόγω της παλαιότητάς του που ξεπερνάει τα 50 έτη και της κακής λειτουργικής κατάστασης, δεν προσελκύει το ενδιαφέρον δυνητικών αγοραστών (προμηθευτές παρόμοιου εξοπλισμού, άλλες ενεργειακές εταιρίες ή και ορυχεία) οι οποίοι ενδιαφέρονται είτε για μικρότερα μηχανήματα είτε για πολύ πιο νέα σε ηλικία για να μπορούν να αναβαθμιστούν και να εκσυγχρονιστούν.

Η αποσυναρμολόγηση αυτών των μεταλλικών δομών (μεγάλου ύψους και βάρους εκατοντάδων τόνων), δίχως την πρότερη καθαίρεσή τους, θα απαιτούσε την εργασία τεχνικού προσωπικού σε μεγάλο ύψος επάνω στις φθαρμένες αυτές υποδομές. Μια τέτοια μέθοδος θα εξέθετε τους εργαζόμενους σε υψηλό κίνδυνο εργατικού ατυχήματος. Αντίθετα, η μέθοδος της ελεγχόμενης κατεδάφισης με χρήση εκρηκτικών αποτελεί τη διεθνώς ενδεδειγμένη και ασφαλέστερη βιομηχανική πρακτική για την απόσυρση βαρέως εξοπλισμού ορυχείων που έχει τεθεί οριστικά εκτός λειτουργίας. Επιτρέπει την ελεγχόμενη και άμεση καθαίρεση, όπου πλέον οι εργασίες αποξήλωσης και ανακύκλωσης των μετάλλων μπορούν να πραγματοποιηθούν με ασφάλεια για το προσωπικό και τον περιβάλλοντα χώρο.

Υπογραμμίζεται ότι, στο πλαίσιο της κυκλικής οικονομίας, το σύνολο των υλικών και των εκατοντάδων τόνων μετάλλου από τους παροπλισμένους εκσκαφείς δεν καταστρέφεται άσκοπα, αλλά οδηγείται εξ ολοκλήρου για ανακύκλωση. Μέσα από πλήρως πιστοποιημένες και ελεγχόμενες βιομηχανικές διαδικασίες, τα παλαιά μέταλλα συλλέγονται, ταξινομούνται και προωθούνται στην αγορά ως πολύτιμη δευτερογενής πρώτη ύλη. Με αυτόν τον τρόπο, ελαχιστοποιείται το περιβαλλοντικό αποτύπωμα και διασφαλίζεται ότι κανένας πόρος δεν πάει χαμένος, μετατρέποντας τον παροπλισμένο εξοπλισμό του χθες σε χρήσιμο υλικό για τις ανάγκες της σύγχρονης βιομηχανίας.

Η υπεύθυνη αυτή διαχείριση των άχρηστων μεταλλικών δομών δεν συνιστά σε καμία περίπτωση υποβάθμιση ή απαξίωση της ιστορικής διαδρομής της περιοχής. Αντίθετα, η ΔΕΗ, αναγνωρίζοντας το βαθύ χρέος της απέναντι στην ιστορία της Δυτικής Μακεδονίας και στους ανθρώπους της που εργάστηκαν στα ορυχεία, σχεδιάζει τη δημιουργία ενός Μουσείου Βιομηχανικής Κληρονομιάς στην περιοχή της Πτολεμαΐδας, όπως έχει ήδη ανακοινωθεί από τον Απρίλιο του 2025 κατά την παρουσίαση του επενδυτικού πλάνου ύψους Euro5,75 δισ. για τον μετασχηματισμό της Δυτικής Μακεδονίας σε πράσινο ενεργειακό και τεχνολογικό κόμβο. Στο πλαίσιο αυτού του έργου, θα διατηρηθούν και θα αποκατασταθούν εμβληματικά βιομηχανικά κτίρια, πύργοι ψύξης, ιστορικές καμινάδες και εγκαταστάσεις μεγάλης αρχιτεκτονικής και ιστορικής αξίας.

Επιπλέον, συγκεκριμένα μηχανήματα και εξοπλισμός που έχουν χαρακτηριστεί ως κινητά βιομηχανικά μνημεία θα συντηρηθούν και θα εκτεθούν στον χώρο του μουσείου. Στο πλαίσιο αυτής της πρόνοιας, θα διατηρηθούν και θα αναδειχθούν εμβληματικοί εκσκαφείς, αντίστοιχοι με αυτούς που αποσύρθηκαν, οι οποίοι θα παραμείνουν στην περιοχή ως μόνιμα εκθέματα. Με αυτόν τον τρόπο, η ιστορία του λιγνίτη και η βιομηχανική κληρονομιά του θα αναδειχθούν με επιστημονικό, ασφαλή και αξιοπρεπή τρόπο, προσφέροντας παράλληλα έναν τουριστικό πόλο έλξης για ολόκληρη τη Δυτική Μακεδονία.

Το Πρόγραμμα Αποκαταστάσεων και Πράσινων Επενδύσεων της ΔΕΗ

Η απολιγνιτοποίηση δεν αποτελεί μια βίαιη αποχώρηση της ΔΕΗ από τη Δυτική Μακεδονία, αλλά μια βαθιά, δομική και υψηλής προστιθέμενης αξίας δέσμευση για την περιβαλλοντική και οικονομική αναγέννηση της περιοχής. Η εταιρεία υλοποιεί ένα πρωτοφανές σε μέγεθος πρόγραμμα αποκατάστασης εδαφών και αποσύρσεων, πραγματοποιώντας σημαντικές επενδύσεις για να αναβαθμίσει περιβαλλοντικά και να επαναφέρει σε παραγωγική χρήση τις εκτάσεις όπου αναπτύχθηκε η εξορυκτική δραστηριότητα επί δεκαετίες.

Μέχρι σήμερα, έχουν αποκατασταθεί πλήρως πάνω από 80.000 στρέμματα πρώην λιγνιτωρυχείων. Από αυτά, περίπου 55.000 στρέμματα παραχωρούνται σταδιακά στο Ελληνικό Δημόσιο μέσω της εταιρείας ΜΕΤΑΒΑΣΗ Α.Ε., προκειμένου να αποδοθούν για άλλες χρήσεις προς όφελος της τοπικής κοινωνίας. Η γη αυτή μετατρέπεται σε παραγωγικές εκτάσεις για αγροτική χρήση, δασικές ζώνες αναψυχής και οργανωμένες περιοχές για την προσέλκυση νέων, καθαρών επιχειρηματικών δραστηριοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η ΔΕΗ επανατοποθετείται στη Δυτική Μακεδονία ως ο μεγαλύτερος επενδυτής καθαρής και ευέλικτης ενέργειας. Η ολοκλήρωση της κατασκευής φωτοβολταϊκών πάρκων συνολικής ισχύος 2,13 GW, σε συνδυασμό με τις μεγάλες επενδύσεις στην αποθήκευση ενέργειας, μεταμορφώνει την περιοχή στο μεγαλύτερο και πιο σύγχρονο κέντρο πράσινης και ευέλικτης παραγωγής ενέργειας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.

Όσον αφορά στην ηλεκτροπαραγωγή, η ΔΕΗ διασφαλίζει την ομαλή και δυναμική εξέλιξη των υφιστάμενων υποδομών της. Στο πλαίσιο αυτό, έχει ήδη ξεκινήσει η μετατροπή της μονάδας «Πτολεμαΐδα V» σε μια καθαρή μονάδα φυσικού αερίου συνδυασμένου κύκλου. Η νέα αυτή επένδυση, η οποία προγραμματίζεται να τεθεί σε λειτουργία στις αρχές του 2028 ως ανοιχτού κύκλου και το 2029 ως συνδυασμένου, θα παρέχει ευέλικτη ισχύ, διατηρώντας παράλληλα εξειδικευμένο τεχνικό προσωπικό στην περιοχή και εξασφαλίζοντας τη μακροχρόνια αξιοποίηση του σταθμού.

Παράλληλα με τη μετατροπή των μεγάλων μονάδων, η ΔΕΗ αναπτύσσει ένα ευρύτατο πλέγμα συμπληρωματικών τεχνολογιών αιχμής που καθιερώνουν τη Δυτική Μακεδονία ως πρότυπο ενεργειακό κόμβο. Σε αυτές περιλαμβάνεται η κατασκευή σύγχρονης μονάδας Συμπαραγωγής Ηλεκτρισμού και Θερμότητας Υψηλής Αποδοτικότητας (ΣΗΘΥΑ), η οποία θα εξασφαλίσει τη βιώσιμη, απρόσκοπτη και οικονομική τηλεθέρμανση των πόλεων της περιοχής, έργο το οποίο αναμένεται να τεθεί σε λειτουργία τέλος του 2026. Επιπλέον, επενδύοντας και σε νέες καθαρές τεχνολογίες ενέργειας, η ΔΕΗ, μέσω της κοινοπραξίας Hellenic Hydrogen, συμμετέχει στην πρώτη βιομηχανικής κλίμακας μονάδα παραγωγής υδρογόνου από ανανεώσιμες πηγές στο Αμύνταιο. Αξίζει να σημειωθεί ότι τόσο η νέα μονάδα ΣΗΘΥΑ όσο και η υπό μετατροπή «Πτολεμαΐδα V» έχουν σχεδιαστεί με τις πλέον σύγχρονες προδιαγραφές ώστε να είναι έτοιμες να λειτουργήσουν εν μέρει με πράσινο υδρογόνο (hydrogen-ready), επιταχύνοντας την ενεργειακή μετάβαση. Ταυτόχρονα, για τη θωράκιση του ηλεκτρικού δικτύου απέναντι στις προκλήσεις της πράσινης μετάβασης, στον ΑΗΣ Καρδιάς οι παλαιές γεννήτριες θα μετατραπούν σε σύγχρονους πυκνωτές που συμβάλλουν σημαντικά στην εξισορρόπηση του συστήματος υπερυψηλής τάσης, αξιοποιώντας με τον καλύτερο τρόπο τις υφιστάμενες υποδομές.

Συνολικά, μέσω του στρατηγικού επενδυτικού πλάνου του Ομίλου ΔΕΗ, ύψους Euro5,75 δισ., οι πρώην λιγνιτικές εκτάσεις στη Δυτική Μακεδονία θα μεταμορφωθούν σε έναν τεχνολογικό και πράσινο ενεργειακό κόμβο για τη χώρα και τη Νοτιοανατολική Ευρώπη.

Το ψηφιακό μέλλον της Δυτικής Μακεδονίας: Το Mega Data Center ως νέος πυλώνας ανάπτυξης

Η πιο σημαντική εξέλιξη για την επόμενη μέρα της Δυτικής Μακεδονίας είναι η απόφαση της ΔΕΗ να ξεκινήσει εντός του έτους την κατασκευή ενός Mega Data Center στην περιοχή. Σε πρώτη φάση, θα κατασκευαστεί ένα Mega Data Center ισχύος 300 MW στον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου, μια μεγάλη επένδυση σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, η οποία μπορεί να ολοκληρωθεί σε δύο χρόνια από την έναρξη κατασκευής. Το αρχικό έργο των 300 MW θα έχει τη δυνατότητα επέκτασης σε 1.000 MW (Giga Data Center) κατόπιν δέσμευσης από hyperscalers.

Τα οφέλη από τη λειτουργία μιας τέτοιας υποδομής για την τοπική κοινωνία και την οικονομία της Δυτικής Μακεδονίας είναι πολυεπίπεδα. Κατά τη φάση της κατασκευής και της πλήρους λειτουργίας του έργου, αναμένεται να δημιουργηθούν χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας. Το σημαντικότερο είναι ότι αυτές οι θέσεις εργασίας αφορούν εξειδικευμένο επιστημονικό και τεχνικό προσωπικό στον τομέα των κατασκευών, της πληροφορικής, των τηλεπικοινωνιών και της ενέργειας.

Η Δυτική Μακεδονία επιλέχθηκε για αυτή την επένδυση επειδή διαθέτει μοναδικά συγκριτικά πλεονεκτήματα. Η ύπαρξη έτοιμων βιομηχανικών εκτάσεων με εξασφαλισμένες αδειοδοτήσεις, η εγγύτητα σε μονάδες παραγωγής ενέργειας και η διαθεσιμότητα δικτύων, καθιστούν την περιοχή ιδανικό προορισμό για τέτοιου είδους υποδομές.

Απέναντι σε τυχόν επιφυλάξεις ή κριτική σχετικά με την κατανάλωση νερού για τις ανάγκες ψύξης των Data Centers, τα επίσημα τεχνικά στοιχεία αποδεικνύουν ότι η νέα δραστηριότητα αποτελεί πρότυπο ορθολογικής διαχείρισης και προστασίας των υδάτινων πόρων. Συγκεκριμένα, η αρχικά αδειοδοτημένη ετήσια κατανάλωση νερού για τον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου ανερχόταν σε 30 εκατομμύρια κυβικά, ενώ η αντίστοιχη αδειοδότηση για το σύνολο των ΑΗΣ του λεκανοπεδίου ανέρχονταν σε 70 εκατομμύρια κυβικά. Αντιθέτως, η εκτιμώμενη ετήσια κατανάλωση νερού για τη λειτουργία του νέου Mega Data Center υπολογίζεται ότι δε θα ξεπεράσει τα 400.000 κυβικά μέτρα το έτος. Η ποσότητα αυτή αντιπροσωπεύει μόλις το 0,6% του νερού που απαιτούσε η παλαιά λιγνιτική δραστηριότητα. Αυτή η εντυπωσιακή εξοικονόμηση επιτυγχάνεται διότι το σύστημα ψύξης του Data Center θα λειτουργεί ως κλειστό, ανακυκλούμενο κύκλωμα, με τη χρήση πρόσθετου νερού να προβλέπεται ως ενισχυτική αποκλειστικά και μόνο σε ακραίες συνθήκες υψηλών θερμοκρασιών περιβάλλοντος.

Επιπλέον, ο ενεργειακός εφοδιασμός του Data Center θα καλύπτεται από το νέο ενεργειακό χαρτοφυλάκιο της ΔΕΗ στην περιοχή, με έμφαση στην αξιοποίηση καθαρών πηγών ενέργειας. Η αρχιτεκτονική του έργου έχει σχεδιαστεί με τέτοιο τρόπο ώστε η ζήτηση αυτή να ικανοποιείται χωρίς να προκαλείται καμία επιβάρυνση ή κορεσμός στο εθνικό σύστημα μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας.

Το Mega Data Center μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για τη συνολική οικονομική μεταμόρφωση της περιοχής, προσελκύοντας παγκόσμιους κολοσσούς της τεχνολογίας, νεοφυείς επιχειρήσεις και ερευνητικά κέντρα, δημιουργώντας ένα δυναμικό οικοσύστημα καινοτομίας.

Η Δυτική Μακεδονία παύει να είναι μια μονοθεματική περιοχή εξαρτημένη από τον λιγνίτη και μετατρέπεται με γρήγορα βήματα σε έναν σύγχρονο, διεθνή κόμβο καθαρής και ευέλικτης ενέργειας, ψηφιακής τεχνολογίας και Τεχνητής Νοημοσύνης, δημιουργώντας ένα βιώσιμο μέλλον για τις επόμενες γενιές.