

Καθώς οι καύσωνες και υψηλές θερμοκρασίες εμφανίζονται πλέον συχνότερα στην Ευρώπη και πλήττουν ακόμα και βορειότερες χώρες ολοένα και περισσότεροι αναζητούν λύσεις δροσιάς, ακόμα και αν αυτές είναι ενεργοβόρες και έχουν βαρύ περιβαλλοντικό αποτύπωμα. Τουλάχιστον, αυτό συνέβαινε μέχρι σήμερα πριν μία νέα, καινοτόμα λύση αρχίσει να κερδίζει έδαφος.
Η καινοτομία δεν είναι άλλη από την αξιοποίηση των υδάτινων δρόμων της Ευρώπης που θα μπορούσαν να συμβάλουν στην ψύξη των πόλεων και να αντικαταστήσουν την ανάγκη για ατομικά συστήματα κλιματισμού, όπως υποστηρίζει η εκστρατείας της ΕΕ «Cities Refresh».
Μπορεί η Ευρώπη να δροσιστεί με βιώσιμο τρόπο;
Αν και έχει αποδειχθεί ότι ο κλιματισμός σώζει ζωές σε περιόδους ακραίας ζέστης, η ΕΕ υποστηρίζει ότι δεν αποτελεί «μακροπρόθεσμη λύση» σύμφωνα και με το Euronews.
Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι τα συστήματα κλιματισμού καταναλώνουν μεγάλη ποσότητα ενέργειας, επιβαρύνοντας συχνά το ήδη πιεσμένο δίκτυο της Ευρώπης και αυξάνοντας τον κίνδυνο διακοπών ρεύματος, ενώ παράλληλα οδηγούν σε αύξηση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου.
Ο κλιματισμός συμβάλλει επίσης στο φαινόμενο της αστικής θερμικής νησίδας – δηλαδή όταν ο ζεστός αέρας που εκπέμπεται προς τα έξω παγιδεύεται στις υποδομές της πόλης, όπως το σκυρόδεμα και η άσφαλτος, από όπου αργότερα απελευθερώνεται και αυξάνει τις θερμοκρασίες.
Μια λύση σε αυτό το πρόβλημα είναι η τηλεψύξη: μια κεντρική εγκατάσταση παράγει κρύο νερό, το οποίο στη συνέχεια διανέμεται στα τοπικά δίκτυα μέσω ενός υπόγειου συστήματος.
«Η τηλεψύξη προσφέρει σαφή οφέλη για τις πόλεις που στοχεύουν στη διαφύλαξη της δημόσιας υγείας και στη μείωση των εκπομπών», αναφέρει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και προσθέτει, σύμφωνα με το ίδιο Μέσο, ότι «παρέχει αποτελεσματική ψύξη για όλους τους τύπους κτιρίων, καταναλώνει λιγότερη ενέργεια από τα μεμονωμένα συστήματα κλιματισμού και μπορεί να τροφοδοτείται από τοπικές πηγές χαμηλών εκπομπών άνθρακα, όπως θαλασσινό ή ποτάμιο νερό, γεωθερμική ενέργεια ή απορριπτόμενη θερμότητα.»
Σύμφωνα με την Οδηγία για την Ενεργειακή Απόδοση (EED), οι πόλεις με περισσότερους από 45.000 κατοίκους υποχρεούνται πλέον να καταρτίζουν τοπικά σχέδια θέρμανσης και ψύξης.
Ως αποτέλεσμα, πολλές αστικές περιοχές επιλέγουν υποδομές τηλεψύξης, οι οποίες αυξήθηκαν κατά περισσότερο από 3% το 2023.
Η «θαλάσσια αποτοξίνωση» της Μασσαλίας
Η Μασσαλία αξιοποιεί στο έπακρο τη Μεσόγειο, χρησιμοποιώντας το θαλασσινό νερό για την παροχή θερμικής ενέργειας τόσο για ψύξη όσο και για θέρμανση. Υπάρχουν ήδη δύο δίκτυα (τα λεγόμενα Massileo και Thassalia) που συνδυάζουν 4,4 χλμ. σωληνώσεων, οι οποίες συνδέουν την ενέργεια του θαλασσινού νερού με αντλίες θερμότητας σε αστικές περιοχές, οι οποίες στη συνέχεια παρέχουν στα κτίρια θέρμανση, δροσερό αέρα και ζεστό νερό.
Τα δίκτυα αυτά έχουν οδηγήσει σε μείωση κατά 80% των εκπομπών CO2 στην παραγωγή ενέργειας σε σύγκριση με τα ορυκτά καύσιμα.
Μετά την άνθηση των ενεργοβόρων κέντρων δεδομένων τεχνητής νοημοσύνης, η Μασσαλία διερευνά πλέον πώς θα μπορούσε να αξιοποιηθεί η θερμότητα που παράγεται από αυτές τις εγκαταστάσεις για τη θέρμανση κατοικιών και κτιρίων κατά τους ψυχρότερους μήνες.
Ψύξη του Παρισιού με τον Σηκουάνα
Το δίκτυο «Fraîcheur de Paris» είναι ένα από τα μεγαλύτερα συστήματα τηλεψύξης της Ευρώπης και χρησιμοποιεί 120 χλμ. υπόγειων σωληνώσεων για τη μεταφορά κρύου νερού από τον Σηκουάνα, παρέχοντας ψύξη χαμηλών εκπομπών άνθρακα σε περίπου 850 κτίρια, μεταξύ των οποίων και το Λούβρο.
Αντί για μεμονωμένες μονάδες κλιματισμού, τα κτίρια που επωφελούνται από το δίκτυο χρησιμοποιούν έναν εναλλάκτη θερμότητας. Το εσωτερικό σύστημα ψύξης του κτιρίου μεταφέρει τη θερμότητά του στο κρύο νερό του δικτύου, το οποίο στη συνέχεια επιστρέφει σε μια εξειδικευμένη μονάδα για να ξαναψυχθεί.
Η Βαρκελώνη κατά του φαινομένου της αστικής θερμικής νησίδας
Η Ισπανία διαθέτει ήδη ένα από τα μεγαλύτερα δίκτυα «κλιματικών καταφυγίων» στον κόσμο, με σκοπό την προστασία των πολιτών από την ακραία ζέστη. Σε αυτά τα καταφύγια, δημόσια κτίρια όπως βιβλιοθήκες και μουσεία προσφέρουν δωρεάν νερό και ψύξη κατά τη διάρκεια καυσώνων – μειώνοντας έτσι την ανάγκη για ατομικά κλιματιστικά και προστατεύοντας τις ευάλωτες κοινότητες από τις θανατηφόρες θερμοκρασίες.
Υπόγεια, η Βαρκελώνη φιλοξενεί επίσης ένα από τα μεγαλύτερα συστήματα διανομής θερμικής ενέργειας της Νότιας Ευρώπης. Το δίκτυο αποτελείται από τέσσερις παράλληλους αγωγούς, δύο για ζεστό νερό (παροχή στους 90ºC και επιστροφή στους 60ºC) και δύο για κρύο νερό (παροχή στους 5,5ºC και επιστροφή στους 14ºC), οι οποίοι μεταφέρουν ενέργεια από τρεις μονάδες παραγωγής (μία εκ των οποίων ψύχεται με θαλασσινό νερό) προς υποσταθμούς ή σημεία ανταλλαγής ενέργειας στα κτίρια των πελατών. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη θέρμανση ή την ψύξη κτιρίων.
Μέχρι στιγμής, το δίκτυο είναι συνδεδεμένο με 192 κτίρια και έχει μειώσει την κατανάλωση ορυκτών καυσίμων κατά 96 τοις εκατό, σύμφωνα με την Districlima, την εταιρεία που είναι ιδιοκτήτρια του δικτύου.
Ο «αποδοτικός ενεργειακός βρόχος» της Βιέννης
Στην Αυστρία, ένα νέο κέντρο τηλεψύξης στον πανεπιστημιακό χώρο της MedUni χρησιμοποιεί ψυκτικές μονάδες που τροφοδοτούνται με ηλεκτρική ενέργεια και τηλεθέρμανση για την παραγωγή κρύου νερού για ψύξη.
Το σύστημα αυτό συλλέγει την πλεονάζουσα θερμότητα των εσωτερικών χώρων μέσω αντλίας θερμότητας, η οποία στη συνέχεια αξιοποιείται για τη θέρμανση τον χειμώνα, δημιουργώντας αυτό που η ΕΕ περιγράφει ως «εποχικά αποδοτικό ενεργειακό κύκλωμα».
Σε σύγκριση με τα συμβατικά συστήματα κλιματισμού, το κέντρο τηλεψύξης στο MedUni Campus Mariannengasse στη Βιέννη εξοικονομεί 1.000 τόνους εκπομπών CO2 ετησίως. «Από εδώ, θα συνδέσουμε το δίκτυο τηλεψύξης γύρω από το κέντρο της Βιέννης με το AKH και το κέντρο τηλεψύξης Spittelau», δηλώνει στο Euronews, ο Michael Strebl, Διευθύνων Σύμβουλος της Wien Energie, της εταιρείας που διαχειρίζεται το δίκτυο. «Τα καλοκαίρια γίνονται όλο και πιο ζεστά και η ζήτηση για ψύξη φιλική προς το περιβάλλον αυξάνεται. Γι’ αυτό και επεκτείνουμε συνεχώς το δίκτυο τηλεψύξης από το 2007. Μέχρι το 2030 θα επενδύσουμε συνολικά 90 εκατομμύρια ευρώ σε αυτό το έργο.»














