Σε μία περίοδο κατά την οποία η παγκόσμια οικονομία καλείται να διαχειριστεί γεωπολιτικές εντάσεις, τεχνολογικές ανατροπές και νέες προκλήσεις για την ανάπτυξη, στο πλαίσιο του Growthfund Investor Summit 2026, φιλοξενήθηκε συζήτηση με επίκεντρο τις επενδύσεις, την ανταγωνιστικότητα και τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας.

Στο πάνελ με θέμα Scaling Up Greece’s Investments Pipeline συμμετείχαν ο διευθύνων σύμβουλος του Υπερταμείου Γιάννης Παπαχρήστου, ο πρόεδρος Ευρώπης της BC Partners Νίκος Σταθόπουλος και ο επικεφαλής Ανάλυσης Οικονομικών Κινδύνων του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM) Giovanni Callegari, υπό τον συντονισμό του δημοσιογράφου Απόστολου Μαγγηριάδη. Η συζήτηση επικεντρώθηκε στις επενδυτικές ευκαιρίες που διαμορφώνονται στην Ελλάδα και την Ευρώπη, στον ρόλο της τεχνητής νοημοσύνης, στις προκλήσεις της ανταγωνιστικότητας και στις προϋποθέσεις για τη δημιουργία νέων επιχειρηματικών πρωταθλητών.

Ο Γιάννης Παπαχρήστου υπογράμμισε ότι η Ελλάδα έχει καταφέρει την τελευταία δεκαετία να εξελιχθεί σε πυλώνα σταθερότητας στην ευρύτερη περιοχή, παρά το ασταθές διεθνές περιβάλλον, τις γεωπολιτικές εντάσεις, τις προκλήσεις της κλιματικής αλλαγής και τις τεχνολογικές ανατροπές που φέρνει η τεχνητή νοημοσύνη. Όπως ανέφερε, η χώρα διαθέτει σημαντικά συγκριτικά πλεονεκτήματα, όπως η συμμετοχή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το υψηλού επιπέδου ανθρώπινο δυναμικό και η στρατηγική γεωγραφική της θέση στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η Ελλάδα, όπως επισήμανε, εξελίσσεται σε κομβικό σημείο για την ενεργειακή ασφάλεια, τις μεταφορές, την εφοδιαστική αλυσίδα και τις ψηφιακές υποδομές της περιοχής. Για να αξιοποιηθούν όμως πλήρως οι δυνατότητες αυτές απαιτούνται πολύ περισσότερες επενδύσεις. Όπως εκτίμησε, η χώρα χρειάζεται περίπου 15 δισ. ευρώ επιπλέον επενδυτικών κεφαλαίων ετησίως προκειμένου να επιταχύνει τον μετασχηματισμό της οικονομίας της. Ο επικεφαλής του Υπερταμείου παρουσίασε τον ρόλο του οργανισμού ως καταλύτη προσέλκυσης επενδύσεων, υπογραμμίζοντας ότι οι επενδυτές αναζητούν τρία βασικά χαρακτηριστικά: αξιοπιστία, ταχύτητα και συνεχή ροή έργων. Στο πεδίο της αξιοπιστίας αναφέρθηκε στην εφαρμογή υψηλών προτύπων εταιρικής διακυβέρνησης, σημειώνοντας ότι μόνο τον τελευταίο χρόνο επιλέχθηκαν περίπου 60 νέα μέλη διοικητικών συμβουλίων μέσω αξιοκρατικών διαδικασιών, ενώ οι διοικήσεις αξιολογούνται πλέον με συγκεκριμένους δείκτες απόδοσης.

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε και στη Μονάδα Στρατηγικών Συμβάσεων και Έργων, η οποία, όπως είπε, έχει καταφέρει να επιταχύνει σημαντικά τους ρυθμούς ωρίμανσης και δημοπράτησης έργων. Όπως ανέφερε, έχουν πραγματοποιηθεί περισσότεροι από 850 διαγωνισμοί, ενώ έργα ύψους 2,5 δισ. ευρώ έχουν ήδη ανατεθεί. Παράλληλα, το χαρτοφυλάκιο έργων που βρίσκονται σε εξέλιξη ή σε προετοιμασία προσεγγίζει τα 10 δισ. ευρώ. Ο κ. Παπαχρήστου στάθηκε επίσης στην πρόοδο που έχει σημειωθεί τα τελευταία χρόνια στην αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας. Ως χαρακτηριστικά παραδείγματα ανέφερε την επιτυχημένη εισαγωγή του Διεθνούς Αεροδρομίου Αθηνών στο Χρηματιστήριο, την πλήρη επιστροφή των ελληνικών τραπεζών σε καθεστώς ιδιωτικής λειτουργίας και τη σημαντική βελτίωση των οικονομικών αποτελεσμάτων των εταιρειών του χαρτοφυλακίου του Υπερταμείου. Όπως σημείωσε, σήμερα οκτώ στις δέκα εταιρείες του είναι κερδοφόρες, όταν πριν από μία δεκαετία η εικόνα ήταν ακριβώς αντίστροφη.

Τώρα, το νέο στοίχημα για το Υπερταμείο είναι το εξής: από τις επιτυχημένες από-επενδύσεις να στραφούμε στις επιτυχημένες επενδύσεις και μάλιστα σε τομείς της Νέας Οικονομίας που συνδυάζουν υψηλή προστιθέμενη αξία, τεχνολογική καινοτομία και ισχυρές αναπτυξιακές προοπτικές. Στο πλαίσιο αυτό, παρουσίασε τη στρατηγική μετασχηματισμού του Υπερταμείου σε έναν πιο ενεργό επενδυτικό οργανισμό με χαρακτηριστικά εθνικού επενδυτικού ταμείου. Αναφέρθηκε στις πρωτοβουλίες που αναπτύσσονται στην αμυντική βιομηχανία μέσω του ΕΛΚΑΚ, στο επενδυτικό ταμείο Φαιστός που δραστηριοποιείται στον χώρο της υψηλής τεχνολογίας, στο πρόγραμμα Φάρος που συνδέεται με το πρώτο ελληνικό AI Factory και στο νέο Hellenic Innovation and Infrastructure Fund, το οποίο επικεντρώνεται στις ψηφιακές υποδομές, την ενεργειακή μετάβαση, τη μπλε οικονομία, την κυκλική οικονομία, την αγροτεχνολογία και τη βιοτεχνολογία.

Ξεχωριστή αναφορά έκανε στην πρωτοβουλία Invest10, η οποία υλοποιείται σε συνεργασία με τη McKinsey. Όπως εξήγησε, εξετάστηκαν περίπου 100 διαφορετικοί τομείς της οικονομίας, από τους οποίους προέκυψαν 30 ώριμες επενδυτικές ευκαιρίες.

Το επόμενο βήμα είναι η επιλογή δέκα πλήρως επενδύσιμων και χρηματοδοτήσιμων έργων που θα παρουσιαστούν στη διεθνή επενδυτική κοινότητα. Παρομοίασε μάλιστα τη διαδικασία αυτή με τη λειτουργία ενός ισχυρού τμήματος έρευνας και ανάπτυξης (R&D), υποστηρίζοντας ότι όπως οι επιχειρήσεις χρειάζονται μηχανισμούς παραγωγής νέων ιδεών, έτσι και οι χώρες πρέπει να δημιουργούν διαρκώς νέες επενδυτικές ευκαιρίες.

Ο Νίκος Σταθόπουλος τόνισε ότι η επενδυτική στρατηγική της BC Partners παραμένει ουσιαστικά αμετάβλητη παρά τις γεωπολιτικές, οικονομικές και τεχνολογικές ανακατατάξεις. Όπως ανέφερε, ο όμιλος συνεχίζει να αναζητά επιχειρήσεις με ισχυρά θεμελιώδη μεγέθη, ηγετική θέση στους κλάδους τους, ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα και δραστηριοποίηση σε αγορές με μακροπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξης. Σύμφωνα με τον ίδιο, εκείνο που έχει αλλάξει σημαντικά είναι οι αποτιμήσεις και η πειθαρχία με την οποία πραγματοποιούνται οι εξαγορές. Οι πολλαπλασιαστές EBITDA έχουν μειωθεί αισθητά σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, καθώς το αυξημένο κόστος χρήματος, οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι και οι τεχνολογικές μεταβολές επιβάλλουν μεγαλύτερα περιθώρια ασφαλείας στις επενδυτικές αποφάσεις. Ο πρόεδρος Ευρώπης της BC Partners υπογράμμισε ακόμη ότι η Ευρώπη επανέρχεται στο επίκεντρο του επενδυτικού ενδιαφέροντος. Για πολλά χρόνια οι Ηνωμένες Πολιτείες προσέλκυαν το μεγαλύτερο μέρος των κεφαλαίων λόγω υψηλότερων ρυθμών ανάπτυξης. Ωστόσο, όπως σημείωσε, το αυξημένο policy risk στις ΗΠΑ οδηγεί πλέον πολλούς επενδυτές να επανεξετάζουν τις ευρωπαϊκές αγορές, αναζητώντας μεγαλύτερη σταθερότητα και προβλεψιμότητα.

Αναφέρθηκε επίσης στο τεράστιο απόθεμα αδιάθετων κεφαλαίων που διαθέτει σήμερα η παγκόσμια αγορά private equity, το οποίο προσεγγίζει τα 4 τρισ. δολάρια. Ταυτόχρονα, επισήμανε ότι περισσότερες από 32.000 εταιρείες συνολικής αξίας άνω των 3,5 τρισ. δολαρίων αναζητούν νέους ιδιοκτήτες, γεγονός που καθιστά εξίσου σημαντική την επιτυχή ολοκλήρωση αποεπενδύσεων όσο και την πραγματοποίηση νέων εξαγορών.
Στρέφοντας τη συζήτηση στις μελλοντικές επενδυτικές ευκαιρίες, υποστήριξε ότι η τεχνολογία, η ενέργεια και η υγεία θα συνεχίσουν να αποτελούν τους βασικούς πυλώνες ανάπτυξης. Ωστόσο, προειδοποίησε ότι η τεχνητή νοημοσύνη έχει ήδη αρχίσει να ανατρέπει τα δεδομένα στον κλάδο του λογισμικού, ο οποίος μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν ένας από τους πιο ασφαλείς επενδυτικούς προορισμούς. Κατά την άποψή του, οι επενδυτές οφείλουν πλέον να είναι ιδιαίτερα επιλεκτικοί στην επιλογή εταιρειών και υποκλάδων της τεχνολογίας.

Για την ενέργεια, επισήμανε ότι οι ευκαιρίες δεν περιορίζονται στις ανανεώσιμες πηγές αλλά επεκτείνονται σε όλους τους τομείς που στηρίζουν την ενεργειακή μετάβαση, όπως τα data centers, οι υποδομές αποθήκευσης ενέργειας και οι μπαταρίες. Πρόκειται, όπως είπε, για αναγκαίες επενδύσεις που θα υποστηρίξουν τη μελλοντική ανάπτυξη του ενεργειακού οικοσυστήματος.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε και στον τομέα της υγείας, τον οποίο χαρακτήρισε διαχρονικά ελκυστικό λόγω της γήρανσης του πληθυσμού και της ανάγκης περιορισμού του κόστους περίθαλψης. Όπως σημείωσε, η τεχνητή νοημοσύνη και οι νέες τεχνολογίες μπορούν να δημιουργήσουν σημαντική αξία στον χώρο αυτό, βελτιώνοντας τόσο την ποιότητα όσο και την αποδοτικότητα των υπηρεσιών υγείας.

Κλείνοντας, στάθηκε ιδιαίτερα στην Ελλάδα, υποστηρίζοντας ότι η χώρα χρειάζεται να δημιουργήσει μεγαλύτερες επιχειρήσεις με διεθνή προσανατολισμό. Αν και η οικονομία παρουσιάζει ισχυρές προοπτικές, παραμένει κατακερματισμένη, με πολλές οικογενειακές επιχειρήσεις μεσαίου μεγέθους. Όπως τόνισε, η δημιουργία εθνικών, ευρωπαϊκών και ενδεχομένως παγκόσμιων πρωταθλητών προϋποθέτει περισσότερες συνεργασίες, συγχωνεύσεις και συγκέντρωση δυνάμεων.

Ο Giovanni Callegari υποστήριξε ότι η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζει σήμερα η Ευρώπη δεν είναι ένα μεμονωμένο οικονομικό ή γεωπολιτικό γεγονός αλλά η συνολική μεταβολή του διεθνούς περιβάλλοντος. Σύμφωνα με τον ίδιο, το βασικό χαρακτηριστικό της εποχής είναι η αυξανόμενη αβεβαιότητα ως προς τους μελλοντικούς κανόνες λειτουργίας της παγκόσμιας οικονομίας, γεγονός που δυσκολεύει τον σχεδιασμό επιχειρήσεων και επενδυτών.

Ο επικεφαλής Ανάλυσης Οικονομικών Κινδύνων του ESM υπογράμμισε ότι η Ευρώπη εξακολουθεί να διαθέτει ένα σημαντικό συγκριτικό πλεονέκτημα: τη θεσμική συνέχεια και την προβλεψιμότητα. Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, όπως είπε, παρέχουν ένα πλαίσιο σταθερότητας που επιτρέπει στους επενδυτές να σχεδιάζουν σε βάθος χρόνου, γνωρίζοντας ότι οι βασικοί κανόνες δεν αλλάζουν εύκολα. Ταυτόχρονα όμως είπε ότι η σταθερότητα δεν πρέπει να μετατραπεί σε στασιμότητα. Κατά την άποψή του, η Ευρώπη χρειάζεται μεγαλύτερη διάθεση ανάληψης κινδύνου, καθώς χωρίς αυτήν δεν μπορούν να δημιουργηθούν οι νέες επιχειρήσεις και οι νέοι πρωταθλητές που θα στηρίξουν την ανάπτυξη των επόμενων δεκαετιών. Όπως ανέφερε, ένα από τα βασικά προβλήματα της Ηπείρου είναι ότι διαθέτει ανθρώπινο δυναμικό, γνώση και κεφάλαια, αλλά δεν διοχετεύει πάντοτε τους πόρους αυτούς σε επενδύσεις υψηλότερου ρίσκου. Η τάση των επενδυτών να προτιμούν ασφαλέστερες τοποθετήσεις, όπως τα κρατικά ομόλογα, περιορίζει τις δυνατότητες χρηματοδότησης της καινοτομίας και της επιχειρηματικής ανάπτυξης. Αναφερόμενος στην Ελλάδα, χαρακτήρισε την πορεία της τελευταίας δεκαπενταετίας ως ένα ιδιαίτερα χρήσιμο μάθημα για ολόκληρη την Ευρώπη. Όπως είπε, η κρίση λειτούργησε σαν ένα επώδυνο αλλά αναγκαίο reset, το οποίο δημιούργησε τις βάσεις για τη σημερινή αναπτυξιακή πορεία της χώρας. Παράλληλα, οι εμπειρίες εκείνης της περιόδου έχουν καταστήσει σαφέστερη τη σημασία της πολιτικής σταθερότητας και της συνέχειας των πολιτικών.

Ο κ. Callegari σημείωσε επίσης ότι οι παλαιοί διαχωρισμοί ανάμεσα στις χώρες του «πυρήνα» και της «περιφέρειας» της Ευρώπης έχουν αρχίσει να αμφισβητούνται. Όπως ανέφερε, σήμερα ορισμένες χώρες που θεωρούνταν παραδοσιακά ισχυρές αντιμετωπίζουν μεγαλύτερες δημοσιονομικές πιέσεις από κράτη που παλαιότερα χαρακτηρίζονταν περιφερειακά. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στον ρόλο των πόλεων ως κινητήριων δυνάμεων της καινοτομίας. Υπενθύμισε ότι η Αθήνα συγκεντρώνει το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής startup σκηνής και υποστήριξε ότι η δημιουργία κατάλληλων συνθηκών στέγασης, εκπαίδευσης και προσέλκυσης ταλέντου αποτελεί προϋπόθεση για τη γέννηση νέων επιχειρηματικών ιδεών. Τέλος, αναφέρθηκε στην τεχνητή νοημοσύνη και στο κρίσιμο ερώτημα της κατανομής των ωφελειών της. Όπως είπε, η αύξηση της παραγωγικότητας δεν αρκεί από μόνη της. Το ζητούμενο είναι τα οφέλη να διαχυθούν και στην εργασία, δημιουργώντας ευκαιρίες για περισσότερους ανθρώπους. Καταλήγοντας, υποστήριξε ότι οι κοινωνίες και οι θεσμοί πρέπει να είναι ανοιχτοί σε νέες ιδέες, νέους ανθρώπους και σε όσους αμφισβητούν το κατεστημένο, καθώς από αυτούς προέρχονται συχνά οι σημαντικότερες καινοτομίες και οι επιχειρήσεις που αλλάζουν τον κόσμο.

Η συζήτηση κατέδειξε ότι η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα σε μια περίοδο κατά την οποία οι ευκαιρίες συνυπάρχουν με τις προκλήσεις. Η προσέλκυση επενδύσεων, η αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης, η ενίσχυση της καινοτομίας, η δημιουργία μεγαλύτερων και πιο ανταγωνιστικών επιχειρήσεων και η διατήρηση της θεσμικής σταθερότητας αναδείχθηκαν ως οι βασικοί άξονες πάνω στους οποίους μπορεί να οικοδομηθεί η επόμενη φάση ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας.