Πηγή Εικόνας: Willfried Wende from Pixabay

Του Δρος Λάμπρου Απ. Πυργιώτη*

«Μέλλον που χτίζεται». Ως άμεση προέκταση του τίτλου της πρόσφατης διημερίδας για τα Τομεακά Προγράμματα του ΕΣΠΑ 2021-2027 τίθεται ένα κρίσιμο ερώτημα, που υπερβαίνει την επικοινωνιακή του δύναμη: πού και πώς χτίζουμε σε μία εποχή κλιματικής αστάθειας;

Η κλιματική αλλαγή, και ιδίως η διάστασή της ως προς την ανθεκτικότητα των υδάτων, δεν αφήνει περιθώρια για την παραδοσιακή προσέγγιση της ασυνεχούς (αποσπασματικής) προσαρμογής. Το μοντέλο που περιέγραψε ο Charles E. Lindblom με τον όρο “disjointed incrementalism” ― μία ασυνεχής διαδικασία μικρών, ασύνδετων βημάτων ― ως πιο αντιπροσωπευτικό της πραγματικής πολιτικής διαδικασίας, μπορεί να εξήγησε επαρκώς τη δημόσια πολιτική του 20ού αιώνα. Στον 21ο αιώνα όμως, και υπό τις πιέσεις της κλιματικής αλλαγής, καθίσταται ανεπαρκές έως επικίνδυνο.

Η πραγματικότητα είναι απλή: το νερό δεν αναγνωρίζει διοικητικά όρια, ούτε θεσμικούς διαχωρισμούς. Δεν υπάρχει «ασυνέχεια», ούτε στον χώρο ούτε στον χρόνο. Κι όμως, η δημόσια πολιτική εξακολουθεί να διαχωρίζει την υδατική διαχείριση από τη χωροταξία και την πολεοδομία, αναπαράγοντας έναν κατακερματισμό που υπονομεύει την ανθεκτικότητα.

Το διακύβευμα είναι σαφές: η μετάβαση από την ασυνέχεια στη συνεκτικότητα. Από την παράλληλη λειτουργία πολιτικών, στη διασύνδεσή τους σε μία ενιαία «γραμμή συνέχειας», που ξεκινά από το φυσικό σύστημα του νερού και καταλήγει στην κατασκευή και τη λειτουργία του δομημένου περιβάλλοντος.

Σε αυτή τη μετάβαση, το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας διαδραματίζει έναν κρίσιμο ρόλο, όχι ως αποκλειστικός σχεδιαστής, αλλά ως επιταχυντής συνεκτικότητας. Τα εργαλεία ήδη υπάρχουν ― και συγκροτούν έναν σκελετό κάθετης προσέγγισης, που αξίζει να αναδειχθεί.

Το Πρόγραμμα Πολεοδομικών Μεταρρυθμίσεων «Κωνσταντίνος Δοξιάδης» αποτελεί ίσως τη μεγαλύτερη θεσμική τομή των τελευταίων δεκαετιών. Μέσω των Τοπικών και Ειδικών (για περιοχές με ιδιαίτερες πιέσεις, π.χ. λόγω τουρισμού, φυσικών καταστροφών) Πολεοδομικών Σχεδίων, θεσπίζονται χρήσεις γης και όροι δόμησης που ενσωματώνουν τη διάσταση των υδάτων και λύσεις που βασίζονται στη φύση σε ευρεία κλίμακα: οριοθετήσεις υδατορεμάτων, λεκάνες συγκράτησης υδάτων, ζώνες προστασίας, περιοχές ελεγχόμενης ανάπτυξης. Για πρώτη φορά επιχειρείται σε τέτοια κλίμακα η ευθυγράμμιση χωρικού σχεδιασμού και υδρολογικής πραγματικότητας.

Ωστόσο, η συνεκτικότητα δεν εξαντλείται στον σχεδιασμό. Ο πολεοδομικός σχεδιασμός οφείλει να μεταφράζεται σε συγκεκριμένες μορφές οικισμού: γαλάζιους (υδάτινους) και πράσινους (φυτεμένους) διαδρόμους, διαπερατές επιφάνειες, πράσινες/α (φυτεμένες/α) στέγες/δώματα. Οι πόλεις πρέπει να μετασχηματιστούν σε «περιβάλλοντα-σφουγγάρια», ικανά να απορροφούν, αποθηκεύουν και επαναχρησιμοποιούν το νερό, αντί να το απομακρύνουν βίαια.

Σε αυτό το επίπεδο, οι οικοδομικοί κανονισμοί και πιο χαμηλά οι τεχνικές οδηγίες του ΤΕΕ (ΤΟΤΕΕ) καλούνται να εξελιχθούν. Η εισαγωγή της «ΤΟΤΕΕ 0» για την αειφόρο δόμηση, με ολιστική προσέγγιση κύκλου ζωής, και το πλήθος των ΤΟΤΕΕ που ακολουθούν υπό αυτή την κατευθυντήρια οδηγία, το Παρατηρητήριο Αειφόρου Δόμησης και το Διαβατήριο Αειφόρου Ανακαίνισης, μπορούν να αποτελέσουν τον κρίσιμο κρίκο που θα μετατρέψει τις καλές αρχές σε καλές πρακτικές.

Στο ίδιο επίπεδο, ιδιαίτερη σημασία έχει και η εξειδίκευση της υδατικής διάστασης σε οικονομικούς τομείς αιχμής, όπως ο τουρισμός, με εντατική οικοδομική/ κατασκευαστική δραστηριότητα, χαρακτηριστικά στην περίπτωση του τουρισμού μέσω συστημάτων περιβαλλοντικής αξιολόγησης και κατάταξης ξενοδοχείων και τουριστικών καταλυμάτων, συστημάτων που αναδεικνύουν τη διαχείριση υδάτων ως κορυφαίο κριτήριο. Πρόκειται για μία σιωπηρή, αλλά ουσιαστική μετατόπιση προτεραιοτήτων.

Παράλληλα, η ψηφιοποίηση λειτουργεί ως καταλύτης συνεκτικότητας. Ο Ενιαίος Ψηφιακός Χάρτης και το Εθνικό Μητρώο Υποδομών, το Πληροφοριακό Σύστημα για την Οριοθέτηση των Υδατορεμάτων, οι πλατφόρμες αδειοδότησης, δημιουργούν για πρώτη φορά τις προϋποθέσεις μίας ενιαίας βάσης δεδομένων. Η μετάβαση από το «παθητικό υπόβαθρο» των υποδομών σε ένα «έξυπνο επιστέγασμα» ― με παράδειγμα τις «έξυπνες» γέφυρες ― εισάγει τη λογική της έγκαιρης ανίχνευσης κινδύνων αντί της αντίδρασης κατόπιν επέλευσης αυτών. Η ίδια λογική υπαγορεύει και την ανάγκη δημιουργίας του Παρατηρητηρίου Διάβρωσης Ακτών.

Κι όμως, παρά τη σημαντική πρόοδο, η μετάβαση δεν έχει ολοκληρωθεί. Η συνεκτικότητα παραμένει περισσότερο μία δυνατότητα παρά μία επιβεβλημένη πραγματικότητα. Τα εργαλεία υπάρχουν, αλλά η μεταξύ τους σύνδεση δεν είναι ακόμη υποχρεωτική. Η πληροφορία δεν διαχέεται πάντα οριζόντια, ούτε δεσμεύει κάθε στάδιο της διαδικασίας.

Εδώ ακριβώς εντοπίζεται η επόμενη πρόκληση: η δημιουργία ενός πραγματικού «στρώματος ανθεκτικότητας» που θα διαπερνά όλα τα επίπεδα ― από τα δεδομένα και τον σχεδιασμό έως τους κανονισμούς και την αδειοδότηση. Μίας αρχιτεκτονικής όπου το νερό δεν θα αποτελεί παράμετρο, αλλά θεμέλιο.

Τελικά, η ανθεκτικότητα των υδάτων, με την ήδη διαθέσιμη στάθμη της επιστήμης και της τεχνικής, δεν είναι τεχνικό ζήτημα. Είναι ζήτημα διακυβέρνησης, συντονισμού και ― κυρίως ― πολιτικής βούλησης. Και ίσως, για πρώτη φορά, διαθέτουμε τα εργαλεία για να την επιτύχουμε. Το ερώτημα είναι εάν θα τα χρησιμοποιήσουμε συνεκτικά ή εάν θα παραμείνουμε μονωμένοι στην άνεση της αποσπασματικότητας.

Για να διασφαλιστεί όμως και η αποτελεσματική αξιοποίηση των κατά τα άλλα διαθέσιμων εργαλείων, το ερώτημα επεκτείνεται και στην ύπαρξη εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού. Απαιτούνται συνεχείς επενδύσεις στην εκπαίδευση και την κατάρτιση για να καλυφθούν οι ελλείψεις δεξιοτήτων στη διαχείριση των υδάτων, στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, στην ψηφιακή παρακολούθηση και στις λύσεις που βασίζονται στη φύση.

* O Δρ Λάμπρος Πυργιώτης είναι Χημικός Μηχανικός ΕΜΠ, Δρ Οικονομολόγος-Περιφερειολόγος, Σύμβουλος Διοίκησης ΤΕΕ. Το άρθρο βασίζεται στην παρέμβασή του, ως εκπροσώπου του Προέδρου του ΤΕΕ, στη Διημερίδα «Τομεακά Προγράμματα ΕΣΠΑ 2021-2027: Πρόοδος που μετριέται, Μέλλον που χτίζεται», που διεξήχθη στο Ζάππειο Μέγαρο, 20 και 21 Απριλίου 2026, και ειδικότερα στον Κοινό Θεματικό Κύκλο: Πρόγραμμα «Περιβάλλον και Κλιματική Αλλαγή» και Πρόγραμμα «Πολιτική Προστασία», με θέμα: «Ανθεκτικότητα Υδάτων και Κλιματική Αλλαγή».