Πηγή Εικόνας: ΑΠΕ - ΜΠΕ

Η Επιτροπή δημοσίευσε λεπτομερή εκτίμηση επιπτώσεων σχετικά με πιθανές οδούς για την επίτευξη του συμφωνηθέντος στόχου να καταστεί η Ευρωπαϊκή Ένωση κλιματικά ουδέτερη έως το 2050. Με βάση αυτή την εκτίμηση επιπτώσεων, η Επιτροπή συνιστά μείωση των καθαρών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά 90 % έως το 2040 σε σύγκριση με τα επίπεδα του 1990, δρομολογώντας συζήτηση με όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη. Νομοθετική πρόταση θα υποβληθεί από την επόμενη Επιτροπή, μετά τις ευρωπαϊκές εκλογές, και θα συμφωνηθεί με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα κράτη μέλη, όπως απαιτείται βάσει του νόμου της ΕΕ για το κλίμα. Η παρούσα σύσταση συνάδει με τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Επιστημονικής Συμβουλευτικής Επιτροπής για την Κλιματική Αλλαγή (ESABCC) και τις δεσμεύσεις της ΕΕ στο πλαίσιο της συμφωνίας του Παρισιού.

Η Επιτροπή καθορίζει επίσης ορισμένους πρόσφορους όρους πολιτικής που είναι αναγκαίοι για την επίτευξη του στόχου του 90%. Περιλαμβάνουν την πλήρη εφαρμογή του συμφωνηθέντος πλαισίου για το 2030, τη διασφάλιση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, μεγαλύτερη εστίαση σε μια δίκαιη μετάβαση που δεν αφήνει κανέναν στο περιθώριο, ισότιμους όρους ανταγωνισμού με τους διεθνείς εταίρους και στρατηγικό διάλογο για το πλαίσιο μετά το 2030, μεταξύ άλλων με τη βιομηχανία και τον γεωργικό τομέα. Το αποτέλεσμα της COP28 στο Ντουμπάι δείχνει ότι ο υπόλοιπος κόσμος κινείται προς την ίδια κατεύθυνση. Η ΕΕ πρωτοστατεί στη διεθνή δράση για το κλίμα και θα πρέπει να παραμείνει στην πορεία της, δημιουργώντας ευκαιρίες για την ευρωπαϊκή βιομηχανία να ευδοκιμήσει σε νέες παγκόσμιες αγορές καθαρής τεχνολογίας.

Προβλεψιμότητα και βιωσιμότητα για την οικονομία και την κοινωνία μας

Όπως τονίζεται στη σχετική ανακοίνωση της Επιτροπής, ο καθορισμός κλιματικού στόχου για το 2040 θα βοηθήσει την ευρωπαϊκή βιομηχανία, τους επενδυτές, τους πολίτες και τις κυβερνήσεις να λάβουν αποφάσεις κατά την τρέχουσα δεκαετία, οι οποίες θα διατηρήσουν την ΕΕ σε καλό δρόμο για την επίτευξη του στόχου της για κλιματική ουδετερότητα το 2050. Θα στείλει σημαντικά μηνύματα σχετικά με τον τρόπο επένδυσης και αποτελεσματικού σχεδιασμού μακροπρόθεσμα, ελαχιστοποιώντας τους κινδύνους μη αξιοποιήσιμων στοιχείων ενεργητικού. Με αυτόν τον μακρόπνοο σχεδιασμό, είναι δυνατόν να διαμορφωθεί μια ευημερούσα, ανταγωνιστική και δίκαιη κοινωνία, να απαλλαγούν η βιομηχανία και τα ενεργειακά συστήματα της ΕΕ από τις ανθρακούχες εκπομπές και να διασφαλιστεί ότι η Ευρώπη αποτελεί πρωταρχικό προορισμό για επενδύσεις, με σταθερές θέσεις εργασίας ανθεκτικές στις μελλοντικές εξελίξεις.

Θα ενισχύσει επίσης την ανθεκτικότητα της Ευρώπης έναντι μελλοντικών κρίσεων και, ιδίως, θα ενισχύσει την ενεργειακή ανεξαρτησία της ΕΕ από τις εισαγωγές ορυκτών καυσίμων, οι οποίες αντιπροσώπευαν πάνω από το 4 % του ΑΕΠ το 2022, καθώς αντιμετωπίζαμε τις συνέπειες του επιθετικού πολέμου της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας. Το κόστος και οι ανθρώπινες επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής είναι όλο και πιο μεγάλες και ορατές. Μόνο τα τελευταία πέντε χρόνια, η οικονομική ζημία που σχετίζεται με το κλίμα στην Ευρώπη εκτιμάται σε 170 δισεκατομμύρια ευρώ. Η εκτίμηση επιπτώσεων της Επιτροπής διαπιστώνει ότι, ακόμη και με συντηρητικές εκτιμήσεις, η υψηλότερη υπερθέρμανση του πλανήτη ως αποτέλεσμα της αδράνειας θα μπορούσε να μειώσει το ΑΕγχΠ της ΕΕ κατά περίπου 7% έως το τέλος του αιώνα.

Καθορισμός των προϋποθέσεων για την επίτευξη του συνιστώμενου στόχου

Η επίτευξη μείωσης των εκπομπών κατά 90% έως το 2040 θα απαιτήσει την εκπλήρωση ορισμένων πρόσφορων προϋποθέσεων. Αφετηρία αποτελεί η πλήρης εφαρμογή της υφιστάμενης νομοθεσίας για τη μείωση των εκπομπών κατά τουλάχιστον 55 % έως το 2030. Η εν εξελίξει επικαιροποίηση των προσχεδίων των εθνικών σχεδίων για την ενέργεια και το κλίμα (ΕΣΕΚ) αποτελεί βασικό στοιχείο για την παρακολούθηση της προόδου και η Επιτροπή συνεργάζεται με τα κράτη μέλη, τη βιομηχανία και τους κοινωνικούς εταίρους για να διευκολύνει την ανάληψη της αναγκαίας δράσης.

Η Πράσινη Συμφωνία πρέπει τώρα να μετατραπεί σε μια βιομηχανική συμφωνία απαλλαγής από τις ανθρακούχες εκπομπές, η οποία θα βασίζεται στα υφιστάμενα βιομηχανικά πλεονεκτήματα, όπως η αιολική ενέργεια, η υδροηλεκτρική ενέργεια και οι ηλεκτρολυτικές κυψέλες, και θα συνεχίσει να αυξάνει την εγχώρια παραγωγική ικανότητα σε τομείς ανάπτυξης όπως οι μπαταρίες, τα ηλεκτρικά οχήματα, οι αντλίες θερμότητας, τα ηλιακά φωτοβολταϊκά, η CCU/CCS, το βιοαέριο και το βιομεθάνιο, καθώς και η κυκλική οικονομία. Η τιμολόγηση του άνθρακα και η πρόσβαση στη χρηματοδότηση είναι επίσης ζωτικής σημασίας για την επίτευξη των στόχων μείωσης των εκπομπών από την ευρωπαϊκή βιομηχανία. Η Επιτροπή θα συστήσει ειδική ειδική ομάδα για την ανάπτυξη μιας παγκόσμιας προσέγγισης όσον αφορά την τιμολόγηση του άνθρακα και τις αγορές ανθρακούχων εκπομπών. Η Ευρώπη θα πρέπει επίσης να κινητοποιήσει τον κατάλληλο συνδυασμό επενδύσεων του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα για να καταστήσει την οικονομία μας βιώσιμη και ανταγωνιστική. Τα επόμενα χρόνια θα χρειαστεί μια ευρωπαϊκή προσέγγιση για τη χρηματοδότηση, σε στενή συνεργασία με τα κράτη μέλη.

Η ευελιξία, η αλληλεγγύη και οι κοινωνικές πολιτικές πρέπει να παραμείνουν στο επίκεντρο της μετάβασης. Η δράση για το κλίμα πρέπει να αποφέρει οφέλη σε όλους στις κοινωνίες μας, και οι πολιτικές για το κλίμα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη εκείνους που είναι πιο ευάλωτοι ή αντιμετωπίζουν τις μεγαλύτερες προκλήσεις προσαρμογής. Το Κοινωνικό Ταμείο για το Κλίμα και το Ταμείο Δίκαιης Μετάβασης αποτελούν παραδείγματα τέτοιων πολιτικών που θα βοηθήσουν ήδη τους πολίτες, τις περιφέρειες, τις επιχειρήσεις και τους εργαζομένους κατά την τρέχουσα δεκαετία.

Τέλος, ο ανοικτός διάλογος με όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη αποτελεί κρίσιμη προϋπόθεση για την επίτευξη της καθαρής μετάβασης. Η Επιτροπή έχει ήδη καθιερώσει επίσημους διαλόγους με τη βιομηχανία και τους ενδιαφερόμενους φορείς του γεωργικού τομέα, και οι προσεχείς μήνες πολιτικού διαλόγου στην Ευρώπη αποτελούν σημαντική ευκαιρία για τη διασφάλιση της συμμετοχής του κοινού στα επόμενα βήματα και τις επιλογές πολιτικής. Ο διαρθρωμένος διάλογος με τους κοινωνικούς εταίρους θα πρέπει να ενισχυθεί ώστε να διασφαλιστεί η συμβολή τους, εστιάζοντας στην απασχόληση, την κινητικότητα, την ποιότητα των θέσεων εργασίας, τις επενδύσεις στην επανειδίκευση και την αναβάθμιση των δεξιοτήτων. Αυτή η συνεχιζόμενη προσέγγιση θα βοηθήσει την επόμενη Επιτροπή να υποβάλει νομοθετικές προτάσεις για το πλαίσιο πολιτικής μετά το 2030, το οποίο θα επιτύχει τον στόχο για το 2040 με δίκαιο και οικονομικά αποδοτικό τρόπο. Ο ρυθμός απαλλαγής από τις ανθρακούχες εκπομπές θα εξαρτηθεί από τη διαθεσιμότητα τεχνολογιών που παρέχουν λύσεις χωρίς ανθρακούχες εκπομπές, καθώς και από την αποδοτική χρήση των πόρων σε μια κυκλική οικονομία.

Ο ενεργειακός τομέας προβλέπεται να επιτύχει πλήρη απαλλαγή από τις ανθρακούχες εκπομπές λίγο μετά το 2040, με βάση όλες τις ενεργειακές λύσεις μηδενικών και χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών, συμπεριλαμβανομένων των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, της πυρηνικής ενέργειας, της ενεργειακής απόδοσης, της αποθήκευσης, της CCS, της CCU, των απορροφήσεων άνθρακα, της γεωθερμίας και της υδροηλεκτρικής ενέργειας. Η βιομηχανική συμμαχία για τους μικρούς αρθρωτούς αντιδραστήρες, που δρομολογήθηκε σήμερα, είναι η τελευταία πρωτοβουλία για την ενίσχυση της βιομηχανικής ανταγωνιστικότητας και τη διασφάλιση ισχυρής αλυσίδας εφοδιασμού της ΕΕ και ειδικευμένου εργατικού δυναμικού. 

Ένα σημαντικό όφελος αυτών των προσπαθειών είναι η χαμηλότερη εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα χάρη στη μείωση κατά 80% της κατανάλωσης ενέργειας από το 2021 έως το 2040. Το πλαίσιο πολιτικής για την περίοδο μετά το 2030 θα αποτελέσει ευκαιρία για την περαιτέρω ανάπτυξη αυτών των πολιτικών και τη συμπλήρωσή τους με κοινωνικές και βιομηχανικές πολιτικές, ώστε να διασφαλιστεί η ομαλή μετάβαση από τα ορυκτά καύσιμα.

Ο τομέας των μεταφορών αναμένεται να απαλλαγεί από τις ανθρακούχες εκπομπές μέσω ενός συνδυασμού τεχνολογικών λύσεων και τιμολόγησης των ανθρακούχων εκπομπών. Με τις σωστές πολιτικές και στήριξη, ο γεωργικός τομέας μπορεί επίσης να διαδραματίσει ρόλο στη μετάβαση, διασφαλίζοντας παράλληλα επαρκή παραγωγή τροφίμων στην Ευρώπη, εξασφαλίζοντας δίκαια εισοδήματα και παρέχοντας άλλες ζωτικές υπηρεσίες, όπως η ενίσχυση της ικανότητας των εδαφών και των δασών να αποθηκεύουν περισσότερο άνθρακα. Ένας ολιστικός διάλογος με την ευρύτερη βιομηχανία τροφίμων, και πέρα από την πύλη της εκμετάλλευσης, είναι ζωτικής σημασίας για την επιτυχία σε αυτόν τον τομέα και για την ανάπτυξη βιώσιμων πρακτικών και επιχειρηματικών μοντέλων.

Η ΕΕ θα συνεχίσει να αναπτύσσει τις κατάλληλες συνθήκες-πλαίσιο για την προσέλκυση επενδύσεων και παραγωγής. Η επιτυχής κλιματική μετάβαση θα πρέπει να συμβαδίζει με την ενίσχυση της βιομηχανικής ανταγωνιστικότητας, ιδίως στους τομείς καθαρής τεχνολογίας. Ένα μελλοντικό ευνοϊκό πλαίσιο για την απαλλαγή της βιομηχανίας από τις ανθρακούχες εκπομπές θα πρέπει να βασίζεται στο υφιστάμενο βιομηχανικό σχέδιο της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας. Οι δημόσιες επενδύσεις θα πρέπει να είναι καλά στοχευμένες με τον κατάλληλο συνδυασμό επιχορηγήσεων, δανείων, ιδίων κεφαλαίων, εγγυήσεων, συμβουλευτικών υπηρεσιών και άλλης δημόσιας στήριξης. Η τιμολόγηση των ανθρακούχων εκπομπών θα πρέπει να συνεχίσει να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην παροχή κινήτρων για επενδύσεις σε καθαρές τεχνολογίες και στη δημιουργία εσόδων για δαπάνες στη δράση για το κλίμα και στην κοινωνική στήριξη για τη μετάβαση.

Η επίτευξη του συνιστώμενου στόχου του 90% θα απαιτήσει τόσο μειώσεις εκπομπών όσο και απορροφήσεις άνθρακα. Θα απαιτήσει την ανάπτυξη τεχνολογιών δέσμευσης και αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα, καθώς και τη χρήση δεσμευμένου άνθρακα στη βιομηχανία. Η στρατηγική της ΕΕ για τη διαχείριση του βιομηχανικού άνθρακα θα στηρίξει την ανάπτυξη των αλυσίδων εφοδιασμού CO2 και των απαιτούμενων υποδομών μεταφοράς CO2. Η δέσμευση άνθρακα θα πρέπει να στοχεύει σε τομείς που είναι δύσκολο να μειωθούν όπου οι εναλλακτικές λύσεις είναι λιγότερο οικονομικά βιώσιμες. Θα χρειαστούν επίσης απορροφήσεις άνθρακα για τη δημιουργία αρνητικών εκπομπών μετά το 2050.

Ιστορικά υψηλή επιτάχυνση της κλιματικής διαταραχής το 2023

Μια ιστορικά υψηλή επιτάχυνση της κλιματικής διαταραχής το 2023, είδε την υπερθέρμανση του πλανήτη να φτάνει τους 1,48 °C πάνω από τα προβιομηχανικά επίπεδα και τις θερμοκρασίες των ωκεανών και την απώλεια πάγου στον Ανταρκτικό Ωκεανό να σπάνε ρεκόρ με μεγάλη διαφορά. Η θερμοκρασία του επιφανειακού αέρα έχει αυξηθεί ακόμη πιο απότομα στην Ευρώπη, με τον τελευταίο πενταετή μέσο όρο να ανέρχεται σε 2,2°C πάνω από την προβιομηχανική εποχή. Οι δασικές πυρκαγιές, οι πλημμύρες, οι ξηρασίες και οι καύσωνες προβλέπεται να αυξηθούν, και η μείωση των εκπομπών και η ενίσχυση της δράσης προσαρμογής είναι ο μόνος τρόπος για να αποφευχθούν τα χειρότερα αποτελέσματα της κλιματικής αλλαγής και να προστατευθούν οι ζωές, η υγεία, η οικονομία και τα οικοσυστήματα.

Ο ευρωπαϊκός νόμος για το κλίμα, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ τον Ιούλιο του 2021, κατοχυρώνει στη νομοθεσία τη δέσμευση της ΕΕ να επιτύχει κλιματική ουδετερότητα έως το 2050 και τον ενδιάμεσο στόχο μείωσης των καθαρών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά τουλάχιστον 55 % έως το 2030, σε σύγκριση με τα επίπεδα του 1990. Έκτοτε, η ΕΕ ενέκρινε δέσμη νομοθετικών μέτρων, γνωστή ως «Fit for 55», η οποία θα επιτρέψει την επίτευξη των στόχων για το 2030. Ο νόμος για το κλίμα απαιτεί επίσης από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να προτείνει κλιματικό στόχο για το 2040 εντός έξι μηνών από τον πρώτο παγκόσμιο απολογισμό της συμφωνίας του Παρισιού, ο οποίος πραγματοποιήθηκε τον Δεκέμβριο του 2023. Μόλις εγκριθεί ο κλιματικός στόχος για το 2040, υπό την επόμενη Επιτροπή, ο στόχος αυτός θα αποτελέσει τη βάση για τη νέα εθνικά καθορισμένη συνεισφορά της ΕΕ στο πλαίσιο της συμφωνίας του Παρισιού, η οποία πρέπει να κοινοποιηθεί στην UNFCCC το 2025.

Ο καθορισμός κλιματικού στόχου για το 2040 όχι μόνο θα αποφέρει σαφή οικονομικά οφέλη από χαμηλότερους κινδύνους ακραίων καιρικών φαινομένων και των σχετικών απωλειών τους, αλλά συνοδεύεται επίσης από πολλά παράλληλα οφέλη, όπως η βελτίωση της ποιότητας του αέρα και τα συναφή οφέλη για την υγεία, η μειωμένη εξάρτηση από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα και τα οφέλη για τη βιοποικιλότητα. Η κλιματική αλλαγή προκαλεί συχνότερα και σοβαρότερα ακραία καιρικά φαινόμενα, τα οποία οδηγούν σε σημαντικές και αυξανόμενες κοινωνικές επιπτώσεις και οικονομικές ζημίες. Αυτές οι οικονομικές απώλειες υπερβαίνουν κατά πολύ το κόστος της δράσης για το κλίμα.

Δηλώσεις

Ο Maroš Šefčovič, εκτελεστικός αντιπρόεδρος αρμόδιος για την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία, τόνισε: «Η Ευρώπη έχει ήδη λάβει στρατηγική απόφαση να επενδύσει σε μια καινοτόμο, βιώσιμη και παγκοσμίως ανταγωνιστική οικονομία, με επίκεντρο τις ευέλικτες καθαρές βιομηχανίες. Σήμερα, κάνουμε το επόμενο βήμα για να επιτύχουμε ακριβώς αυτό, με πρωταρχικό στόχο να φέρουμε μακροπρόθεσμη ευημερία, σταθερές θέσεις εργασίας και μεγαλύτερη οικονομική ασφάλεια της ΕΕ. Βλέπουμε τη βιομηχανική υπεροχή και τη δίκαιη μετάβαση ως δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Ως ισχυρός παγκόσμιος παράγοντας στις τεχνολογίες μηδενικού ισοζυγίου εκπομπών, η ΕΕ θα συνεχίσει να διατηρεί τη δικαιοσύνη και την αλληλεγγύη στο επίκεντρο της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας».

Η Kadri Simson, Επίτροπος Ενέργειας, δήλωσε: «Ο τομέας της ενέργειας πρωτοστατεί στην απαλλαγή της Ευρώπης από τις ανθρακούχες εκπομπές και στη μείωση των εκπομπών, και πρέπει να συνεχίσουμε σε αυτήν την πορεία προς το 2040. Στη δεκαετία του 2030 θα πρέπει να δούμε σημαντική πρόοδο στη μετάβαση από τα ορυκτά καύσιμα και αυξανόμενο μερίδιο των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στο ενεργειακό μας μείγμα. Στέλνουμε ένα σαφές μήνυμα στους επενδυτές ότι η Ευρώπη παραμένει στην πορεία και τους προσφέρει μακροπρόθεσμη προβλεψιμότητα και σταθερότητα. Για τους πολίτες μας, στέλνουμε ένα σαφές μήνυμα ότι επίκεινται καθαρότερες λύσεις και ότι τις συνοδεύουμε στη μετάβαση».

Τέλος, ο Wopke Hoekstra, επίτροπος αρμόδιος για τη δράση για το κλίμα,υπογράμμισε: «Μόλις ζήσαμε το θερμότερο έτος που έχει καταγραφεί. Τα επιχειρήματα υπέρ της δράσης για το κλίμα είναι πέραν πάσης αμφιβολίας και απαιτούν σχεδιασμό τώρα. Προχωρώντας μπροστά, θα πρέπει να σταθούμε πιο σταθερά σε δύο πόδια: ένα ασφαλές και υγιές κλίμα για όλους και μια ισχυρή, ανθεκτική οικονομία, με λαμπρό μέλλον για τις επιχειρήσεις και δίκαιη μετάβαση για όλους. Αυτή η ανακοίνωση που παρουσιάζουμε σήμερα είναι επίσης ένα μήνυμα προς τους εταίρους μας σε όλο τον κόσμο ότι η Ευρώπη εξακολουθεί να πρωτοστατεί στην παγκόσμια φιλοδοξία για το κλίμα. Η αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης είναι μαραθώνιος, όχι σπριντ. Πρέπει να διασφαλίσουμε ότι όλοι θα περάσουν τη γραμμή τερματισμού και κανείς δεν θα μείνει πίσω».