Πηγή Εικόνας: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Τις δυνατότητες της τεχνητής νοημοσύνης (ΑΙ), αναγνωρίζουν οι διευθύνοντες σύμβουλοι παγκοσμίως ωστόσο οι περισσότεροι αντιμετωπίζουν σημαντικές προκλήσεις όσον αφορά τη διαμόρφωση και την υλοποίηση σχετικών στρατηγικών, σύμφωνα με την τελευταία έκδοση της παγκόσμιας έρευνας της EY, CEO Outlook Pulse survey.


Η τριμηνιαία έρευνα της EY με συμμετοχή 1.200 CEOs από όλο τον κόσμο, αναδεικνύει τις προκλήσεις, αλλά και τις πιέσεις που αντιμετωπίζουν οι διευθύνοντες σύμβουλοι στην υιοθέτηση της τεχνητής νοημοσύνης. Ενώ περισσότεροι από τα δύο τρίτα (70%) των ερωτηθέντων CEOs κατανοούν την ανάγκη να δράσουν γρήγορα ως προς τη Generative AI (παραγωγική τεχνητή νοημοσύνη – GenAI) για να διατηρήσουν στρατηγικό πλεονέκτημα έναντι των ανταγωνιστών τους, ένα αντίστοιχο ποσοστό (68%) αναφέρουν, επίσης, ότι η αβεβαιότητα γύρω από την τεχνολογία αυτή δημιουργεί προκλήσεις, γεγονός που καθιστά δύσκολες τις γρήγορες κινήσεις.

Έχοντας επίγνωση της δυνατότητας της GenAI να διαταράξει τα επιχειρηματικά τους μοντέλα, το σύνολο των CEOs (99%) πραγματοποιούν ή σχεδιάζουν σημαντικές επενδύσεις σε αυτή την τεχνολογία. Για τη χρηματοδότηση αυτών των επενδύσεων, το 69% ανακατανέμουν κεφάλαια από άλλα επενδυτικά έργα ή προϋπολογισμούς τεχνολογίας, ενώ το 23% αντλούν νέα κεφάλαια.

Ωστόσο, πάνω από το ένα τέταρτο (26%) των ερωτηθέντων CEOs, αναφέρουν ότι ο γρήγορος ρυθμός προόδου της GenAI είναι η μεγαλύτερη πρόκληση για τη λήψη αποφάσεων για την κατανομή κεφαλαίων σε σχετικές πρωτοβουλίες. Δύο στους τρεις (66%) πιστεύουν, επίσης, ότι η αύξηση του αριθμού των εταιρειών που ισχυρίζονται ότι διαθέτουν τεχνογνωσία στην τεχνητή νοημοσύνη, περιπλέκει τις αποφάσεις για ανάπτυξη αξιόπιστων συνεργασιών οικοσυστήματος, καθώς και τον εντοπισμό στόχων εξαγοράς.

Παρά τις προκλήσεις, οι διευθύνοντες σύμβουλοι επενδύουν στο μέλλον του ανθρώπινου κεφαλαίου για να επιταχύνουν τις πρωτοβουλίες τεχνητής νοημοσύνης – η πλειοψηφία (87%) δήλωσε ότι έχουν ολοκληρώσει ή προχωρούν με την πρόσληψη νέων ταλέντων με δεξιότητες που συνδέονται με τη GenAI. Πολλοί, επίσης, δημιουργούν πιλοτικά σχήματα και συνεργασίες με πολλαπλές εταιρείες.

Καθώς οι επικεφαλής των επιχειρήσεων συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν μακροοικονομικές αντιξοότητες, αλλαγές στο ρυθμιστικό περιβάλλον και γεωπολιτική αστάθεια, πολλοί εξακολουθούν να αναμένουν υψηλά επίπεδα ανάπτυξης στο εγγύς μέλλον και ενισχύουν τις επενδύσεις τους σε έρευνα & ανάπτυξη (R&D), αλλά και τις κεφαλαιουχικές τους δαπάνες (capex).

Η έρευνα της EY αναδεικνύει ότι η πλειοψηφία των CEOs (89%) σχεδιάζει κάποια μορφή συναλλαγής τους επόμενους 12 μήνες. Ωστόσο, οι προθέσεις για συγχωνεύσεις και εξαγορές (Σ&Ε) βρίσκονται στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2014, καθώς μόνο το 35% των CEOs σχεδιάζουν τέτοιες συμφωνίες τους επόμενους 12 μήνες. Αυτό, μπορεί να αποδοθεί στην τρέχουσα γεωπολιτική και μακροοικονομική αβεβαιότητα, αλλά αντικατοπτρίζει, επίσης, και τη σύγχυση ως προς τους επιχειρηματικούς στόχους για την τεχνητή νοημοσύνη, και τη μείωση που καταγράφεται στις Σ&Ε που επικεντρώνονται στην τεχνολογία αυτή, μετά από μία αύξηση στις αρχές του χρόνου.

Η διάθεση για επιδίωξη Σ&Ε είναι πολύ υψηλότερη στην περιοχή της αμερικανικής ηπείρου (47%) από ό,τι στην περιοχή Ευρώπης, Μέσης Ανατολής και Αφρικής (29%) ή στην περιοχή Ασίας-Ειρηνικού (25%), αντανακλώντας την ισχυρή άνοδο των συναλλαγών που παρατηρήθηκε στην περιοχή το 3ο τρίμηνο του 2023.

Οι μισοί CEOs (50%) που συμμετείχαν στην έρευνα, σχεδιάζουν να επεκτείνουν τις δραστηριότητές τους τους επόμενους 12 μήνες, εκτός της έδρας τους. Σε αυτό το πλαίσιο, η περιοχή Ασίας-Ειρηνικού έχει αναδειχθεί σε σημαντικό προορισμό, με την Κίνα, την Αυστραλία, την Ινδία, την Ιαπωνία και τη Σιγκαπούρη, να αναδεικνύονται στους πέντε κορυφαίους προορισμούς για επέκταση δραστηριοτήτων.

Τα τελευταία τέσσερα χρόνια, οι επικεφαλής των επιχειρήσεων αντιδρούν άμεσα στις μεταβαλλόμενες συμπεριφορές των καταναλωτών, στις διαταραχές και την αναδιαμόρφωση των εφοδιαστικών αλυσίδων, στις ανατροπές στην παγκόσμια αγορά ενέργειας και στις συνεχείς αλλαγές στο περιβάλλον ανάπτυξης, πληθωρισμού και επιτοκίων. Ωστόσο, ένα σημαντικό ποσοστό των ερωτηθέντων αναμένουν υψηλότερα επίπεδα ανάπτυξης (66%) και κερδοφορίας (65%) το 2024, σε σύγκριση με το 2023 – ποσοστά που αναμένεται βραχυπρόθεσμα να αμβλυνθούν.