Ελλείψεις στο σύστημα λογοδοσίας και ελέγχου των κονδυλίων για την ανάκαμψη από την πανδημία, στο πλαίσιο του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF), διαπιστώνει το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο (ΕΕΣ) σε έκθεση την οποία έδωσε στη δημοσιότητα την Τετάρτη, μεταδίδει το ΑΠΕ-ΜΠΕ.


«Σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανέπτυξε ένα σύστημα δικλείδων με ελέγχους αναφορικά με το βασικό ταμείο της ΕΕ για την ανάκαμψη από την πανδημία στο πλαίσιο του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF) που έχει συνολικό προϋπολογισμό 724 δισεκατομμύρια ευρώ», επισημαίνει το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο (ΕΕΣ), το οποίο εξέτασε τον σχεδιασμό του εν λόγω συστήματος και διαπίστωσε ελλείψεις στη διασφάλιση και τη λογοδοσία όσον αφορά την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ.

«Τα κράτη μέλη είναι υποχρεωμένα να ελέγχουν τη συμμόρφωση των χρηματοδοτούμενων από το Μηχανισμό Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF) επενδυτικών έργων με τους ενωσιακούς και εθνικούς κανόνες. Ωστόσο, ελάχιστες είναι οι επαληθευμένες πληροφορίες που έχει συγκεντρώσει η Επιτροπή από τις εργασίες της σχετικά με το κατά πόσον και με ποιο τρόπο διενεργούνται οι εν λόγω έλεγχοι σε εθνικό επίπεδο. Χωρίς διασφάλιση ως προς την τήρηση των εν λόγω κανόνων δεν υπάρχει λογοδοσία σε επίπεδο ΕΕ», επισημαίνει το EEΣ.

Ειδικότερα υπενθυμίζεται ότι η Επιτροπή εισήγαγε έναν νέο τρόπο για τη διοχέτευση πόρων μέσω του RRF: πραγματοποιεί πληρωμές προς τις χώρες της ΕΕ αφότου βεβαιωθεί για την από μέρους τους εκπλήρωση των προσυμφωνημένων στα οικεία εθνικά σχέδια ανάκαμψης στόχων, μέσω της επίτευξης ορόσημων και τιμών-στόχου. Για τον σκοπό αυτό, η Επιτροπή έχει θέσει σε εφαρμογή ένα εκτενές σύνολο ελέγχων, με τους οποίους επαληθεύει τα στοιχεία που της υποβάλλουν τα κράτη μέλη προς απόδειξη της επίτευξης των εν λόγω ορόσημων και τιμών-στόχου. Εντούτοις, στο πλαίσιο χρηματοδοτούμενων από το RRF επενδυτικών έργων, η συμμόρφωση με τους σχετικούς ενωσιακούς και εθνικούς κανόνες δεν αποτελεί προϋπόθεση της πληρωμής, σε αντίθεση με άλλα χρηματοδοτικά προγράμματα της ΕΕ. Η εν λόγω συμμόρφωση δεν καλύπτεται ούτε από τους ελέγχους που διενεργεί η Επιτροπή όσον αφορά τις αιτήσεις πληρωμών των κρατών μελών.

«Οι πολίτες θα εμπιστευτούν νέους τρόπους ενωσιακής χρηματοδότησης, μόνον εάν είναι βέβαιοι ότι τα χρήματά τους δαπανώνται σωστά», δήλωσε ο Πρόεδρος του ΕΕΣ, Tόνι Μέρφι. «Επί του παρόντος, υπάρχουν ελλείψεις από την άποψη της διασφάλισης που μπορεί να παρέχει η Επιτροπή σχετικά με το βασικό ταμείο της ΕΕ για την ανάκαμψη από την πανδημία, καθώς και έλλειψη λογοδοσίας σε επίπεδο ΕΕ.»

Τα επόμενα χρόνια, η Επιτροπή σκοπεύει να εξετάσει κατά πόσον είναι κατάλληλοι οι έλεγχοι που διενεργεί κάθε χώρα της ΕΕ. Η αξιολόγηση της Επιτροπής θα επικεντρωθεί στο κατά πόσον τα συστήματα δικλείδων των κρατών μελών είναι ικανά να αποτρέπουν, να εντοπίζουν και να διορθώνουν περιπτώσεις απάτης, διαφθοράς, σύγκρουσης συμφερόντων και διπλής χρηματοδότησης. Η Επιτροπή έχει εξουσία να προβαίνει στην ανάκτηση των σχετικών ποσών σε περίπτωση τέτοιων παράνομων δραστηριοτήτων, εφόσον τα κράτη μέλη δεν προβαίνουν στην ανάκτηση αυτή. Ωστόσο, το εκτελεστικό όργανο της ΕΕ δεν προέβλεψε την εξέταση του τρόπου με τον οποίο οι χώρες ελέγχουν τη συμμόρφωση των χρηματοδοτούμενων από τον ΜΑΑ επενδυτικών έργων με τους ενωσιακούς και εθνικούς κανόνες. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή διαθέτει περιορισμένες επαληθευμένες πληροφορίες, γεγονός που επηρεάζει τη διασφάλιση που αυτή είναι σε θέση να παρέχει. Το ΕΕΣ προειδοποιεί ότι η μη συμμόρφωση με τους ενωσιακούς και εθνικούς κανόνες, μεταξύ άλλων τους κανόνες για τις δημόσιες συμβάσεις και τις κρατικές ενισχύσεις και τους κανόνες επιλεξιμότητας, είναι εκτεταμένη σε άλλα προγράμματα δαπανών της ΕΕ, συνιστώντας σοβαρό κίνδυνο για τα οικονομικά συμφέροντα της ΕΕ. Το ΕΕΣ καλεί την Επιτροπή να βρει τρόπους να καλύψει τις ελλείψεις στη διασφάλιση σε επίπεδο ΕΕ.

Το ΕΕΣ επισήμανε, τέλος, ότι υπάρχει περιθώριο βελτίωσης σχετικά με την αναφορά περιπτώσεων απάτης και ότι απαιτείται περαιτέρω καθοδήγηση όσον αφορά τη συνεπή εφαρμογή κατ’ αποκοπή διορθώσεων σε σχέση με διαπιστούμενες αδυναμίες στα συστήματα δικλείδων των χωρών.