Περισσότερα από δέκα ελληνικά πρότζεκτ, συνολικού προϋπολογισμού περίπου 850 εκατ. ευρώ, έχει υπό εξέταση για χρηματοδότηση κατά τα έτη 2021 και 2022 η διακρατική* Τράπεζα Εμπορίου και Ανάπτυξης Ευξείνου Πόντου («Παρευξείνια»), στους τομείς -μεταξύ άλλων- της διανομής φυσικού αερίου, της ηλεκτρικής ενέργειας, των υποδομών και του χρηματοοικονομικού κλάδου, όπως γνωστοποιεί, σε συνέντευξή του στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο πρόεδρός της, Ρώσος οικονομολόγος Ντμίτρι Πάνκιν (Dmitry Pankin).

Προσθέτει ότι η Τράπεζα έχει φιλόδοξα σχέδια για την περαιτέρω αύξηση του χαρτοφυλακίου της στη χώρα μας, που κατά το δύσκολο 2020 ήταν η δεύτερη μεγαλύτερη δανειολήπτρια μεταξύ των 11 κρατών- μετόχων της Παρευξείνιας, με μερίδιο 18,4%. Ανακοινώνει δε, ότι άμεσα προκηρύσσεται διαγωνισμός για την αγορά οικοπέδου στη Θεσσαλονίκη, όπου θα οικοδομηθεί το ιδιόκτητο κτίριο των εγκαταστάσεων της Παρευξείνιας, έπειτα από αναμονή 22 ετών (σ.σ. το 2019 εγκρίθηκε με νόμο η καταβολή κεφαλαίων ύψους 10 εκατ. ευρώ στην Παρευξείνια για τις μόνιμες αυτές εγκαταστάσεις, εκπληρώνοντας μια δέσμευση της ελληνικής κυβέρνησης, που εκκρεμούσε από την ίδρυση της Τράπεζας, το 1999).

Ο κ. Πάνκιν διατυπώνει ακόμα την εκτίμηση ότι η πανδημία ενδέχεται να λειτουργήσει ευνοϊκά για την Ελλάδα: αφενός, βελτιώθηκε η φήμη της χώρας στις διεθνείς αγορές, χάρη στον τρόπο διαχείρισης της πανδημικής κρίσης. Αφετέρου, η πανδημία ενδέχεται να συμβάλλει στην προσέλκυση, στην Ελλάδα, ανθρώπινου ταλέντου υψηλού επιπέδου, καθώς η απομακρυσμένη εργασία είναι πλέον συνήθης πρακτική και η χώρα μας προσφέρει ευχάριστο περιβάλλον διαβίωσης.

«Για την Ελλάδα θεωρώ πως είναι σημαντικό ότι, πλέον, δεν χρειάζεται να κατοικείς στη Φρανκφούρτη ή το Λονδίνο, για να εργάζεσαι σε μια μεγάλη εταιρεία. Μπορείς να κάνεις την ίδια δουλειά από τη Χαλκιδική, όπου το περιβάλλον διαβίωσης είναι πιο ευχάριστο. Νομίζω πως πολλοί άνθρωποι θα προτιμήσουν να εργαστούν στην Ελλάδα κι αυτό το είδος αλλαγής στην αγορά εργασίας είναι ευνοϊκό για τη χώρα», λέει χαρακτηριστικά και συμπληρώνει πως εξελίξεις που επιταχύνθηκαν λόγω της πανδημίας, όπως η ψηφιοποίηση του ελληνικού κράτους, πιθανότατα θα βοηθήσουν την Ελλάδα να βελτιώσει τη θέση της στις διεθνείς κατατάξεις «doing business» και να προσελκύσει περισσότερες άμεσες ξένες επενδύσεις.

Επιπλέον, ο πρόεδρος της Παρευξείνιας χαρακτηρίζει τις επενδύσεις σε «πράσινη» ενέργεια ως μεγάλη ευκαιρία για την Ελλάδα και συμπληρώνει ότι η Παρευξείνια Τράπεζα προτίθεται να στηρίξει τη χώρα και στη διαδικασία της μετάβασης στη μεταλιγνιτική εποχή, χρηματοδοτώντας σχετικά έργα. Άλλοι τομείς στους οποίους εκτιμά ότι ενδεχομένως θα υπάρξει ανάπτυξη είναι εκείνοι του λογισμικού, της έρευνας και των υποδομών (πχ. τηλεπικοινωνιών και συστημάτων υγείας).

Κατά τον κ. Πάνκιν, το 2020 η Τράπεζα είχε στο χαρτοφυλάκιό της εγκεκριμένα έργα ύψους 106 εκατ. ευρώ στην Ελλάδα, εκ των οποίων τα 40 εκατ. εκταμιεύτηκαν για εμπορικές χρηματοδοτήσεις προς την «Εθνική Factors» με στόχο τη στήριξη των πελατών της εν μέσω πανδημίας και τα 52,6 εκατ. δόθηκαν στην «Prometheus Gas S.A.», ως ασφάλεια πληρωμών προς τη ρωσική Gazprom, για την προμήθεια φυσικού αερίου στην Ελλάδα.

Πόσο γρήγορα θα έρθει η ανάκαμψη;

Στο ερώτημα πόσο γρήγορα θα μπορούσε να ανακάμψει η ελληνική οικονομία από την τρέχουσα κρίση, απαντά: «Λαμβανομένου υπόψη ότι το 2020 είχαμε συρρίκνωση του ΑΕΠ στην Ελλάδα κατά 8,5% και για φέτος αναμένεται ανάπτυξη της τάξης του 2,8%, σε έναν βαθμό η ανάκαμψη έχει σταδιακά αρχίσει. Για το 2022 δε, η πρόβλεψη είναι πολύ πιο αισιόδοξη, για ανάπτυξη γύρω στο 5%. Η οικονομία λοιπόν ήδη αναπτύσσεται και δεν αναμένεται πρόσθετη συρρίκνωση. Αντίστοιχες είναι οι εκτιμήσεις μας και για τις υπόλοιπες χώρες της περιοχής της Μαύρης Θάλασσας. Η μέση μείωση του πραγματικού ΑΕΠ στην περιοχή το 2020 ήταν 2,4% και παρά τις αρχικές πολύ απαισιόδοξες εκτιμήσεις, αποδείχτηκε ηπιότερη από την κάθετη πτώση που σημειώθηκε στον απόηχο της οικονομικής κρίσης του 2008. Όταν η «σκόνη» κατακαθίσει, θα είμαστε σε θέση να υπολογίσουμε με μεγαλύτερη ακρίβεια τον πιθανό μακροπρόθεσμο αντίκτυπο των περιοριστικών μέτρων που ελήφθησαν και θα μπορούμε να δούμε την πραγματική κλίμακα των προβλημάτων στην οικονομία και τους διάφορους τομείς της. Εν αναμονή των εξελίξεων, κατά το πρώτο τετράμηνο του 2021, οι ετήσιοι ρυθμοί ανάπτυξης στην περιοχή εκτιμάται ότι ήταν θετικοί και η προσδοκία είναι ότι, καθώς η πανδημία υποχωρεί, υπάρχει καλή πιθανότητα να δούμε την οικονομική και χρηματοοικονομική δραστηριότητα να ανακάμπτει και να επιστρέφει στην κανονικότητα μέσα στους επόμενους 12 μήνες».

Η εικόνα, λοιπόν, δείχνει να βελτιώνεται. Αυτό σημαίνει ότι έχει αποφευχθεί ο κίνδυνος αρνητικών εξελίξεων στις διεθνείς οικονομίες; Ο κ. Πάνκιν εκτιμά πως ο κίνδυνος δεν έχει αποσοβηθεί. «Το πρόβλημα που ανέκυψε στην παγκόσμια οικονομία λόγω της πανδημίας αντιμετωπίστηκε με την υψηλή προσφορά χρήματος. Μόνο η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα εκταμίευσε πρόσθετη ρευστότητα ύψους 4 τρισ. ευρώ, ενώ έγινε αγορά ομολόγων και διοχέτευση ρευστότητας με μηδενικά επιτόκια. Το μεγάλο ερώτημα τώρα είναι ποια θα είναι η διόρθωση. Είναι πολύ εύκολο να δαπανάς χρήματα, αλλά ταυτόχρονα είναι αναπόφευκτη η εφαρμογή πιο σφιχτής δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής, ώστε να επιστρέψουμε στα θετικά επιτόκια» σημειώνει. Προσθέτει πως ενώ είναι εύκολο να αντιμετωπίσεις το έλλειμμα του προϋπολογισμού με τα σημερινά μηδενικά επιτόκια, όταν αυτά επιστρέψουν σε υψηλότερα επίπεδα, θα υπάρχουν σοβαροί περιορισμοί στην εκτέλεση των προϋπολογισμών. «Σοβαρή πρόκληση για την ευρωπαϊκή και παγκόσμια οικονομία είναι λοιπόν να διαχειριστούμε τα επιτόκια, να πολεμήσουμε τον πληθωρισμό που αναπόφευκτα θα αυξηθεί -ήδη βλέπουμε τα πρώτα σημάδια στις τιμές του real estate- και να αντιμετωπίσουμε το συσσωρευόμενο δημόσιο χρέος και τα ελλείμματα του προϋπολογισμού», τονίζει.

Κίνδυνος αύξησης των «κόκκινων» δανείων

Ως προς τα «κόκκινα» δάνεια εκτιμά ότι αυτά μπορεί να αυξηθούν διεθνώς, όταν τα επιτόκια ανέβουν ξανά και η δημοσιονομική και νομισματική πολιτική «σφίξει», επισημαίνοντας ότι για να αντιμετωπιστεί αυτή η απειλή, χρειάζεται να γίνεται στο εξής πολύ προσεκτική αξιολόγηση ρίσκου από τις τράπεζες, αλλά και διασπορά του κινδύνου μεταξύ διαφορετικών εταίρων (πχ. μεταξύ τραπεζών, ασφαλιστικών εταιρειών και funds). Όπως λέει, η αφθονία ρευστότητας είναι αυτή τη στιγμή η μεγάλη πρόκληση για τις επενδυτικές και εμπορικές τράπεζες: «βλέπουμε ότι σε ένα περιβάλλον τόσο χαμηλών επιτοκίων, δεν υπάρχει μεγάλη διάκριση ως προς το κόστος του δανεισμού μεταξύ των δυνητικά επισφαλών επιχειρήσεων- δανειοληπτριών και των καλών εταιρειών. Άρα, το μεγάλο ζήτημα για τις τράπεζες σήμερα είναι η καλή αξιολόγηση ρίσκου, η προσεκτική ανάλυση, η σωστή προετοιμασία των πρότζεκτ προς χρηματοδότηση και η οργάνωση της ίδιας της χρηματοδότησης».

Ερωτηθείς για τον ρόλο που έπαιξαν τα Διεθνή Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα (IFIs), όπως η Παρευξείνια, η ΕΤΕπ και η EBRD, στη στήριξη των οικονομιών διεθνώς, κατά τη διάρκεια της πανδημίας, ο κ. Πάνκιν σημειώνει ότι, παρότι θα τον έκανε ευτυχή να πει ότι η συνεισφορά τους ήταν σημαντική, η πραγματικότητα είναι λίγο διαφορετική: «Τα IFIs δεν έπαιξαν πολύ σημαντικό ρόλο. Οι μεγάλοι παίκτες ήταν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ, με την πρώτη να δίνει 4 τρισ. ευρώ και τη δεύτερη περί τα 3-3,5 τρισ. δολάρια. Μόνο οι κεντρικές τράπεζες της ΕΕ και των ΗΠΑ δηλαδή -και δεν συνυπολογίζω εκείνες άλλων χωρών, όπως η Ιαπωνία, η Ρωσία και η Κίνα- πρόσφεραν πάνω από 7 τρισ., ενώ τα IFIs περίπου 200 δισ. ευρώ. Κι αυτό είναι λογικό. Οι κεντρικές τράπεζες είχαν τη δυνατότητα να δημιουργήσουν χρήμα. Τα IFIs όχι, έτσι κινητοποίησαν και χρησιμοποίησαν μόνο ήδη υφιστάμενα κεφάλαια».

Αυτό ωστόσο δεν αναιρεί το γεγονός ότι σε πολλές περιπτώσεις, οι χρηματοδοτήσεις τους ήταν αυξημένες σε σχέση με το 2019. Τα οικονομικά στοιχεία των ΙFIs για το 2020 δεν έχουν ακόμα ανακοινωθεί επισήμως. Ωστόσο, με βάση προσωρινά στοιχεία, η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ) γνωστοποίησε ότι υπέγραψε πέρυσι χρηματοδοτήσεις ύψους 2,4 δισ. ευρώ στην Ελλάδα (+17,7% σε σχέση με το 2019), ενώ οι επενδύσεις της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης (ΕBRD) στη χώρα μας έφτασαν τα 797 εκατ. ευρώ (+39,6%).

Ανθεκτικότερες οι οικονομίες της Μαύρης Θάλασσας

Συνολικά, παρατηρεί ο κ. Πάνκιν, οι οικονομίες της Μαύρης Θάλασσας αποδείχτηκαν ανθεκτικές κατά τη διάρκεια της κρίσης. «Ενώ οι πιέσεις ήταν σημαντικές, κατά κάποιον τρόπο ελέγχθηκαν, καθώς μετά το σοκ της παγκόσμιας κρίσης του 2008-2009, οι χώρες της περιοχής άρχισαν να δημιουργούν τους αναγκαίους “αποσβεστήρες”, ακόμα και αν αυτό σήμαινε ισχνότερους ρυθμούς ανάπτυξης. Αυτοί οι αποσβεστήρες βοήθησαν τις χώρες της περιοχής να αντιμετωπίσουν την τρέχουσα χρήση καλύτερα από εκείνη της προηγούμενης δεκαετίας. Ως αποτέλεσμα, η οικονομική συρρίκνωση στην περιοχή ήταν λιγότερο ισχυρή σε σχέση με τις χώρες της κεντρικής Ευρώπης και της Βαλτικής και πολύ χαμηλότερη σε σύγκριση με την ΕΕ ως σύνολο. Η περιοχή αποδείχτηκε λοιπόν πιο ανθεκτική και έτοιμη για ταχεία ανάκαμψη», καταλήγει._