
Πηγή Εικόνας: Θοδωρής ΚαραουλάνηςΑν ένας ευρωπαϊκός δήμος αγοράσει κινεζικά λεωφορεία επειδή ήταν τα φθηνότερα στον διαγωνισμό, ποιος ευθύνεται; Ο Στεφάν Σεζουρνέ, εκτελεστικός αντιπρόεδρος της Κομισιόν, έχει έτοιμη την απάντηση, σύμφωνα με δηλώσεις του που μετέφερε η γαλλική Les Echos: από εδώ και πέρα οι Βρυξέλλες νίπτουν τας χείρας τους. Οι νέοι κανόνες δίνουν στις κυβερνήσεις και στις τοπικές αρχές τα εργαλεία να επιλέξουν ευρωπαϊκά. Αν δεν τα χρησιμοποιήσουν, η ευθύνη θα είναι δική τους.
Πρόκειται για μία, φιλόδοξη αλλαγή στις ευρωπαϊκές δημόσιες συμβάσεις εδώ και μια δεκαετία. Στις 9 Σεπτεμβρίου η Επιτροπή παρουσίασε την πρότασή της για έναν νέο Κανονισμό Δημοσίων Συμβάσεων (Public Procurement Act), την πρώτη συνολική αναθεώρηση του πλαισίου μετά το 2014. Πίσω από το προφανές αφήγημα της απλοποίησης υπάρχει ένας καθαρά γεωπολιτικός στόχος: τα χρήματα των Ευρωπαίων φορολογουμένων να μένουν, όσο γίνεται, μέσα στην Ευρώπη.
Ένα κονδύλι μεγαλύτερο από κάθε προϋπολογισμό
Τα μεγέθη εξηγούν γιατί οι Βρυξέλλες επέλεξαν αυτό το πεδίο. Η αγορά των δημόσιων συμβάσεων στην Ευρώπη εκτιμάται σε περίπου 2 τρισ. ευρώ τον χρόνο, δηλαδή γύρω στο 15% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ. Άλλοι υπολογισμοί ανεβάζουν το ποσό στα 2,5 τρισ. Μόνο ένα μέρος αυτού του ποσού υπάγεται σήμερα στους κοινοτικούς κανόνες. Σύμφωνα με την αξιολόγηση της Επιτροπής, πρόκειται για έως το ένα τέταρτο της δαπάνης, με μέση ετήσια αξία 616 δισ. ευρώ, δηλαδή τριπλάσια από τον προϋπολογισμό της ΕΕ.
Με αυτά τα χρήματα φτιάχνονται δρόμοι και γέφυρες, αγοράζεται λογισμικό, εξοπλίζονται νοσοκομεία και σχολεία, ανανεώνονται στόλοι λεωφορείων. Ένα όλο και μεγαλύτερο μέρος τους καταλήγει σε εταιρείες εκτός Ευρώπης, πολύ συχνά κινεζικές. Το αποτέλεσμα φαίνεται στο εμπορικό ισοζύγιο. Η ΕΕ έχει σε εμπορικό έλλειμμα σε σχέση με το Πεκίνο που υπολογίζεται σε περίπου 1 δισ. ευρώ την ημέρα.
Από τη Βαβέλ στις πέντε σελίδες
Το πρώτο σκέλος της μεταρρύθμισης είναι τεχνικό, αλλά όχι ασήμαντο. Τρεις οδηγίες και διατάξεις διάσπαρτες αντικαθίστανται από έναν ενιαίο κανονισμό, που θα ισχύει απευθείας σε όλα τα κράτη-μέλη. Ο κανονισμός, σε αντίθεση με την οδηγία, δεν χρειάζεται μεταφορά στο εθνικό δίκαιο, και αυτό περιορίζει την ευχέρεια που έχουν σήμερα οι κυβερνήσεις στους εγχώριους διαγωνισμούς τους.
Ο Σεζουρνέ έδωσε και τους αριθμούς. Από τις περίπου 900 σελίδες κανόνων θα μείνουν γύρω στις 200. Οι διαδικαστικοί τύποι ανάθεσης θα γίνουν τρεις από πέντε. Ο φάκελος που καταθέτει ένας υποψήφιος ανάδοχος θα μειωθεί από διακόσιες σελίδες σε πέντε. Προβλέπεται επίσης πανευρωπαϊκή ψηφιακή πλατφόρμα, όπου θα δημοσιεύονται όλοι οι διαγωνισμοί. Με την αρχή της «μίας υποβολής», οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις δεν θα καταθέτουν ξανά και ξανά τα ίδια δικαιολογητικά σε κάθε χώρα. Η Επιτροπή υπολογίζει εξοικονόμηση διοικητικού κόστους περίπου 650 εκατ. ευρώ τον χρόνο.
Ο μειοδότης χάνει τον θρόνο
Η ουσιαστική τομή βρίσκεται στα κριτήρια ανάθεσης. Σύμφωνα με τον Σεζουρνέ, ο νέος κανόνας είναι η βέλτιστη σχέση ποιότητας και τιμής και όχι η τιμή μόνη της. Τουλάχιστον το 30% της βαθμολογίας θα βασίζεται σε κριτήρια πέρα από την τιμή, και το 50% στις συμβάσεις έντασης εργασίας. Τα κριτήρια αυτά μπορεί να αφορούν το περιβάλλον, την κοινωνική διάσταση, την καινοτομία, την ασφάλεια και την ανθεκτικότητα, καθώς και την ίδια την ευρωπαϊκή προτίμηση. Όποια αρχή θέλει να παρεκκλίνει από αυτές τις αρχές θα πρέπει να αιτιολογήσει την επιλογή της.
Η αμοιβαιότητα ως όπλο
Η πραγματική φιλοδοξία των Βρυξελλών αφορά το πλαίσιο της «ευρωπαϊκής προτίμησης». Οι δημόσιες αρχές θα μπορούν να αποκλείουν από τους διαγωνισμούς εταιρείες από χώρες που δεν ανοίγουν τις δικές τους δημόσιες αγορές στους Ευρωπαίους. Ο αποκλεισμός θα μπορεί να βασίζεται στην εθνικότητα της εταιρείας ή στην προέλευση των προϊόντων. Αυτό σημαίνει ότι ένας δήμος θα μπορεί να απορρίψει και μια ευρωπαϊκή εταιρεία που προσφέρει κινεζικό εξοπλισμό. Η πρόταση αφορά κυρίως βασικές δημόσιες υπηρεσίες, όπως ενέργεια, νερό, σιδηρόδρομοι, λιμάνια, αεροδρόμια και ταχυδρομεία.
Κατά κανόνα η προτίμηση θα είναι προαιρετική. Η Επιτροπή όμως θα μπορεί, με κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, να την κάνει υποχρεωτική όπου κρίνει ότι το απαιτεί το συμφέρον της Ένωσης. Ο Σεζουρνέ δικαιολογεί την επιλογή με το επιχείρημα της αμοιβαιότητας. Όπως λέει, η Κίνα, η Ινδία, οι ΗΠΑ και όλες οι μεγάλες δυνάμεις χρησιμοποιούν ήδη αυτόν τον μοχλό.
Το τεντωμένο σκοινί
Εδώ αρχίζουν τα δύσκολα. Η ΕΕ έχει δεσμευτεί με τη Συμφωνία για τις Δημόσιες Συμβάσεις (GPA) του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου – ΠΟΕ και με δεκάδες συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου. Γι’ αυτό η πρόταση εξομοιώνει με τους Ευρωπαίους τους επιχειρηματικούς φορείς από χώρες που έχουν υπογράψει τη GPA, όπως ο Καναδάς, η Νότια Κορέα, οι ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ουκρανία και η Ελβετία, καθώς και από χώρες με εμπορική συμφωνία που περιέχει κεφάλαιο για τις δημόσιες συμβάσεις. Κατά τον Σεζουρνέ, η ΕΕ έχει περίπου 40 τέτοιες συμφωνίες με τρίτες χώρες, από τις οποίες περίπου οι μισές προβλέπουν αμοιβαιότητα. Η Κίνα δεν έχει προσχωρήσει στη GPA και αυτό κάνει τον στόχο σαφή. Η αντίδραση ήρθε αμέσως. Το Κινεζικό Εμπορικό Επιμελητήριο στην ΕΕ προειδοποίησε ότι η ευρωπαϊκή προτίμηση μπορεί να στρεβλώσει τους όρους ισότιμου ανταγωνισμού. Βρετανοί αξιωματούχοι υποστηρίζουν ότι οι δύο οικονομίες είναι πολύ στενά δεμένες για μια τέτοια στροφή, ενώ η Ουάσιγκτον αντιτίθεται στην εφαρμογή της προτίμησης στον τομέα των αμυντικών προμηθειών.
Η διαίρεση των «27»
Η μεγαλύτερη μάχη όμως θα δοθεί μέσα στην Ένωση. Η Γαλλία πιέζει για αυστηρό πρότυπο «Made in Europe», ενώ η Γερμανία προτιμά μια πιο χαλαρή διατύπωση «Made with Europe», ανοιχτή σε αξιόπιστους εταίρους. Ήδη από τον Δεκέμβριο του 2025, Τσεχία, Εσθονία, Φινλανδία, Ιρλανδία, Λετονία, Μάλτα, Πορτογαλία, Σλοβακία και Σουηδία ζητούσαν με κοινό κείμενο τη μέγιστη δυνατή προσοχή, προειδοποιώντας για ακριβότερες τιμές, λιγότερο ανταγωνισμό και διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες. Ο Σουηδός πρωθυπουργός Ουλφ Κρίστερσον το είπε ωμά: δεν θέλει να προστατεύονται ευρωπαϊκές επιχειρήσεις που απλώς δεν είναι ανταγωνιστικές.
Το επόμενο βήμα
Τίποτα από αυτά δεν είναι ακόμη νόμος. Η πρόταση πρέπει να εξεταστεί από το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και μπορεί να αλλάξει ουσιαστικά στην πορεία, ενώ η περίοδος διαβούλευσης λήγει στις 16 Νοεμβρίου 2026. Λόγω της μεταβατικής περιόδου, οι νέοι κανόνες δεν θα εφαρμοστούν πριν περάσουν χρόνια.
Μέχρι τότε η Ευρώπη θα πρέπει να αποφασίσει τι θέλει να είναι. Μια αγορά ανοιχτή σε όλους, που πληρώνει φθηνά και εξαρτάται ακριβά; Ή ένας οικονομικός χώρος που χρησιμοποιεί τα δικά του χρήματα ως εργαλείο ισχύος, με τον κίνδυνο να πληρώσει περισσότερα για τα ίδια λεωφορεία; Το μέλλον θα δείξει…














