Η συμμετοχή των συστημάτων πληρώμης ΔΙΑΣ και IRIS στο EuroPA, το European Payments Alliance, αποτελεί μια ιδιαίτερα σημαντική εξέλιξη καθώς καταδεικνύει ότι οι ελληνικές υποδομές πληρωμών μπορούν να συμμετέχουν ισότιμα στη διαμόρφωση του ευρωπαϊκού οικοσυστήματος άμεσων πληρωμών και να προσφέρουν στους Έλληνες πολίτες και στις επιχειρήσεις υπηρεσίες με πραγματικά ευρωπαϊκή διάσταση, υπογράμμισε μεταξύ άλλων η υποδιοικήτρια της Τράπεζας της Ελλάδος Χριστίνα Παπακωσταντίνου μιλώντας στο στο «10th Payments 360 ° Conference».
Όπως εξήγησε η ίδια η ένταξη της ΔΙΑΣ και της υπηρεσίας IRIS στο EuroPA δημιουργεί ένα διαλειτουργικό ευρωπαϊκό δίκτυο άμεσων πληρωμών, μέσω του οποίου οι χρήστες μπορούν να πραγματοποιούν διασυνοριακές μεταφορές χρημάτων χρησιμοποιώντας τις οικείες εθνικές εφαρμογές πληρωμών.
Η σημασία της εξέλιξης αυτής υπερβαίνει τη διευκόλυνση των συναλλαγών. Αποδεικνύει στην πράξη ότι η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση μπορεί να επιτευχθεί χωρίς να υποκατασταθούν οι επιτυχημένες εθνικές λύσεις. Αντίθετα, μέσα από κοινά πρότυπα και διαλειτουργικές υποδομές, οι εθνικές υπηρεσίες μπορούν να αποκτήσουν πραγματικά ευρωπαϊκή εμβέλεια.
Για την Ελλάδα, η συμμετοχή της ΔΙΑΣ και του IRIS στο EuroPA αποτελεί μια ιδιαίτερα σημαντική εξέλιξη. Αναδεικνύει ότι οι ελληνικές υποδομές πληρωμών μπορούν να συμμετέχουν ισότιμα στη διαμόρφωση του ευρωπαϊκού οικοσυστήματος άμεσων πληρωμών και να προσφέρουν στους Έλληνες πολίτες και στις επιχειρήσεις υπηρεσίες με πραγματικά ευρωπαϊκή διάσταση.
Όπως υπογράμμισε η ίδια η Τράπεζα της Ελλάδος στηρίζει ενεργά αυτή την προσπάθεια. Όπως στηρίζει συνολικά όλες τις πρωτοβουλίες που ενισχύουν την ολοκλήρωση της ευρωπαϊκής αγοράς πληρωμών, προάγουν την καινοτομία και ενδυναμώνουν την ανθεκτικότητα των ευρωπαϊκών χρηματοπιστωτικών υποδομών.
Αναφερόμενη στο ψηφιακό ευρώ επεσήμανε ότι η σχετική συζήτηση δεν αφορά απλώς την εισαγωγή ενός νέου μέσου πληρωμών. Αφορά τη διατήρηση του ρόλου του χρήματος κεντρικής τράπεζας σε μια οικονομία που γίνεται ολοένα και πιο ψηφιακή, καθώς το χρήμα κεντρικής τράπεζας αποτελεί τον πυρήνα του νομισματικού συστήματος και τη βάση πάνω στην οποία στηρίζεται η εμπιστοσύνη στο σύνολο του συστήματος πληρωμών. Καθώς οι συναλλαγές μεταφέρονται σε ψηφιακά περιβάλλοντα, είναι κρίσιμο η εμπιστοσύνη αυτή να διατηρηθεί και σε αυτό το νέο πλαίσιο.
«Το ψηφιακό ευρώ έρχεται να καλύψει αυτή την ανάγκη, ως ψηφιακή μορφή χρήματος κεντρικής τράπεζας διαθέσιμη για καθημερινές πληρωμές. Δεν αντικαθιστά τα μετρητά ούτε τις ιδιωτικές λύσεις πληρωμών, αλλά τα συμπληρώνει, ενισχύοντας την ανθεκτικότητα του ευρωπαϊκού οικοσυστήματος πληρωμών. Θα είναι διαθέσιμο δωρεάν σε όλους τους πολίτες και φιλικό προς τον χρήστη, διασφαλίζοντας παράλληλα την ιδιωτικότητα των συναλλαγών. Επίσης, οι επιχειρήσεις και οι έμποροι που θα δέχονται το ψηφιακό ευρώ θα έχουν χαμηλό κόστος προσαρμογής, καθώς θα γίνεται χρήση των υφιστάμενων υποδομών και δικτύων αποδοχής πληρωμών, με αποτέλεσμα το κόστος αποδοχής του ψηφιακού ευρώ να είναι το χαμηλότερο δυνατό. Τέλος, η κεντρική θέση των τραπεζών στη διάθεση του ψηφιακού ευρώ θα τους δίνει τη δυνατότητα να καινοτομήσουν και να συνδυάσουν την προσφορά του ψηφιακού ευρώ με άλλα δικά τους προϊόντα και υπηρεσίες.
Για να διασφαλιστεί ότι το ψηφιακό ευρώ θα λειτουργεί ως μέσο πληρωμής και όχι ως μέσο αποταμίευσης, προβλέπονται όρια διακράτησης και μηδενική απόδοση τόκου, ώστε να προστατεύεται η χρηματοπιστωτική σταθερότητα και ο ρόλος του τραπεζικού συστήματος.
Εν αναμονή της ολοκλήρωσης της νομοθετικής διαδικασίας το 2026, το Ευρωσύστημα βρίσκεται σε τεχνική ετοιμότητα, με έμφαση στις δοκιμές και στη συμμετοχή της αγοράς. Οι πρώτες πιλοτικές δοκιμές θα ξεκινήσουν από τα μέσα του 2027 και μια πιθανή πρώτη έκδοση θα ακολουθήσει εντός του 2029» ανέφερε χαρακτηριστικά.