Πηγή Εικόνας: ΑΠΕ - ΜΠΕ

Της Τέτης Ηγουμενίδη

Η πρόσθετη αμοιβή (πριμ), ύψους 41,6 εκατ., που έχει λάβει η κοινοπραξία Άβαξ – Ghella – Alstom για τη γραμμή 4 του Μετρό δεν επιστρέφεται, προς το παρόν, με απόφαση του υπουργείου Υποδομών, το οποίο έκανε μερικώς δεκτή την ένσταση της αναδόχου.

Την ίδια στιγμή, το υπουργείο δεν αποδέχθηκε τις θέσεις της κοινοπραξίας για το χρονοδιάγραμμα του έργου και κράτησε τη γραμμή της Ελληνικό Μετρό, τοποθετώντας την ολοκλήρωση της νέας γραμμής στις 3 Σεπτεμβρίου 2032, αντί της 13ης Φεβρουαρίου 2034 που προέβλεπε το αναθεωρημένο χρονοδιάγραμμα της αναδόχου.

Στο σκεπτικό της απόφασης σημειώνεται ότι οι παρατάσεις που έχουν δοθεί μέχρι σήμερα συνδέονται με καθυστερήσεις στην παράδοση των χώρων εργασίας, χωρίς υπαιτιότητα της κοινοπραξίας. Υπό αυτό το πρίσμα, το υπουργείο δέχεται ότι οι συγκεκριμένες καθυστερήσεις βρίσκονται εκτός της σφαίρας ευθύνης της αναδόχου και δεν δικαιολογούν, στο παρόν στάδιο, απαίτηση επιστροφής της πρόσθετης αμοιβής.

Βαρύνουσα σημασία αποδίδεται και στο γεγονός ότι η ίδια η αναθέτουσα αρχή είχε αναγνωρίσει πως οι σχετικές παρατάσεις χορηγήθηκαν χωρίς ευθύνη της κοινοπραξίας. Με βάση αυτή τη διαπίστωση, το υπουργείο καταλήγει ότι δεν θεμελιώνεται επί του παρόντος υποχρέωση επιστροφής του πριμ, ενώ δεν προκρίνει ούτε τον άμεσο συμψηφισμό του με επόμενες πληρωμές, εκτιμώντας ότι μια τέτοια κίνηση θα επιβαρύνει οικονομικά την ανάδοχο, χωρίς να τίθεται αντίστοιχος κίνδυνος για την αναθέτουσα αρχή.

Αντίθετα, στο σκέλος του χρονοδιαγράμματος, η απόφαση ακολουθεί την προσέγγιση της υπηρεσίας. Κρίνει ότι το αναθεωρημένο χρονοδιάγραμμα που υπέβαλε η κοινοπραξία συνιστά στην ουσία αίτημα παράτασης της συνολικής προθεσμίας και αποδέχεται τις διορθώσεις που έγιναν από την Ελληνικό Μετρό.

Οι διορθώσεις αυτές βασίστηκαν στην επιλογή να ληφθούν υπόψη μόνο οι καθυστερήσεις που απορρέουν από την παράδοση των χώρων και να μείνουν εκτός πρόσθετες δραστηριότητες που είχε εντάξει η ανάδοχος, όπως νέες μελέτες και μελλοντικές εργασίες, επειδή δεν θεωρήθηκαν επαρκώς προσδιορισμένες. Παράλληλα, σε τμήματα του έργου όπου καταγράφεται υστέρηση, το διορθωμένο χρονοδιάγραμμα προβλέπει ανάκτηση χρόνου μέσω αλληλοεπικάλυψης εργασιών και αναπροσαρμογής επιμέρους διαρκειών.