Πηγή Εικόνας: απε - μπε

Αύξηση των εισαγωγών οίνων κατέγραψε η Ελλάδα το 2025 για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά, παρά τη μείωση κατανάλωσης και πωλήσεων, με τις ποσότητες να ενισχύονται κατά 18,85% σε σχέση με το 2024, φτάνοντας τους 30.212 τόνους από 25.512 τόνους το 2024, σύμφωνα με προσωρινά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ που επεξεργάστηκε ο Κλαδικός Εθνικός Αγροτικός Συνεταιρισμός Αμπελοοινικών Προϊόντων (ΚΕΟΣΟΕ).

Η αξία των εισαγωγών αυξήθηκε κατά 12,07% (71,9 εκατ. ευρώ το 2024 – 80,6 εκατ. ευρώ το 2025), γεγονός που, κατά την ανάλυση της ΚΕΟΣΟΕ, υποδηλώνει αυξημένες εισαγωγές φθηνότερων οίνων ευρωπαϊκής προέλευσης, καθώς η μέση τιμή ενδοκοινοτικών αποκτήσεων ανά κιλό μειώθηκε κατά 5,99%.

Συνολικά, από τρεις χώρες της ΕΕ – Ιταλία, Ισπανία και Βουλγαρία – εισήχθησαν 24.024 τόνοι σε σύνολο 29.985 τόνων, στοιχείο που, σύμφωνα με τον ΚΕΟΣΟΕ, εγείρει ερωτήματα για την επισήμανση των οίνων που διακινήθηκαν στην ελληνική αγορά.

– Αποτέλεσμα της συνεχιζόμενης ανόδου των εισαγωγών ήταν και ότι για δεύτερη χρονιά στα χρονικά οι εισαγωγές σε ποσότητα το 2025 (30.291.109 κιλά) υπερσκέλισαν τις αντίστοιχες εξαγωγές (28.201.726 κιλά).

Οι εισαγωγές από χώρες της ΕΕ αυξήθηκαν σε αξία κατά 11,72% (68,8 εκατ. ευρώ το 2024 – 76,6 εκατ. ευρώ το 2025) και σε ποσότητα κατά 18,85% (25.230 τόνοι – 29.985 τόνοι), ενώ σε σύγκριση με τον μέσο όρο της περιόδου 2020-2024 καταγράφεται αύξηση 33,58% σε αξία και 66,16% σε ποσότητα.

Η μέση τιμή αγοράς οίνων από την ΕΕ διαμορφώθηκε στα 2,56 ευρώ/κιλό το 2025 από 2,73 ευρώ/κιλό το 2024, εξέλιξη που αποδίδεται σε εισαγωγές χαμηλού κόστους κυρίως από Ιταλία και Βουλγαρία.

Σε ό,τι αφορά τις εισαγωγές από τρίτες χώρες, σημειώθηκε αύξηση 19,71% σε αξία (3,14 εκατ. ευρώ το 2024 – 3,76 εκατ. ευρώ το 2025) και 8,51% σε ποσότητα (282 τόνοι – 306 τόνοι), με τη μέση τιμή να αυξάνεται κατά 10,32%.

Ανά χώρα, η Γαλλία επανήλθε στην πρώτη θέση σε αξία ενδοκοινοτικών παραδόσεων, καταγράφοντας αύξηση 25,32% (31,4 εκατ. ευρώ το 2025 – 25 εκατ. ευρώ το 2024), ενώ οι ποσότητες αυξήθηκαν κατά 36,03%. Πτώση 7,87% παρουσιάζει η μέση τιμή αγοράς οίνου από τη Γαλλία (10,17 ευρώ το 2025 – 11,03 ευρώ το 2024).

Η Ιταλία παρέμεινε πρώτη σε ποσότητα, αποστέλλοντας το 33,82% των συνολικών ποσοτήτων οίνου από την ΕΕ, με αύξηση 4,56% σε αξία (26,6 εκατ. ευρώ το 2024 – 27,8 εκατ. ευρώ το 2025) αλλά μικρή μείωση 4,18% σε ποσότητα (10.584.159 κιλά το 2024 – 10.142.262 κιλά το 2025) και στη μέση τιμή κατά 9,11% (2,74 ευρώ το κιλό για το 2025 – 2,51 ευρώ το κιλό για το 2024).

Η Ισπανία κατέγραψε σημαντική άνοδο, με αύξηση 9,44% σε αξία (8.523.456 ευρώ το 2025 – 7.788.583 ευρώ το 2024) και 70,86% σε ποσότητα (12.177.111 κιλά το 2025 – 7.127.007 κιλά το 2024), καταλαμβάνοντας την πρώτη θέση σε εισαγόμενες ποσότητες, ενώ η μέση τιμή ισπανικών οίνων μειώθηκε κατά 35,95% στα 0,70 ευρώ/κιλό.

Από τη Βουλγαρία οι εισαγωγές μειώθηκαν σε αξία και ποσότητα το 2025. Συγκεκριμένα, το 2025 οι ενδοκοινοτικές αποκτήσεις σε αξία μειώθηκαν κατά 39,47% έναντι του 2024 (738.174 ευρώ το 2025 – 1.219.566 ευρώ το 2024) και σε ποσότητα παρουσίασαν ομοίως μείωση κατά 41,82% (1.705.638 κιλά το 2025 – 2.931.862 κιλά το 2024), αλλά η μέση τιμή μονάδος εισαγωγής παρέμεινε σχεδόν σταθερή στο χαμηλό επίπεδο των 0,43 ευρώ το κιλό έναντι των 0,42 ευρώ το κιλό για το 2024.

Τέλος, σύμφωνα με τον ΚΕΟΣΟΕ, η αύξηση εισαγωγών συνδέεται με τη χαμηλή εγχώρια παραγωγή οίνου το 2025, τη μειωμένη διαθεσιμότητα, την απουσία ελέγχων και τη διάδοση εισαγωγών φθηνών ευρωπαϊκών οίνων, ενώ οι εισαγωγές από τρίτες χώρες παραμένουν μικρό ποσοστό της ελληνικής αγοράς.