
Πηγή Εικόνας: απε - μπεΗ παγκόσμια οικονομία δεν αποτιμά επαρκώς τους κινδύνους για τη βιοποικιλότητα και παρότι βασίζονται στη φύση για βασικές πρώτες ύλες και κρίσιμες διεργασίες, όπως η επικονίαση και η διήθηση του νερού, οι επιχειρηματικοί όμιλοι παγκοσμίως υπονομεύουν το περιβάλλον. Αυτό δείχνει έκθεση που εκπονήθηκε την τελευταία 3ετία και έχει την υπογραφή περισσότερων από 150 χώρες.
Η έκθεση αναφέρει χαρακτηριστικά ότι όταν επικεντρωνόμαστε στην ανάπτυξη όπως αυτή προσδιορίζεται από το ΑΕΠ, προκαλείται ζημιά στον φυσικό κόσμο. Όπως μεταδίδει το Bloomberg, σχεδόν 80 επιστήμονες και εμπειρογνώμονες του κλάδου εργάστηκαν επί τρία χρόνια για την εκπόνηση της έκθεσης, η οποία έχει ως στόχο να ενημερώσει τις επενδυτικές αποφάσεις και τις εθνικές πολιτικές. Σημειώνεται ότι, η έκθεση συμφωνήθηκε από ερευνητές και διπλωμάτες στη σύνοδο κορυφής της Διακυβερνητικής Πλατφόρμας για τη Βιοποικιλότητα και τις Οικοσυστημικές Υπηρεσίες (IPBES), η οποία ολοκληρώθηκε την Κυριακή 8 Φεβρουαρίου στο Μάντσεστερ του Ηνωμένου Βασιλείου.
Η φύση βρίσκεται σε παρακμή σε όλο τον κόσμο και τα επίπεδα του λεγόμενου φυσικού κεφαλαίου — οικοσυστήματα και φυσικοί πόροι — έχουν μειωθεί κατά σχεδόν 40%, σύμφωνα με την έκθεση. Ωστόσο, επειδή οι αγορές δεν αποτιμούν επαρκώς τη βιοποικιλότητα, οι επιχειρήσεις δεν επιβαρύνονται με το κόστος της ζημίας και συχνά δεν μπορούν να αποκομίσουν κέρδη από την προστασία της, πράγμα που σημαίνει ότι δεν έχουν κίνητρα να το πράξουν, υποστηρίζουν οι συντάκτες της έκθεσης.
Μη κυβερνητικές οργανώσεις και επιστήμονες υποστηρίζουν εδώ και καιρό ότι η προστασία της φύσης και της βιοποικιλότητας είναι ένας τρόπος για τις εταιρείες να προστατεύσουν τον εαυτό τους από κινδύνους όπως η ακραία ζέστη και οι πλημμύρες, καθώς και η απώλεια των φυτών και της άγριας ζωής από τα οποία εξαρτώνται για την τροφή και τα φάρμακά τους. Ωστόσο, οι εταιρείες και οι κυβερνήσεις εξακολουθούν να προτιμούν επενδύσεις που είναι πιθανό να βλάψουν τη φύση αντί να την βοηθήσουν. Σύμφωνα με την πιο πρόσφατη έκθεση του ΟΗΕ με τίτλο «State of Finance for Nature», το 2023 δαπανήθηκαν περίπου 7,3 τρισεκατομμύρια δολάρια σε δραστηριότητες «αρνητικές για τη φύση», σε σύγκριση με 220 δισεκατομμύρια δολάρια σε επενδύσεις φιλικές προς τη φύση.
«Πολύ συχνά, επί του παρόντος, αυτό που είναι καλό για τις επιχειρήσεις είναι κακό για τη φύση και το αντίστροφο», δήλωσε ο Stephen Polasky, καθηγητής περιβαλλοντικής οικονομίας στο Πανεπιστήμιο της Μινεσότα και συμπρόεδρος της έκθεσης, σε συνέντευξη Τύπου τη Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου, σύμφωνα με το Bloomberg. «Δεν μπορούμε απλά να πούμε “επιχειρήσεις, παρακαλώ να είστε καλές” — πρέπει πραγματικά να το συνδέσουμε με κάποιους μηχανισμούς, ώστε να έχουν κίνητρα να αναλάβουν αυτές τις δράσεις» πρόσθεσε.
Το IPBES λειτουργεί ως το αντίστοιχο της βιοποικιλότητας των εκθέσεων του IPCC των Ηνωμένων Εθνών για το κλίμα, οι οποίες δημοσιεύονται κάθε πέντε έως επτά χρόνια για να παρέχουν μια επιστημονική αξιολόγηση της κλιματικής αλλαγής. Τον Ιανουάριο οι ΗΠΑ ανακοίνωσαν την αποχώρησή τους και από τις δύο διαδικασίες.














