Πηγή Εικόνας: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Από τη Μακεδονία έως την Κρήτη, η Ελλάδα τις τελευταίες δεκαετίες έχει στηριχθεί σε προγράμματα LIFE για τη διατήρηση, διαχείριση, προστασία και αναβίωση της βιοποικιλότητας. Τα συγκεκριμένα προγράμματα έχουν συγχρηματοδοτηθεί από την ΕΕ με ποσά κάποιων αρκετών εκατομμυρίων ευρώ και έχουν «παράξει» σημαντικά αποτελέσματα ακόμα και σε επίπεδο περιβαλλοντικής εκπαίδευσης της τοπικής κοινωνίας.

Εστιάζοντας στις λίμνες και τις λιμνοθάλασσες της χώρας τα προγράμματα LIFE και η συνεργασία φορέων στο πεδίο έχουν αποδώσει καρπούς είτε με πρωτοπόρα συστήματα παρακολούθησης ειδών, είτε με την ανάπτυξη και καθιέρωση καλών πρακτικών ή ακόμα και με την παραγωγή βιοκαυσίμων. Η «ακτινογραφία» των προγραμμάτων LIFE, με επίκεντρο τα συγκεκριμένα υδάτινα στοιχεία και από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, αποτυπώνει την ανάπτυξη μίας πιο «πράσινης» συνείδησης που πέτυχαν, καταγράφουν, όμως, και επιβαρυντικές συμπεριφορές που δεν έχουν εκλείψει.

Μικρή και Μεγάλη Πρέσπα

Τα οικοσυστήματα στις Πρέσπες έχουν βρεθεί στο επίκεντρο αρκετών προγραμμάτων LIFE με την ΕΕ να χρηματοδοτεί με κάποια εκατομμύρια τη διατήρηση και ανθεκτικότητά τους.

Το LIFEPrespaWaterbirds: Προστασία των πτηνών στη Μικρή Πρέσπα: όφελος για τις τοπικές κοινότητες και δημιουργία ενός οικοσυστήματος ανθεκτικού στην κλιματική αλλαγή, ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 2016 και ολοκληρώθηκε τέλος Σεπτεμβρίου 2021 αποσπώντας ευρωπαϊκή χρηματοδότηση 1.060.431 ευρώ. Η ομάδα του προγράμματος LIFEPrespaWaterbirds συνέβαλε στη βελτίωση της κατάστασης διατήρησης των ειδών πτηνών-στόχων στη Μικρή Πρέσπα, μέσω δράσεων που ωφέλησαν επίσης τις τοπικές κοινότητες και ενίσχυσαν την ανθεκτικότητα του οικοσυστήματος στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής. Μεταξύ άλλων, δημιουργήθηκαν επιπλέον περιοχές τροφοληψίας για τα υδρόβια πτηνά μέσω της διαχείρισης και του καθαρισμού της βλάστησης στις όχθες της λίμνης, της δημιουργίας αντιπυρικών ζωνών και της αποκατάστασης των εκβολών των ποταμών. Επίσης, παρέχεται με επιτυχία βιομάζα από καλάμια στους κτηνοτρόφους για χρήση ως ζωοτροφή, γεγονός που δημιούργησε ένα μακροχρόνιο ενδιαφέρον για τη συμμετοχή και την υποστήριξή τους στη διαχείριση της βλάστησης των υγροτόπων.

Με ξεχωριστό πρόγραμμα, το LIFEJunEx επιδιώχθηκε η αποκατάσταση και διατήρηση του ελληνικού κέδρου στο Εθνικό Πάρκο Πρέσπας. Στόχος του προγράμματος LIFEJunExστο οποίο η ΕΕ συμμετείχε με 785.954 ευρώ και διήρκησε από τον Ιούλιο του 2013 έως τον Δεκέμβριο του 2017, ήταν η αποκατάσταση και διατήρηση του τύπου οικοτόπου προτεραιότητας *9562 «Δάση ερυθρελάτης (Juniperetumexcelsae)» μέσω της προώθησης της οργανωμένης, ελεγχόμενης και βιώσιμης χρήσης της κτηνοτροφίας και, ειδικότερα, της βόσκησης από κοπάδια προβάτων/αιγών, ως μέτρο διαχείρισης και διατήρησης των δασών. Το έργο πέτυχε τους κύριους στόχους του, μεταξύ των οποίων, η διατήρηση των κέδρων που βρίσκονται σε καλή κατάσταση με υψηλή χλωριδική ποικιλότητα, η αποκατάσταση περιοχών οι κέδροι είχαν υποβαθμιστεί λόγω της εισβολής πλατύφυλλων ειδών μέσω επιλεκτικής υλοτομίας και επανεισαγωγής της βόσκησης, καθώς και απομάκρυνσης της βιομάζας και των υπολειμμάτων.

Με ευρωπαϊκή συμμετοχή 355.992 ευρώ «έτρεξε» από τον Οκτώβριο του 2010 έως το τέλος Μαρτίου 2013 το πρόγραμμα PROM.SUS.FIS.PR.PRESPA που είχε ως θέμα: «Σταματήστε τη μείωση της βιοποικιλότητας των ψαριών στη λεκάνη της Πρέσπας, προωθώντας βιώσιμες αλιευτικές πρακτικές σύμφωνα με την πολιτική της ΕΕ». Οι λίμνες της Πρέσπας φιλοξενούν περίπου 23 είδη ψαριών, εκ των οποίων τα εννέα είναι ενδημικά. Οι γενικοί στόχοι του προγράμματος LIFE ήταν η προώθηση της διατήρησης των απειλούμενων ενδημικών και σπάνιων ειδών ψαριών και η εφαρμογή βιώσιμων αλιευτικών πρακτικών στις λίμνες της Πρέσπας. Το πρόγραμμα διεξήγαγε μια ευρεία εκστρατεία ευαισθητοποίησης για να ενημερώσει τους αλιείς και τους κατοίκους της περιοχής σχετικά με τα ζητήματα των ενδημικών ψαριών, της ποιότητας του νερού και των βιώσιμων αλιευτικών πρακτικών στη διασυνοριακή λεκάνη της Πρέσπας.

Η Διατήρηση ειδών πτηνών προτεραιότητας στη Μικρή Πρέσπα ήταν το αντικείμενο του προγράμματος MikriPrespa, που διήρκησε από τον Ιούλιο του 2002 έως τον Ιούνιο του 2007 και είχε ευρωπαϊκή συμμετοχή 1.118.083 ευρώ. Η λίμνη έχει χαρακτηριστεί υγρότοπος διεθνούς σημασίας βάσει της Σύμβασης Ραμσάρ και έχει οριστεί ως ειδική ζώνη προστασίας βάσει της οδηγίας της ΕΕ για τα πτηνά. Οι δραστηριότητες αποκατάστασης έχουν οδηγήσει σε βελτίωση των συνθηκών αναπαραγωγής και διατροφής του πελεκάνου της Δαλματίας και του κορμοράνου, σε βαθμό που οι πληθυσμοί τους έχουν πλέον σταθεροποιηθεί σε υψηλό επίπεδο τα τελευταία πέντε χρόνια. Η μεγαλύτερη αποικία αναπαραγωγής πελεκάνων της Δαλματίας στον κόσμο έχει εγκατασταθεί στη Μικρή Πρέσπα και, από το 2004, ο αριθμός των ζευγαριών αναπαραγωγής πελεκάνων της Δαλματίας εκτιμάται σε 1 100. Επιπλέον, στη λίμνη, οι κορμοράνοι της Μικρής Πρέσπας αποτελούν τη μεγαλύτερη αποικία στην ΕΕ, με 540 έως 710 ζευγάρια αναπαραγωγής. Επίσης, έχουν ωφεληθεί και πληθυσμοί περισσότερων από 20 άλλων ειδών υδρόβιων πτηνών. Πέραν αυτού, οι πληθυσμοί ψαριών και άλλων υδρόβιων οργανισμών έχουν ωφεληθεί άμεσα από την επέκταση της συνολικής επιφάνειας των υγρών λιβαδιών, ιδίως οι κυπρίνοι, γεγονός που προσφέρει παράπλευρο όφελος στους τοπικούς αλιείς.

Καινοτόμα πλωτά φίλτρα και παραγωγή βιοαιθανόλης

Με την υποστήριξη του προγράμματος LIFEBiomassC+ και ευρωπαϊκή συνεισφορά που έφτασε το 1.125.115 ευρώ και διάρκεια από τον Σεπτέμβριο του 2017 έως το τέλος του 2022, η «χαμηλού κόστους, θετική για τον άνθρακα παραγωγή βιοαιθανόλης με καινοτόμα πράσινα πλωτά φίλτρα σε πολλαπλά υδάτινα σώματα» στις λίμνες Χειμαδίτιδα και Ζάζαρη στη Δυτική Μακεδονία. Το LIFEBiomassC+ στοχεύει να αποδείξει τη βελτίωση των στρατηγικών μετριασμού των κλιματικών αλλαγών μέσω της παραγωγής βιώσιμων βιοκαυσίμων. Αυτό θα επιτευχθεί μέσω μιας καινοτόμου πράσινης τεχνολογίας, των Πράσινων Πλωτών Φίλτρων (GFF), με την οποία υδρόβια μακρόφυτα φυτά καλλιεργούνται σε πολλαπλά υδάτινα σώματα. Οι υπάρχουσες και υποαξιοποιημένες υποδομές και υδάτινοι πόροι θα χρησιμοποιηθούν για την παραγωγή βιομάζας μηδενικής εισροής με υψηλή περιεκτικότητα σε άμυλο, η οποία στη συνέχεια θα μετατραπεί σε βιοαιθανόλη και τελικά σε βιοκαύσιμα.

Παραδείγματα μερικής επιτυχίας

Η Βιώσιμη διαχείριση και χρηματοδότηση της βιοποικιλότητας των υγροτόπων – Η περίπτωση της λίμνης Στυμφαλίας ήταν το αντικείμενο του LIFE-Stymfalia που «έτρεξε» από τον Οκτώβριο του 2013 έως τις 28 Σεπτεμβρίου 2018 και απέσπασε ευρωπαϊκή χρηματοδότηση ύψους 1.006.646 ευρώ. Το έργο πέτυχε εν μέρει τους στόχους του για τη δημιουργία ενός βιώσιμου συστήματος διαχείρισης και χρηματοδότησης για τη λίμνη Στυμφάλια. Η κοπή των καλαμιών βοήθησε προσωρινά στην αποκατάσταση σημαντικών υγροτοπικών οικοτόπων με βάση τις οικολογικές απαιτήσεις των ειδών-στόχων, αλλά δεν μπορεί να καθοριστεί εάν οι δράσεις είχαν μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στη διατήρηση. Επιπλέον, δεν υλοποιήθηκαν δράσεις για τη ρύθμιση των επιπέδων νερού της λίμνης και το σχέδιο διαχείρισης της περιοχής δεν εγκρίθηκε από τις εθνικές αρχές κατά τη διάρκεια του έργου. Ως αποτέλεσμα, το πρόβλημα της χαμηλής στάθμης της λίμνης εξακολουθεί να υφίσταται μετά τη λήξη του έργου. Η κερδοφόρα χρήση των καλαμιών δεν δοκιμάστηκε σε πλήρη κλίμακα και, ως εκ τούτου, η κοπή των καλαμιών, μια κρίσιμη δραστηριότητα διαχείρισης για τη λίμνη, δεν είχε καταστεί οικονομικά βιώσιμη μέχρι το τέλος του έργου. Το έργο απέδειξε ότι τα καλάμια μπορούν να αποτελέσουν μια πολύτιμη πηγή καυσίμου για θέρμανση, αποκτώντας νέες γνώσεις σχετικά με την ενεργειακή τους απόδοση και τη μετατροπή τους σε πέλλετ.

Ένα βασικό αποτέλεσμα του έργου ήταν η δημιουργία ενός δικτύου αγροτών για την προώθηση της προστασίας της λίμνης. Αυτό συνέβαλε στην ευαισθητοποίηση των τοπικών επαγγελματιών σχετικά με την αξία της λίμνης. Επιπλέον, δημιουργήθηκε μια έκθεση στο Περιβαλλοντικό Μουσείο της Στυμφάλιας, η οποία προσελκύει χιλιάδες επισκέπτες κάθε χρόνο. Η δράση αυτή συμπληρώθηκε με τη δημοσίευση υλικού περιβαλλοντικής εκπαίδευσης για χρήση από τα σχολεία καθώς και από τους επισκέπτες του μουσείου. Αυτές οι δραστηριότητες επικοινωνίας συνέβαλαν στη θετική αλλαγή της στάσης του ευρύτερου κοινού απέναντι στους στόχους διατήρησης του έργου.

Όσον αφορά τους στόχους διατήρησης, στο πλαίσιο του έργου εγκαταστάθηκαν κουτιά για νυχτερίδες κατά μήκος της λίμνης, παρέχοντας βιότοπο για συγκεκριμένα είδη, ενώ η κοπή των καλαμιών κατά τη διάρκεια του έργου δημιούργησε ανοιχτά νερά για τη διατροφή των πουλιών. Η δημιουργία τοπικών περιπολιών διαχείρισης θα βελτιώσει την επιτήρηση των προστατευόμενων περιοχών. Θα συντηρηθεί ένα μονοπάτι στη φύση κατά μήκος της λίμνης.

Από τις αρχές Αυγούστου 1999 έως και τα τέλη Ιουλίου 2003 το πρόγραμμα LIFETavroposLake, με χρηματοδότηση ύψους 444.173 ευρώ, είχε ως επίκεντρο την εφαρμογή διαχειριστικών μέτρων στη τεχνητή λίμνη Ταυρωπού, γνωστή και ως λίμνη Πλαστήρα, ιδιοκτησία της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού, που βρίσκεται στη νότια Πίνδο. Το πιο αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό της περιοχής είναι η ποικιλία του τοπίου. Οι πιο εκτεταμένες δασικές εκτάσεις αποτελούνται από καθαρά δάση Abiesborisii-regis. Σύμφωνα με την εγκεκριμένη πρόταση, οι κύριες απειλές για την περιοχή ήταν: η διάβρωση και η μεταφορά ιζημάτων που προκαλούνται από τη δράση του νερού στις πλαγιές, με αποτέλεσμα την προσάμμωση της λίμνης, η υπερβόσκηση που αποτελεί σημαντική απειλή για τα πευκοδάση, η ρύπανση των υδάτων της λίμνης, η μη βιώσιμη τουριστική ανάπτυξη της περιοχής και οι μη βιώσιμες πρακτικές διαχείρισης των δασών.

Ο γενικός στόχος του έργου είναι η διατήρηση τριών τύπων οικοτόπων και διαφόρων ειδών κοινοτικού ενδιαφέροντος στην περιοχή της λίμνης Ταυρόπου, καθώς και η αντιμετώπιση των απειλών που προκύπτουν από την αυξημένη τουριστική ανάπτυξη. Οι συγκεκριμένοι στόχοι του έργου είναι:

  • Μείωση της διάβρωσης του εδάφους και της μεταφοράς ιζημάτων στη λίμνη.
  • Η ελαχιστοποίηση της ρύπανσης των υδάτων της λίμνης.
  • Η διαχείριση της δομής της βλάστησης στα δάση και η αύξηση της ποικιλότητας των οικοτόπων.
  • Η βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των ειδών κοινοτικού ενδιαφέροντος (βίδρα, δρυοκολάπτες, αρπακτικά πουλιά, αρκούδα).

Δεδομένου του τεχνητού χαρακτήρα των δύο από τους τρεις βιότοπους που αποτέλεσαν αντικείμενο του έργου, το έργο είχε μάλλον περιορισμένο όφελος για τη διατήρηση, ιδίως γιατί είχε κυρίως χαρακτήρα παρακολούθησης, ενώ οι παρεμβάσεις στον βιότοπο που τελικά υλοποιήθηκαν ήταν μάλλον περιορισμένες.

Καινοτόμες τεχνολογίες και ελαχιστοποίηση της ρύπανσης από τη γεωργία

Από τις αρχές του 2009 έως και τις 31 Μαρτίου 2012 υλοποιήθηκε το πρόγραμμα EcoPest με θέμα «Στρατηγικό σχέδιο για την προσαρμογή και την εφαρμογή των αρχών για την αειφόρο χρήση φυτοφαρμάκων σε ένα ευάλωτο οικοσύστημα» που αφορούσε τη λίμνη Υλίκη.

Η συμμετοχή της ΕΕ ήταν 822.577 ευρώ, ενώ η περιοχή-στόχος του έργου ήταν μία από τις πιο παραγωγικές λεκάνες της Ελλάδας, όπου ασκούνται εντατικές γεωργικές δραστηριότητες. Το έργο Ecopest θέσπισε αρχικά μια βάση για την περιβαλλοντική παρακολούθηση και καθόρισε τους κατάλληλους δείκτες κινδύνου. Οι επακόλουθες δραστηριότητες παρακολούθησης – ο προσδιορισμός των σημειακών πηγών ρύπανσης και της εμφάνισης παρασίτων, η συλλογή δεδομένων σχετικά με το επίπεδο των ρύπων και των ουσιών προτεραιότητας για τα πρότυπα ποιότητας του πόσιμου νερού, καθώς και η συλλογή δεδομένων σχετικά με τον κίνδυνο για τους μη στοχευόμενους οργανισμούς – επέτρεψαν στο έργο να αναπτύξει και να εφαρμόσει συστήματα διαχείρισης καλλιεργειών χαμηλής έντασης. Σκοπός ήταν να επιτύχει σημαντική μείωση της ποσότητας φυτοφαρμάκων που χρησιμοποιούνται στις καλλιέργειες βαμβακιού, καλαμποκιού και ντομάτας σε 2,5 χρόνια κατά 30 %. Τα πιο επικίνδυνα φυτοφάρμακα αντικαταστάθηκαν με ασφαλέστερες εναλλακτικές λύσεις και η ρύπανση του νερού και του εδάφους μειώθηκε σημαντικά. Η μείωση της χρήσης φυτοφαρμάκων οδήγησε σε μείωση της κατανάλωσης καυσίμων και, κατά συνέπεια, των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Η εξοικονόμηση διοξειδίου του άνθρακα εκτιμήθηκε σε περίπου 78 000 kg, ενώ η εφαρμογή ελάχιστης άροσης μείωσε τις εκπομπές CO2 από το έδαφος κατά 90 %.

Για να επιτευχθούν αυτές οι μειώσεις, το έργο εφάρμοσε μια σειρά καινοτόμων γεωργικών τεχνολογιών που ελαχιστοποιούν τη ρύπανση από τη γεωργία. Μεταξύ των διαφόρων τεχνολογιών που χρησιμοποιήθηκαν ήταν ένας ανιχνευτής ζιζανίων, ακροφύσια ελέγχου της διασποράς ψεκασμού, ένα πρωτότυπο σύστημα ελέγχου των μηχανημάτων ψεκασμού, ένα σύστημα «heliosec» για τη συλλογή υγρών αποβλήτων και μοντέλα περιβαλλοντικής μοντελοποίησης και πρόβλεψης.

Στην Κεντρική Μακεδονία, η λίμνη Άγρα και τα μέτρα διαχείρισης του υγρότοπου αποτέλεσαν το αντικείμενο του προγράμματος AGRASWETLAND που διήρκησε από τον Ιούλιο του 2003 έως τον Ιούλιο του 2007, ενώ η ΕΕ συμμετείχε στη χρηματοδότηση με 506.100 ευρώ.

Η Ζώνη Ειδικής Προστασίας (ΖΕΠ) της λίμνης Άγρας είναι ένας ημιφυσικός υγρότοπος που δημιουργήθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1950 μετά από ορισμένα κατασκευαστικά έργα στην περιοχή ενός πρώην φυσικού υγροτόπου (τα έλη της Τιάβου), από την τότε Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (ΔΗΜΗΤΡ) στα μέσα της δεκαετίας του 1950. Ο υγρότοπος που βρίσκεται κοντά στην Έδεσσα, καλύπτει έκταση 600 εκταρίων και φιλοξενεί 37 είδη πτηνών. Αρχικά η λίμνη χρησιμοποιήθηκε για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά τώρα έχουν προστεθεί και άλλες χρήσεις, όπως η άρδευση, η πρόληψη πλημμυρών και η παροχή νερού για τους καταρράκτες της Έδεσσας, ένα σημαντικό τουριστικό αξιοθέατο της περιοχής. Σύμφωνα με την περιγραφή που γίνεται στο πλαίσιο του προγράμματος LIFE, το κύριο πρόβλημα για την αποτελεσματική διατήρηση είναι η έλλειψη συντονισμού μεταξύ των διαφόρων αρχών που είναι αρμόδιες για θέματα υγροτόπων. Μερικοί επιπλέον παράγοντες που επηρεάζουν την οικολογική αξία του τόπου είναι ο ευτροφισμός, η ομογενοποίηση των οικοτόπων λόγω της υπερβολικής επέκτασης των καλαμιώνων, η διαταραχή των ειδών, η υπερβόσκηση και η χαμηλή ευαισθητοποίηση και κινητοποίηση του κοινού για τη διατήρηση του υγροτόπου.

Το πρόγραμμα LIFE είχε ως στόχο την αποκατάσταση του υγροτόπου μέσω της εφαρμογής ολοκληρωμένων μέτρων διαχείρισης, λαμβάνοντας υπόψη τις προδιαγραφές διαχείρισης που περιλαμβάνονται στο σχέδιο διαχείρισης του τόπου, το οποίο εκπονήθηκε στο πλαίσιο ενός προηγούμενου προγράμματος LIFE-Nature (LIFE97 NAT/GR/004243).Για να εξασφαλιστεί η συντονισμένη διαχείριση της ΖΕΠ, οι διάφοροι ενδιαφερόμενοι υπέγραψαν μνημόνιο συνεργασίας για τη διατήρηση του υγροτόπου, ιδρύοντας μια επιτροπή διαχείρισης. Ο εταίρος του έργου Endiatima εκπόνησε ένα σχέδιο αποκατάστασης του υγροτόπου, ένας άλλος εταίρος, το Εθνικό Ίδρυμα Γεωργικών Ερευνών (NAGREF), εκπόνησε σχέδιο διαχείρισης της βόσκησης και μελέτη για την αποκατάσταση των παρόχθιων δασικών συστάδων. Εκατοντάδες δενδρύλλια φυτεύτηκαν σε περιοχές εντός της περιοχής του έργου και περιφράχθηκαν για να αποφευχθούν ζημιές από τα ζώα. Μαθητές της περιοχής συμμετείχαν στη φύτευση, αυξάνοντας την ευαισθητοποίηση του κοινού για το έργο και τον υγρότοπο. Για τη διευκόλυνση και αύξηση των ασφαλών περιοχών διαμονής των υδρόβιων πτηνών, κατασκευάστηκαν και εγκαταστάθηκαν πέντε πλωτές ξύλινες σχεδίες εντός της Ζώνης Ειδικού Προστατευτικού Ενδιαφέροντος.

Οι πρώτες συζητήσεις περί υποβάθμισης φυσικού περιβάλλοντος

Στη λίμνη Τριχωνίδα, το πρόγραμμα Calcareousfens που εκτυλίχθηκε από 01/11/1999 έως 31/10/2003 με συγχρηματοδήτηση ύψους 636.539 ευρώ από την ΕΕ, είχε ως στόχο την ανάπτυξη δράσεων για την προστασία των ασβεστολιθικών ελών. Το έργο κατάφερε να προωθήσει τις πρώτες συζητήσεις σχετικά με την υποβάθμιση του φυσικού περιβάλλοντος, να ευαισθητοποιήσει την τοπική κοινωνία σχετικά με τη σημασία του συγκεκριμένου τύπου οικοτόπου και των περιβαλλοντικών παραμέτρων που τον επηρεάζουν (ρύπανση των υδάτων, σταθεροποίηση της στάθμης των υδάτων), να εμπλέξει ενεργά ορισμένες ομάδες σε δράσεις διατήρησης, να προωθήσει τις έννοιες του εναλλακτικού τουρισμού και των οικονομικών οφελών που μπορούν να προκύψουν από τη διατήρηση της φύσης, και να υλοποιήσει υποδειγματικές δράσεις διατήρησης. Το έργο κατάφερε επίσης να ευαισθητοποιήσει και να εμπλέξει τις τοπικές αρχές σε θέματα διατήρησης.

Ένα δεύτερο γενικό συμπέρασμα είναι ότι το έργο πέτυχε τον κύριο στόχο του, που ήταν η αποκατάσταση και η διατήρηση του οικοτόπου. Το έργο κατάφερε να εγγυηθεί την προστασία ολόκληρου του οικοτόπου που βρίσκεται σε δημόσια γη μέσω της οριοθέτησής του με πασσάλους, η οποία, σύμφωνα με τον δικαιούχο, αποδείχθηκε αποτρεπτική για την επέκταση των γεωργικών δραστηριοτήτων και την παράνομη είσοδο.

Οι λίμνες ως κομμάτι ενός δικτύου απειλούμενων βιοτόπων

Στη Δυτική Κρήτη, οι λίμνες Αγιάς και Κουρνά εντάχθηκαν τον Οκτώβριο του 1995 σε ένα ευρύτερο πρόγραμμα διαχείρισης και προστασίας των απειλούμενων βιοτόπων και των ειδών προτεραιότητας. της Δυτικής Κρήτης με οικοτόπους και είδη προτεραιότητας. Το πρόγραμμα LIFE95 NAT/GR/001143 με ευρωπαϊκή χρηματοδότηση 579.600 ευρώ εστίασε, μεταξύ άλλων, στις δύο λίμνες κρίνοντας ότι απειλούνται κυρίως από τη ρύπανση των υδάτων λόγω της εντατικής γεωργικής δραστηριότητας και των οικιακών αποβλήτων, καθώς και από τον τουρισμό. Οι λίμνες συνδέονται με ένα εκτεταμένο σύστημα άρδευσης και ύδρευσης και έτσι η διατήρησή τους εξαρτάται άμεσα από τη διαχείριση αυτών των συστημάτων. Το έργο πέτυχε τον κύριο στόχο του, δηλαδή την εκπόνηση πέντε σχεδίων για τη στήριξη της αειφόρου διαχείρισης των πέντε στοχευόμενων περιοχώνδιεθνούς σημασίας (Ελαφονήσο, Γραμβούσα, Πρεβέλη, Αγίας και Κουρνά). Κύριος στόχος ήταν η ανάπτυξη και η εφαρμογή σχεδίων διαχείρισης για την αποκατάσταση, την προστασία και την αειφόρο ανάπτυξη αυτών των πέντε περιοχών.

Όσον αφορά τη λίμνη Αγιάς, βελτιώθηκε η πρόσβαση του κοινού στην περιοχή και ανακαινίστηκε ένα παλιό κτίριο για να λειτουργήσει ως κέντρο επισκεπτών. Πραγματοποιήθηκαν διάφορες δραστηριότητες συμμετοχής και ευαισθητοποίησης, ωστόσο, παρά τις προσπάθειες, η συμμετοχή των τοπικών κοινοτήτων στο έργο ήταν περιορισμένη.

Η αντιμετώπιση των απειλών από ξένα είδη και συγκεκριμένα των μινκ στη βόρεια Ελλάδα, με τη χρήση συστημάτων έγκαιρης προειδοποίησης και ενημέρωσης για τα θηλαστικά, ήταν ο στόχος του LIFEATIAS. Για την υλοποίησή του κατά την περίοδο Σεπτεμβρίου 2019 έως Μαρτίου 2024, η ΕΕ συμμετείχε με χρηματοδότηση 1.184.410 ευρώ. Μέσω του προγράμματος αναπτύχθηκε ένα ολοκληρωμένο σύστημα πληροφόρησης όσων εμπλέκονται στη διαχείριση του πληθυσμού των μινκ, με δυνατότητα ηλεκτρονικής αποθήκευσης τόσο χωρικών όσο και περιγραφικών πληροφοριών, ανταλλαγής τους μεταξύ των ενδιαφερομένων μερών, καθώς και έγκαιρης ενημέρωσης. Τα αποθηκευμένα δεδομένα περιλαμβάνουν χωρικές και περιγραφικές πληροφορίες όπως την τοποθεσία των υφιστάμενων εκτροφείων μινκ και πρόσθετα βοηθητικά γεωγραφικά δεδομένα (π.χ. ψηφιακό μοντέλο υψομέτρου, χάρτης κάλυψης εδάφους Corine, χάρτης Natura2000, υδρολογικό δίκτυο).

Το σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης περιλαμβάνει μια ηλεκτρονική πλατφόρμα και μια εφαρμογή για κινητά για εγγεγραμμένους χρήστες, με σκοπό την υποστήριξη της καταγραφής και της παρακολούθησης της παρουσίας ξενικών ειδών που προκαλούν ανησυχία. Τα εργαλεία αυτά προορίζονται για όλους τους δυνητικούς χρήστες (ερευνητικά ιδρύματα, δημόσια διοίκηση, μη κυβερνητικές οργανώσεις, ευρύ κοινό κ.λπ.) και προσφέρουν κλιμακωτή πρόσβαση, ανάλογα με τον τύπο του χρήστη.

Χρησιμοποιήθηκαν συνολικά 150 πλωτές σχεδίες, οι οποίες τοποθετήθηκαν σε διαστήματα 1 km κατά μήκος του ποταμού Αλιάκμονα και των παραποτάμων του, καθώς και γύρω από τις λίμνες Καστοριάς, Μικρής Πρέσπας, Βεγορίτιδας και Άγρας.

Ένα ακόμα πρόγραμμα που δεν σχεδιάστηκε αποκλειστικά, ωστόσο, περιέλαβε τη λίμνη Βουλιαγμένης, το AMIBIO προχώρησε σε αυτόματη ακουστική παρακολούθηση και καταγραφή της βιοποικιλότητας. Με συγχρηματοδότηση της ΕΕ ύψους 830.641 ευρώ και διάρκεια από αρχές Φεβρουαρίου 2010 έως 30 Ιουνίου 2013, το έργο είχε ως στόχο την ανάπτυξη ενός αυτοματοποιημένου συστήματος για την απομακρυσμένη ανάλυση της βιοποικιλότητας με τη χρήση ακουστικών τεχνολογιών. Συγκεκριμένα, επιδίωξε να αποδείξει την αποτελεσματική και αποδοτική παρακολούθηση συγκεκριμένων ομάδων ακουστικά ενεργών βιοτόπων, συμπεριλαμβανομένων εντόμων, αμφιβίων, πτηνών και νυχτερίδων, σε μια δασική περιοχή τόπου Natura 2000 κοντά στην Αθήνα: την περιοχή του Υμηττού με το δάσος της Καισαριανής και τη λίμνη Βουλιαγμένη.

Το έργο σχεδίαζε την ανάπτυξη και την εγκατάσταση ενός πρωτότυπου συστήματος υλικού βασισμένου σε μικρούς σταθμούς παρακολούθησης με πολλαπλούς αισθητήρες και έναν απομακρυσμένο κεντρικό σταθμό για την αυτόματη επεξεργασία και ανάλυση σημάτων. Το σύστημα θα συγκέντρωνε ηχητικές και περιβαλλοντικές πληροφορίες από το πεδίο με βελτιωμένο και μη παρεμβατικό τρόπο. Στη συνέχεια, θα μετάδιδε τα δεδομένα στον κεντρικό σταθμό για να καταστεί δυνατή η αυτόματη αξιολόγηση και ανάλυση.

Τέλος, το σύστημα θα επέτρεπε την ανίχνευση συγκεκριμένων άτυπων ηχητικών συμβάντων, συμπεριλαμβανομένων φυσικών και ανθρωπογενών καταστροφών, όπως πυρκαγιές και καταιγίδες, καθώς και συμβάντων που σχετίζονται με δυνητικά επικίνδυνες ανθρώπινες δραστηριότητες, όπως πυροβολισμοί ή κοπή δέντρων.

Το έργο AmiBioBiodiversity ανέπτυξε ένα ιδιαίτερα καινοτόμο ολοκληρωμένο τεχνολογικό σύστημα που επιτρέπει την απομακρυσμένη, γρήγορη και μη παρεμβατική παρακολούθηση της βιοποικιλότητας, αποδεικνύοντας την αξιοπιστία, την ανθεκτικότητα και την αποτελεσματικότητα του συστήματος σε συνθήκες πεδίου. Συνέβαλε άμεσα στην αξιολόγηση της βιοποικιλότητας του χώρου του έργου και έδειξε μεγάλο δυναμικό μεταφοράς για την υπόλοιπη Ευρώπη.

Ένα είδος χήνας, η ansererythropus, και η παρακολούθηση της ευρωπαϊκής μεταναστευτικής της οδού, έφερε στο πρόγραμμα Anser-Eur τη Λίμνη Κερκίνη. Το πρόγραμμα εκτυλίχθηκε σε διάφορες χώρες και ξεκίνησε τον Απρίλιο του 2005 για να ολοκληρωθεί τέλος Μαρτίου 2009, ενώ είχε συγχρηματοδότηση της ΕΕ ύψους 749.025 ευρώ. Στόχος ήταν η βελτίωση και η παρακολούθηση της κατάστασης διατήρησης του συγκεκριμένου είδους στους σημαντικότερους τόπους αναπαραγωγής, στάσης και διαμονής κατά τη διάρκεια του χειμώνα κατά μήκος της ευρωπαϊκής μεταναστευτικής οδού.

Γενικότερα κρίθηκε πολύ επιτυχημένο και κατάφερε να προστατεύσει τις σημαντικότερες περιοχές αναπαραγωγής και αρκετές σημαντικές περιοχές στάσης στη Φινλανδία, τη Νορβηγία, την Εσθονία και την Ουγγαρία, όχι όμως και στην Ελλάδα όπου παρέμεναν τα προβλήματα κατά τη λήξη του προγράμματος. Δυστυχώς, δύο από τα πουλιά που είχαν σημαδευτεί βρέθηκαν πυροβολημένα, το ένα στη Λευκορωσία και το άλλο στην προστατευόμενη περιοχή της λίμνης Κερκίνης στην Ελλάδα, γεγονός που απέδειξε ότι τουλάχιστον στα χρόνια του προγράμματος η λαθροθηρία παρέμενε σοβαρή απειλή για το είδος κατά μήκος της μεταναστευτικής διαδρομής.

Οι λιμνοθάλασσες στο επίκεντρο

Ξεχωριστές παρεμβάσεις μέσω προγραμμάτων LIFE έχουν υλοποιηθεί τα τελευταία χρόνια και σε σημαντικές λιμνοθάλασσες της χώρας.

Χαρακτηριστικές τέτοιες δράσεις αναπτύχθηκαν στις λιμνοθάλασσες Επανομής και Αγγελοχωρίου για τη διατήρηση των παράκτιων οικοτόπων και των σημαντικών πτηνών σε περιοχές που ανήκουν στο δίκτυο NATURA 2000. Το πρόγραμμα ACCOLAGOONS, ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 2010 και ολοκληρώθηκε στις 30/09/2015, με συγχρηματοδότηση ύψους 1.229.828 ευρώ από την ΕΕ.

Στην Ελλάδα, όπως και αλλού στην Ευρώπη, οι κύριες απειλές για τις παράκτιες λιμνοθάλασσες, τις αμμοθίνες και τους θαλάσσιους λειμώνες είναι ο ευτροφισμός, η διαταραχή της ισορροπίας ιζηματογένεσης/διάβρωσης κατά μήκος της ακτής και η άμεση καταστροφή από ανθρώπινες δραστηριότητες, όπως η τροποποίηση της ακτογραμμής, η αλιεία με τράτες και η αγκυροβόληση. Η υποβάθμιση και η εξαφάνιση των παράκτιων οικοτόπων προκαλεί επίσης προβλήματα στα συναφή είδη χλωρίδας και πανίδας. Για παράδειγμα, εκτιμάται ότι το 46% των υποθαλάσσιων λειμώνων στη Μεσόγειο έχει υποστεί κάποια μείωση σε έκταση, πυκνότητα και/ή κάλυψη, ενώ το 20% έχει υποστεί σοβαρή υποβάθμιση από τη δεκαετία του 1970.

Παρά τις δυσκολίες και τις καθυστερήσεις, οι περισσότερες από τις προγραμματισμένες δράσεις του έργου υλοποιήθηκαν. Ένα από τα κύρια αποτελέσματα ήταν η κατάρτιση σχεδίων διαχείρισης για τους θαλάσσιους λειμώνες Ποσειδωνίας και άλλους σημαντικούς ευρωπαϊκούς παράκτιους οικοτόπους, καθώς και για τους οικοτόπους αναπαραγωγής και ανάπαυσης ειδών θαλάσσιων πτηνών που είναι σημαντικά για την ΕΕ. Επιπλέον, για πρώτη φορά στις περιοχές του έργου, προσδιορίστηκε ένας άλλος τύπος οικοτόπου, οι ύφαλοι. Εκτός από την εγκατάσταση αγκυροβολίων φιλικών προς την Ποσειδωνία, το έργο παρουσίασε δύο καινοτόμα συστήματα παρακολούθησης: ένα σύστημα παρακολούθησης της ποιότητας του νερού και ένα σύστημα παρακολούθησης των τύπων θαλάσσιων οικοτόπων.

Ο υγρότοπος του Αμβρακικού είναι ένα σύνθετο οικοσύστημα που αποτελείται από τα ρηχά θαλάσσια νερά του Αμβρακικού κόλπου, τα δέλτα των ποταμών Λούρου και Αράχθου, ένα σύστημα λιμνοθαλασσών που αποτελείται από 3 μεγάλες λιμνοθάλασσες (Λογαρού, Τσουκαλιό, Ροδιά) και πολλές μικρότερες, καθώς και το μεγαλύτερο έλος της Ελλάδας (Ροδιά). Το μωσαϊκό συμπληρώνεται από λασπότοπους, δασώδεις λόφους, υγρά λιβάδια, εκτεταμένους καλαμιώνες και αγροτικές εκτάσεις. Η διαχείριση των υγροτόπων βρέθηκε στο επίκεντρο του LIFE95 NAT/GR/001143 από τον Οκτώβριο του 1995 έως και τον Δεκέμβριο του 1998, ενώ χρηματοδοτήθηκε από την ΕΕ με 579.600 ευρώ.

Η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση των παραπάνω προγραμμάτων ξεπέρασε τα 13 εκατομμύρια ευρώ σε διάστημα από το 1995 έως τις αρχές του 2024.