Πηγή Εικόνας: απε - μπε

Έσοδα έως 500 εκατ. ευρώ υπολογίζει το υπουργείο Οικονομικών σε βάθος πενταετίας από την πώληση των καταπατημένων εκτάσεων που υπολογίζονται σε 89.928. Το νομοσχέδιο  θα βάλει  τέλος  στα καταπατημένα  δίνοντας την ευκαιρία στους «ιδιοκτήτες»  που τις  κατέχουν παράνομα να τις αποκτήσουν δίνοντας  ένα εύλογο τίμημα με βάση την αντικειμενική αξία


Με τις διατάξεις θεσπίζονται πρόσθετα «μπόνους» για τους κατόχους ακινήτων που βρίσκονται σε δικαστική διαμάχη με το δημόσιο, καταργείται η προϋπόθεση ύπαρξης κτίσματος για την υποβολή αίτησης εξαγοράς και δίνεται έξτρα πίστωση χρόνου 10 ημερών για τις περιπτώσεις με ελλιπή δικαιολογητικά.

Σύντομα θα  τεθεί σε λειτουργία η ηλεκτρονική πλατφόρμα για την υποβολή αιτήσεων από τους δικαιούχους.
Στόχος της κυβέρνησης είναι να υπάρξει οριστική λύση στο πρόβλημα που θα φέρει πρόσθετες εισπράξεις στα κρατικά ταμεία.

Δυνατότητα εξαγοράς έχουν όσοι κατέχουν καταπατημένα κτήματα ή κτίσματα για πάνω από 30 έτη και το ύψος του τιμήματος καθορίζεται με βάση την αντικειμενική τιμή ενώ μειώνεται έως και 80% ανάλογα με την χρόνο κατοχής, την «κοινωνική ταυτότητα», το ύψος του εισοδήματος και το είδος του ακινήτου.

Η εξόφληση μπορεί να γίνει σε έως 60 μηνιαίες δόσεις με ελάχιστο ποσό τα 100 ευρώ..
Υπολογίζεται πως πάνω από εννέα στα δέκα δημόσια ακίνητα έχουν καταπατηθεί καθώς σε σύνολο 97.029 καταγεγραμμένων δημοσίων και ανταλλαξίμων κτημάτων έχουν καταπατηθεί τα 89.928, δηλαδή ποσοστό 92%. Στα καταπατημένα δημόσια κτήματα έχουν ανεγερθεί κατοικίες, ακόμη και πολυκατοικίες, εργοστάσια, αποθήκες, αγροτικά ακίνητα, εργαστήρια και κτίρια για οποιαδήποτε επαγγελματική χρήση που είτε ιδιοκατοικούνται είτε εκμισθώνονται σε τρίτους.
Καταργείται η προϋπόθεση ύπαρξης κτίσματος για την υποβολή της αίτησης (το υφιστάμενο πλαίσιο προβλέπει ότι πρέπει να υπάρχει κτίσμα που έχει ανεγερθεί το αργότερο έως την 31η.12.1991 σε περίπτωση 30ετούς κατοχής και το αργότερο έως την 31η.12.1981 σε περίπτωση 40ετούς κατοχής).
Όμως ως  απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση του δικαιώματος είναι η δήλωση του ακινήτου στο έντυπο Ε9 για τα πέντε τουλάχιστον χρόνια που προηγούνται, προκειμένου να είναι σαφές ότι οι αιτούντες θεωρούσαν πως το ακίνητο είναι δικό τους.

Δίνεται  διάστημα δέκα ημερών για την ενημέρωση του αιτούντος σε περίπτωση που λείπουν δικαιολογητικά. Η απαίτηση για προσκομιδή αεροφωτογραφιών, καταργείται, καθώς δεν εξετάζεται πλέον η ύπαρξη ή μη ακινήτου.
Επίσης το τίμημα εξαγοράς σε ειδικές περιπτώσεις αμφισβήτησης της κυριότητας του δημοσίου ακινήτου διαμορφώνεται με έκπτωση:
50% για αιτούντα που έχει αναγνωριστεί από πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως κύριος του ακινήτου ή που έχει αναγραφεί ως κύριος στις πρώτες κτηματολογικές εγγραφές και έχει ασκηθεί αγωγή από το Δημόσιο ή δεν έχει παρέλθει η προθεσμία άσκησης αγωγής.
70% αν ο αιτών έχει ασκήσει ένδικο μέσο κατά δικαστικής απόφασης για την αναγνώριση της κυριότητας του ακινήτου έως την 31η.12.2022.
Η εξαγορά ακινήτων του Δημοσίου μπορεί να γίνει εφόσον ο ιδιώτης έχει στην κατοχή του το ακίνητο τουλάχιστον για 30 χρόνια η αν υπάρχουν τίτλοι αγοράς ή ιδιοκτησίας και κτίσματα προ του 1992. Επίσης με κατοχή τουλάχιστον 40 χρόνια εφόσον υπάρχει κτίσμα (που αποτελεί και μοναδική κατοικία ή εμπορική εκμετάλλευση –πχ βιοτεχνία- του ιδιώτη) πριν από το 1982.
Ο ιδιώτης μπορεί να αποκτήσει τίτλους ιδιοκτησίας μέχρι ένα άρτιο οικόπεδο (για εντός σχεδίου) ή 10 στρέμματα γης (για εκτός σχεδίου).
Προβλέπονται και περιπτώσεις που οι ιδιώτες θα μπορούν να λάβουν και ακόμα μεγαλύτερες εκτάσεις (πχ 20 στρέμματα ή τυχόν μικρό υπόλοιπο που απομένει ανεκμετάλλευτο).
Μπορούν να εξαγοράσουν όμως και ακίνητα που περιλαμβάνουν (όχι παραπάνω όμως από το 20% της συνολικής επιφάνειας) εκτάσεις χαρακτηρισμένες ως δασικές ή natura, υπογράφοντας ταυτόχρονα και ρήτρα προστασίας τους.
Αν επιχειρήσουν να κτίσουν ή παρέμβουν στις ευαίσθητες αυτές εκτάσεις, τότε η εξαγορά ακυρώνεται και αποβάλλονται από το ακίνητο. Από την εξαγορά εξαιρούνται από τη ρύθμιση δάση, αρχαιολογικοί χώροι, αιγιαλοί-παραλίες ή παρόχθιες και παραποτάμιες περιοχές που έχουν περιέλθει στην ΕΤΑΔ- Υπερταμείο.

Νίκος Θεοδωρόπουλος