Παρουσία του πρωθυπουργού, κ. Κυριάκου Μητσοτάκη, ο πρόεδρος της Κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίων Ελλάδος, κήρυξε την έναρξη των εργασιών της Γενικής Συνέλευσης της Κ.Ε.Ε.Ε. Ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε στη στρατηγική συμμαχία και τη γόνιμη συνεργασία μεταξύ της επιμελητηριακής κοινότητας και της κυβέρνησης. Επεσήμανε ότι οι προκλήσεις από την ενεργειακή κρίση θα αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά καθώς έχει αναπτυχθεί συνολικό σχέδιο, οι θέσεις εργασίας έχουν θωρακιστεί και έχει προβλεφθεί η στήριξη των επιχειρήσεων. Αναφέρθηκε ακόμα και στις ανακοινώσεις που θα ακολουθήσουν στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης οι οποίες θα αφορούν παρεμβάσεις γενναιόδωρες αλλά αυστηρά προσδιορισμένες βάσει δημοσιονομικών στοιχειών.

Ο πρόεδρος της Κ.Ε.Ε.Ε., από την πλευρά του αναφέρθηκε στην ενεργειακή κρίση η οποία πλήττει την παγκόσμια οικονομία και ζήτησε από την κυβέρνηση να συνεχίσει να στηρίζει τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις -λαμβάνοντας υπόψη τις δυνατότητες του προϋπολογισμού. Τόνισε ότι ο δύσκολος χειμώνας δεν πρέπει να ανακόψει την πορεία ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας ενώ οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης και του νέου ΕΣΠΑ καθώς τα κίνητρα και οι μεταρρυθμίσεις που προβλέπονται στο Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης αποτελούν εργαλεία για τον παραγωγικό μετασχηματισμό και την ενδυνάμωση της οικονομίας.

 

Ολόκληρη η ομιλία του προέδρου της Κ.Ε.Ε.Ε. επισυνάπτεται παρακάτω :

Κυρίες και Κύριοι συνάδελφοι,

Σας καλωσορίζω στη Γενική Συνέλευση της Κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίων Ελλάδος.

Για μια ακόμη χρονιά η Θεσσαλονίκη φιλοξενεί την εμβληματική διεθνή της έκθεση. Φιλοξενεί, παράλληλα, τη συζήτηση για θέματα που αφορούν την οικονομία και την αγορά.

Γνωρίζετε ότι εδώ και πολλούς μήνες αντιμετωπίζουμε συνθήκες τέλειας καταιγίδας στην παγκόσμια οικονομία.

Η ενεργειακή κρίση αναδεικνύεται σε κύριο πρόβλημα για όλη την Ευρώπη.

Η Ρωσία ανακοίνωσε τη διακοπή της ροής του φυσικού αερίου από το βόρειο αγωγό, μέχρι να αρθούν οι κυρώσεις.

Ο φόβος για ελλείψεις οδηγεί σε εκτίναξη των τιμών της ενέργειας. Το κόστος για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις αυξάνεται δραματικά, οι καταναλωτικές δαπάνες περιορίζονται και η επενδυτική εμπιστοσύνη μειώνεται.

Ο πληθωρισμός παραμένει σε υψηλά επίπεδα και υπάρχουν σκέψεις για περαιτέρω αύξηση των επιτοκίων, την ώρα που η οικονομία της ευρωζώνης οδεύει σε ύφεση.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση καθυστερεί απελπιστικά να λάβει αποφάσεις, για να αντιμετωπίσει συντονισμένα την κρίση.

Μέτρα όπως η επιβολή πλαφόν στην τιμή του φυσικού αερίου και η μεταρρύθμιση του μοντέλου τιμολόγησης – τα οποία η ελληνική κυβέρνηση είχε προτείνει από την αρχή – μπαίνουν μόλις τώρα στην ατζέντα.

Αλλά και πάλι, για να υπάρξουν τελικές αποφάσεις, θα πρέπει να περιμένουμε ως τη Σύνοδοπ Κορυφής του Οκτωβρίου.

Στο μεταξύ οι συνθήκες στην κοινωνία και στην αγορά γίνονται όλο και πιο δύσκολες. Και οι κυβερνήσεις πρέπει να συνεχίσουν να παρεμβαίνουν – όπως και στην περίοδο της πανδημίας – για να προστατέψουν την πραγματική οικονομία και το επίπεδο διαβίωσης των πολιτών.

Στην Ελλάδα οι άμεσες και έμμεσες ενισχύσεις ενάντια στις ανατιμήσεις στην ενέργεια, αγγίζουν ήδη τα 8 δισεκατομμύρια ευρώ. Η κρατική επιδότηση του κόστους ενέργειας είναι η υψηλότερη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ως ποσοστό του ΑΕΠ.

Από την πλευρά της κυβέρνησης υπάρχει η δέσμευση για συνέχιση των μέτρων στήριξης και αναμένουμε με ενδιαφέρον τις σχετικές εξαγγελίες του πρωθυπουργού απόψε το βράδυ, από το βήμα της ΔΕΘ.

Η αντιμετώπιση μιας τέτοιας κρίσης είναι σαφώς περίπλοκη.

Βιώνουμε μια κατάσταση, όπου οι τιμές του φυσικού αερίου έχουν αυξηθεί κατά τουλάχιστον 10 φορές.

Αντιλαμβανόμαστε ότι δεν είναι δυνατόν – δεν είναι δημοσιονομικά βιώσιμο – να απορροφά το κράτος επ’ αόριστο το σύνολο των αυξήσεων.

Αντίστοιχα, όμως, δεν είναι βιώσιμο να πληρώνουν οι πολίτες και οι επιχειρήσεις αστρονομικά ποσά για την ενέργεια, χωρίς στήριξη.

Αν οι ανατιμήσεις ήταν της τάξης του 10% – 20% θα μπορούσαμε να περιοριστούμε σε μέτρα εξοικονόμησης. Αλλά καμία εξοικονόμηση δεν μπορεί να καλύψει το δεκαπλασιασμό των τιμών.

Η αλήθεια είναι ότι χωρίς τις επιδοτήσεις, χιλιάδες επιχειρήσεις και νοικοκυριά θα είχαν οδηγηθεί στη χρεοκοπία και στη φτώχεια.

Όλοι πρέπει να προσαρμόσουμε την κατανάλωσή μας. Και οι περισσότεροι ήδη το κάνουμε.

Δεν παύει να είναι όμως απαραίτητη η παρέμβαση του κράτους. Μια παρέμβαση που πρέπει να είναι προσωρινή και εντός των δημοσιονομικών δυνατοτήτων της χώρας.

Η Ελλάδα έχει περάσει πολλά στο παρελθόν, εξαιτίας της ανεξέλεγκτης αύξησης των ελλειμμάτων και του χρέους της.

Δεν πρέπει επ’ ουδενί να γυρίσουμε πίσω.

Μέσα σε ένα διεθνές περιβάλλον που γίνεται όλο και πιο δύσκολο, δεν υπάρχουν περιθώρια για χαλάρωση.

Παρά τις πρόσθετες πιέσεις που δημιουργεί αυτή η κρίση, πρέπει να συνεχίσουμε να προτάσσουμε τη δημοσιονομική αξιοπιστία της της ελληνικής οικονομίας.

Πρέπει να επιμείνουμε στο στόχο για ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας το 2023. Γιατί μόνο έτσι θα διασφαλίσουμε βιώσιμες συνθήκες δανεισμού της χώρας και των επιχειρήσεων, σε μια περίοδο που το χρήμα γίνεται ακριβότερο.

Σε αυτό το πλαίσιο…

Ζητάμε από την κυβέρνηση να συνεχίσει να στηρίζει τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, λαμβάνοντας υπόψη τις δυνατότητες του προϋπολογισμού.

Ζητάμε μέτρα που δίνουν έμφαση στους πλέον ευάλωτους: στους οικονομικά ασθενέστερους, στις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις.

Ζητάμε λελογισμένες παρεμβάσεις για τη στήριξη των εισοδημάτων των πολιτών

Ζητάμε παρεμβάσεις για τη διευκόλυνση των επιχειρήσεων, ώστε να διαχειριστούν τις οφειλές που δημιουργήθηκαν λόγω των διαδοχικών κρίσεων.

Ζητάμε, παράλληλα, από την κυβέρνηση να εντείνει τις προσπάθειές της σε τρία επίπεδα:

 

στην προσαρμογή των ρυθμιστικών πλαισίων και αντιμετώπιση των στρεβλώσεων στις αγορές – σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο.

στη θωράκιση της ενεργειακής ασφάλειας της χώρας, με επιτάχυνση επενδύσεων σε ΑΠΕ και χώρους αποθήκευσης ενέργειας, αλλά και με ενίσχυση των δικτύων διασύνδεσης

στην κινητοποίηση και υποστήριξη ιδιωτικών επενδύσεων σε συστήματα αυτοπαραγωγής και εξοικονόμησης ενέργειας

Κανείς δεν ξέρει πόσο ακόμα θα διαρκέσει αυτή η κρίση. Οι εξελίξεις τρέχουν και απαιτούν συνεχή παρακολούθηση και προσαρμογές.

 

Το σημαντικό είναι να μην επιτρέψουμε σε αυτή την αρνητική συγκυρία να εκτρέψει την πορεία ανάκαμψης, που είχε ξεκινήσει η χώρα και η οικονομία το προηγούμενο διάστημα.

Μετά το σοκ που προκάλεσε η πανδημία, τόσο το 2021 όσο και τα δύο πρώτα τρίμηνα του 2022, είχαμε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης.

Οι επενδύσεις και οι εξαγωγές αυξάνονται, η ανεργία μειώνεται σταθερά. Οι επιχειρήσεις, μετά από πολλά χρόνια, είχαν αρχίσει να κάνουν σχέδια, κοιτάζοντας μπροστά.

Αυτή τη δυναμική πρέπει να διατηρήσουμε και να ενισχύσουμε, ακόμη περισσότερο.

Πρέπει να συνεχίσουμε να χτίζουμε την επόμενη μέρα, για τις επιχειρήσεις και για την ελληνική οικονομία.

Και σε αυτή την προσπάθεια, έχουμε τη «χρυσή ευκαιρία» που παρέχουν οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης και του νέου ΕΣΠΑ.

Μια ευκαιρία που δεν πρέπει να χάσουμε.

Στο πλαίσιο του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης προβλέπονται μια σειρά από κίνητρα και μεταρρυθμίσεις, που υποστηρίζουν τον παραγωγικό μετασχηματισμό και την ενδυνάμωση της οικονομίας.

Ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία, σε αυτό το πλαίσιο, είναι η παροχή δανειακής στήριξης για την πραγματοποίηση επενδύσεων, μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.

Πρόκειται για μια δράση που έχει προϋπολογισμό 11,7 δισεκατομμυρίων ευρώ και αφορά την παροχή χαμηλότοκων δανείων, μέσω των τραπεζών.

Συνδυάζοντας τραπεζικό δανεισμό και ιδιωτικά κεφάλαια, τα χρήματα αυτά θα υποστηρίξουν επενδύσεις που σχετίζονται κυρίως με την πράσινη και την ψηφιακή μετάβαση.

Σπουδαίες ευκαιρίες προκύπτουν και από το νέο ΕΣΠΑ και ειδικότερα από το πρόγραμμα Ανταγωνιστικότητας, στο πλαίσιο του οποίου θα διοχετευθούν αποκλειστικά στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, πόροι 3,9 δισεκατομμυρίων ευρώ. Πόροι που θα στηρίξουν επενδύσεις για την ψηφιοποίηση της παραγωγής τους, για την τόνωση των εξαγωγών, για την παραγωγή πράσινης ενέργειας, για την ενδοεπιχειρησιακή κατάρτιση.

Μέσα από αυτές τις δράσεις, χιλιάδες επιχειρήσεις, έχουν τη δυνατότητα όχι απλώς για να αποκτήσουν πρόσβαση σε ρευστότητα με καλούς όρους. Αλλά να πετύχουν κάτι πολύ μεγαλύτερο. Να γίνουν ισχυρότερες, ανταγωνιστικότερες, να εξάγουν προϊόντα και υπηρεσίες στις διεθνείς. Να δημιουργήσουν εθνικό πλούτο για τη χώρα και ευκαιρίες για τους πολίτες.

Αυτό πρέπει να το αντιληφθούν πρώτα οι ίδιες οι επιχειρήσεις και να προσαρμόσουν ανάλογα τη στρατηγική και τα σχέδιά τους.

Από εκεί και πέρα, όμως, θα χρειαστεί συντονισμένη προσπάθεια και συνεργασία από την Πολιτεία, από τις Τράπεζες και τα Επιμελητήρια, ώστε οι επιχειρήσεις που θέλουν και μπορούν να επωφεληθούν, να έχουν τη δυνατότητα να το κάνουν.

Ως Επιμελητηριακή Κοινότητα, έχουμε διατυπώσει συγκεκριμένες προτάσεις και αιτήματα σε αυτή την κατεύθυνση.

Ζητάμε απλοποίηση και επιτάχυνση των διαδικασιών υλοποίησης των προγραμμάτων. Να δοθεί προτεραιότητα στα απολύτως απαραίτητα βήματα, να να περιοριστούν περιττές γραφειοκρατικές διαδικασίες.
Ζητάμε απλούστερες και σύντομες προκηρύξεις. Και όχι προκηρύξεις δεκάδων σελίδων, με δυσνόητους τεχνοκρατικούς όρους, που ειδικά οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις δυσκολεύονται να διαχειριστούν.
Ζητάμε μια νέα προσέγγιση στην ενημέρωση των επιχειρήσεων, με αξιοποίηση σύγχρονων ψηφιακών μέσων και εργαλείων, με απλές οδηγίες, συμπληρωμένα παραδείγματα κ.λπ.
Ζητάμε αναβάθμιση του Πληροφοριακού Συστήματος Κρατικών Ενισχύσεων (ΠΣΚΕ), ώστε να είναι πιο εύχρηστο για τις επιχειρήσεις.
Ζητάμε την περαιτέρω απλοποίηση – ευρύτερα – των διαδικασιών που σχετίζονται με την αδειοδότηση επενδυτικών σχεδίων, π.χ. σε θέματα χωροταξικά κ.ά.
Ζητάμε από τις τράπεζες να επανεξετάσουν την προσέγγισή τους, όσον αφορά τη χρηματοδότηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Να σχεδιάσουν υπηρεσίες και λύσεις που ανταποκρίνονται στα μέτρα της μικρής επιχείρησης, να προσαρμόσουν τα κριτήριά τους, να παρέχουν υποστήριξη και καθοδήγηση για τη χρηματοδότηση βιώσιμων επενδυτικών σχεδίων.

Βεβαίως, θα επαναλάβω ότι για την αξιοποίηση των ευκαιριών που παρέχει το Ταμείο Ανάκαμψης και το ΕΣΠΑ, δεν αρκούν οι ενισχύσεις. Χρειάζεται, πάνω από όλα, ένα περιβάλλον φιλικό για την επιχειρηματικότητα. Ένα περιβάλλον με προϋποθέσεις ανταγωνιστικότητας. Ένα περιβάλλον σταθερό, αξιόπιστο, με διαφάνεια και ξεκάθαρους κανόνες.

Σε αυτό το πλαίσιο, δεν παύουμε να διεκδικούμε:

Την περαιτέρω μείωση της φορολογικής και ασφαλιστικής επιβάρυνσης των επιχειρήσεων και των φυσικών προσώπων, στο πλαίσιο των δημοσιονομικών δυνατοτήτων της χώρας.
Την επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων σε τομείς κρίσιμους για την ανάπτυξη, όπως είναι η λειτουργία της Δημόσιας Διοίκησης, η παιδεία και η επαγγελματική εκπαίδευση, η διαδικασία απονομής δικαιοσύνης.
Την ολοκλήρωση μεγάλων έργων υποδομής, με έμφαση στους τομείς των μεταφορών και των δικτύων, που θα ενισχύσουν τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας.

Θα μου επιτρέψετε μια ιδιαίτερη αναφορά στη Θεσσαλονίκη, η οποία εδώ και χρόνια έχει ανάγκη από συγκεκριμένες υποδομές και παρεμβάσεις, προκειμένου να απελευθερώσει τις μεγάλες αναπτυξιακές της δυνατότητες.

Ήδη κάποια σημαντικά έργα, όπως το αεροδρόμιο και το ΜΕΤΡΟ, έχουν προχωρήσει. Είναι όμως και μια σειρά από άλλα, που πρέπει να επιταχυνθούν, όπως:

Η οδική και σιδηροδρομική διασύνδεση του 6ου προβλήτα του ΟΛΘ, ώστε να αυξηθούν οι δυνατότητες συνδυασμένων μεταφορών, η ίδρυση Κέντρου logistics στο πρώην στρατόπεδο Γκόνου, η ανάπλαση του Εκθεσιακού και Συνεδριακού Κέντρου Θεσσαλονίκης.
Εξίσου απαραίτητη παρέμβαση είναι η μετατροπή των άτυπων βιομηχανικών συγκεντρώσεων της Κεντρικής Μακεδονίας σε οργανωμένους υποδοχείς επιχειρήσεων.

Τέλος, με την αξιοποίηση και των διαθέσιμων ευρωπαϊκών πόρων, θα πρέπει να υποστηριχθούν πρωτοβουλίες και επενδύσεις για την αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της Θεσσαλονίκης, στον τομέα της έρευνας και της τεχνολογίας. Ενδεικτικά: η δημιουργία της Αλεξάνδρειας Ζώνης καινοτομίας, το Τεχνολογικό Πάρκο Thess INTEC κ.ά.

Κυρίες και Κύριοι,

Παρά τις αντιξοότητες του διεθνούς περιβάλλοντος, έχουμε λόγους να αισιοδοξούμε ότι τα πράγματα μπορούν να πάμε καλύτερα.

Οι ελληνικές επιχειρήσεις και οι άνθρωποί τους έχουν αποδείξει ότι στα δύσκολα ξέρουν να αγωνίζονται, να προσαρμόζονται, να γίνονται πιο ανθεκτικές.

Είναι οι επιχειρήσεις που κράτησαν όρθια την ελληνική οικονομία τα προηγούμενα χρόνια και οι ίδιες είναι τώρα έτοιμες να πρωταγωνιστήσουν στην ανάκαμψη και την ανάπτυξη της επόμενης δεκαετίας.

Ζητάμε από την κυβέρνηση, σε μια ακόμη δύσκολη συγκυρία, να στηρίξει την κοινωνία και τις δημιουργικές δυνάμεις του τόπου. Ζητάμε από το σύνολο του πολιτικού κόσμου να δείξει την υπευθυνότητα και τη νηφαλιότητα, που επιβάλλουν οι περιστάσεις.

Σας ευχαριστώ.