Πηγή Εικόνας: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (IEA) προβλέπει ότι η παγκόσμια ζήτηση για πετρέλαιο την επόμενη χρονιά θα ξεπεράσει για πρώτη φορά τα επίπεδα που ήταν πριν από την πανδημία της Covid, λόγω της Κίνας.


«Η κατανάλωση θα ξεπεράσει τα προ της πανδημίας επίπεδα για πρώτη φορά, στα 101,6 εκατ. βαρέλια την ημέρα το 2023», έγραψε ο Οργανισμός στη μηνιαία έκθεσή του που δημοσιεύθηκε χθες και περιλαμβάνει τις πρώτες προβλέψεις για την επόμενη χρονιά, μεταδίδει το ΑΠΕ-ΜΠΕ.

«Ένα μεγάλο μέρος αυτής της πιθανής αύξησης προέρχεται από την ισχυρή ανάκαμψη της κινεζικής ζήτησης, ύστερα από τη σοβαρή διαταραχή που σχετίζεται με την Covid-19 το 2022», εξήγησε ο ΙΕΑ. Αυτό θα υπεραντισταθμίσει την επιβράδυνση στις ανεπτυγμένες χώρες του ΟΟΣΑ.

Για το 2022, ο Οργανισμός προβλέπει παγκόσμια ζήτηση 99,4 εκατ. βαρελιών την ημέρα, μια πρόβλεψη αναθεωρημένη οριακά προς τα πάνω σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα λόγω της ισχυρότερης από την αναμενόμενη αύξησης τον Μάρτιο και τον Απρίλιο. Παραμένει, ωστόσο, κατά 1 εκατ. βαρέλια την ημέρα χαμηλότερα από τα επίπεδα του 2019.
Ο ΙΕΑ τόνισε ότι οι τιμές του πετρελαίου συνεχίζουν την αυξητική τους πορεία ύστερα από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, με τις τιμές της βενζίνης να αυξάνονται περισσότερο λόγω των πολύ περιορισμένων δυνατοτήτων διύλισης.

Από την άλλη, η ισχυρή ανάκαμψη της αεροπορικής κίνησης στηρίζει τη ζήτηση για πετρέλαιο μεσοπρόθεσμα, σύμφωνα με τον ΙΕΑ. «Η δυναμική πίσω από την ανάκαμψη για αεροπορικά ταξίδια στην Ευρώπη και τη βόρεια Αμερική γίνεται ολοένα και πιο αισθητή», τονίζουν οι ειδικοί.

Από την πλευρά της προσφοράς, ο ΙΕΑ προβλέπει ότι οι χώρες εκτός της συμμαχίας ΟΠΕΚ+ (που περιλαμβάνει κυρίως τη Ρωσία στις τάξεις της) θα κυριαρχήσουν στην αύξηση για το υπόλοιπο της χρονιάς και το 2023. Ο Οργανισμός επικαλείται κυρίως τις ΗΠΑ, ενώ ακολουθούν μεταξύ άλλων η Νορβηγία και η Βραζιλία.
Σε ό,τι αφορά τη συμμαχία ΟΠΕΚ+, «η συνολική ετήσια προσφορά μπορεί να μειωθεί το 2023 με τα εμπάργκο και τις κυρώσεις να επηρεάζουν τους όγκους που προέρχονται από τη Ρωσία και τους παραγωγούς εκτός της Μέσης Ανατολής που υφίστανται περαιτέρω μείωση», σημείωσε ο Οργανισμός.