Στη συγκρότηση Ομάδα Εργασίας με σκοπό την τροποποίηση του θεσμικού πλαισίου των οικισμών της χώρας, προχώρησε το υπουργείο Περιβάλλοντος.

Σύμφωνα με την σχετική απόφαση που υπογράφει ο αρμόδιος υφυπουργός Δημήτρης Οικονόμου, αντικείμενο της Ομάδας είναι η εισήγηση για τη συμπλήρωση του θεσμικού πλαισίου, ειδικότερα μετά την πρόσφατη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας που αφορά κυρίως την οριοθέτηση των οικισμών.

Συγκεκριμένα θα αποτελείται από τους:

  • Σταύρο Λαδά του κλάδου ΠΕ Μηχανικών με Α ́βαθμό, Προϊστάμενο του τμήματος μικρών οικισμών στην Δ/νση πολεοδομικού Σχεδιασμού, ο οποίος ορίζεται και συντονιστής της ομάδας
  • Γεωργία Πατέλη του κλάδου ΤΕ Μηχανικών στο δ ́ τμήμα της Δ/νσης Πολεοδομικού Σχεδιασμού,
  • Ελένη Κουρή του κλάδου ΠΕ Μηχανικών με Α’ Βαθμό στην Δ/νση Αρχιτεκτονικής, Οικοδομικών Κανονισμών και Αδειοδοτήσεων
  • Αθηνά Καρτάλου, Δικηγόρο από την Δ/νση Νομοθετικού Έργου
  • Γιολάντα Παπαρούνη, Νομικό από το ΝΣΚ

Μάλιστα, καλείται να ολοκληρώσει το έργο της έως τέλος Φεβρουαρίου 2020. Για την αποτελεσματικότερη λειτουργία της, η Ομάδα δύναται να συνεργάζεται με όποιες υπηρεσίες και φορείς, κρίνει απαραίτητο.

Παράλληλα, θα λάβει υπόψη της το ισχύον θεσμικό πλαίσιο, την αποτίμηση της 30χρονης εφαρμογής του, τα προβλήματα που έχουν προκύψει από την πρόσφατη νομολογία του ΣτΕ σχετικά με την αρμοδιότητα οριοθέτησης των οικισμών αλλά και κάθε σχετική απόφαση του, που αναφέρεται σε θέματα οικισμών.

Στο αντικείμενο της επιτροπής περιλαμβάνεται επίσης η διατύπωση μεθοδολογίας καθορισμού του δικτύου κοινοχρήστων παράλληλα με την οριοθέτηση των οικισμών.

Το τελικό παραδοτέο αποτελεί σχέδιο των απαραίτητων νομοθετικών ρυθμίσεων που θα συμπληρώσουν την υφιστάμενη νομοθεσία και θα την εναρμονίσουν με την πάγια νομολογία.

Σημειώνεται ότι δεν είναι αμειβόμενη και οι εργασίες της Ομάδας, θα πραγματοποιούνται εντός του υπαλληλικού ωραρίου.

Το χρονικό 

Τον Αύγουστο, το Συμβούλιο της Επικρατείας έδωσε το… στίγμα για το θέμα.  «Η οριοθέτηση με προεδρικό διάταγμα όλων των οικισμών του Κράτους, και όχι μόνο των παραδοσιακών, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει η Διοίκηση, επιβάλλεται εκ του Συντάγματος, αντίθετες δε διατάξεις της κοινής νομοθεσίας είναι ανεφάρμοστες ως αντισυνταγματικές», υπογραμμιζόταν χαρακτηριστικά.

Ειδικότερα, η απόφαση του ΣτΕ (με αριθμό 1268/2019), εκδικάστηκε με πρόεδρο τον Αθ. Ράντο και εισηγητή τον Θ. Αραβάνη και αφορά σε συγκεκριμένη προσφυγή κατά την εκδίκαση της οποίας έκρινε παράνομη την απόρριψη αίτησης για ανάκληση νομαρχιακών αποφάσεων οριοθέτησης οικισμών του Πηλίου και για έκδοση σχετικών ΠΔ , ενώ αντιμετωπίζει συνολικά το θέμα.

Οι βασικές κατευθύνσεις της σχετικής απόφασης του ΣτΕ, με τις οποίες οφείλει να εναρμονιστεί η διοίκηση με σχετικές τροποποιήσεις της νομοθεσίας ενόψει της ανάπτυξης του προγράμματος των νέων Τοπικών Χωρικών Σχεδίων, σε όλους τους Δήμους της χώρας, προβλέπουν ότι:

  • Η επέκταση των οικισμών πρέπει να είναι λελογισμένη και να περιορίζεται στο απολύτως αναγκαίο μέτρο, ενεργείται δε με ΠΔ στο πλαίσιο του προσήκοντος χωροταξικού σχεδιασμού, σύμφωνα με τις οικείες για κάθε κατηγορία οικισμών διατάξεις, μεταξύ των οποίων και οι αφορώσες την υποχρέωση καταβολής εισφοράς σε γη και σε χρήμα από τους ιδιοκτήτες των εντασσομένων στο σχέδιο πόλεως ακινήτων προς το σκοπό της πολεοδομικής διαρρύθμισης του οικισμού.
  • Αραιοδομημένα τμήματα πέριξ του συνεκτικού ιστού, στα οποία υπάρχουν μεμονωμένα κτίσματα, όπως π.χ. διάφορα λιθόκτιστα ή μη κτίσματα που απαντώνται στην ύπαιθρο, και τα οποία δεν αποτελούν μέρος του διαμορφωμένου πολεοδομικού ιστού του οικισμού, ή της διακεκριμένης οικιστικής ενότητας αυτού, δεν μπορούν να περιληφθούν νομίμως εντός των ορίων οικισμού προ του έτους 1923.
  • Δεν επιτρέπεται επανακαθορισμός των ορίων οικισμού με βάση νέα πραγματική κατάσταση, η οποία προέκυψε μετά τον αρχικό καθορισμό τους, τα δε όρια οικισμού επιτρέπεται να τροποποιηθούν μόνο για λόγους νομιμότητας, όπως είναι η πλάνη περί τα πράγματα, με πράξη, η οποία επιβάλλεται να αιτιολογείται ειδικώς με αναφορά σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και στοιχεία.
  • Μετά την οριοθέτηση πρέπει σε σύντομο χρονικό διάστημα να ακολουθήσει η δια π.δ/τος έγκριση της πολεοδομικής μελέτης ή του σχεδίου πόλεως του οικισμού σύμφωνα με τις οικείες για κάθε κατηγορία οικισμών διατάξεις.
  • Η οριοθέτηση με προεδρικό διάταγμα όλων των οικισμών του Κράτους, και όχι μόνο των παραδοσιακών, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει η Διοίκηση, επιβάλλεται εκ του Συντάγματος, αντίθετες δε διατάξεις της κοινής νομοθεσίας είναι ανεφάρμοστες ως αντισυνταγματικές. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο προκειμένου περί οικισμών οι οποίοι τυγχάνουν ειδικής προστασίας, όπως οι οικισμοί του Πηλίου, οι οποίοι εμπίπτουν σε περιοχή χαρακτηρισμένη ως ιδιαιτέρου φυσικού κάλλους, πολλοί δε εξ αυτών είναι χαρακτηρισμένοι ως παραδοσιακοί. Επομένως μη νομίμως οι οικισμοί αυτοί οριοθετήθηκαν με αποφάσεις του Νομάρχη Μαγνησίας.
  • Περαιτέρω, μη νομίμως η οριοθέτηση των εν λόγω οικισμών έγινε συλλήβδην βάσει των διατάξεων και των κριτηρίων του π.δ. της 24.4-3.5.1985, χωρίς δηλαδή να ληφθεί υπ’ όψη η κατηγορία στην οποία ανήκει κάθε οικισμός ώστε να εφαρμοσθούν οι οικείες για κάθε κατηγορία διατάξεις και τα αντίστοιχα κριτήρια (οικισμοί προ του 1923, οικισμοί μετά το 1923 και μέχρι το 1983, οικισμοί ενδεχομένως μετά το 1983 κ.ο.κ.). Τέλος, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου και δεν αμφισβητείται, με τις επίμαχες νομαρχιακές αποφάσεις δεν επιχειρήθηκε απλώς η οριοθέτηση των οικισμών, αλλά και η επέκταση αυτών χωρίς την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας.
  • Ο ισχυρισμός του παρεμβαίνοντος ότι οι επίμαχες νομαρχιακές πράξεις έχουν εφαρμοσθεί επί σειρά ετών, ότι βάσει αυτών αποκτήθηκαν εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτων κειμένων στους εν λόγω οικισμούς και ότι εκδόθηκαν οικοδομικές άδειες υπέρ καλοπίστων τρίτων, οι οποίοι τελούσαν υπό την αντίληψη ότι πρόκειται για νομίμως οριοθετηθέντες οικισμούς, είναι απορριπτέος, διότι, ανεξερτήτως αν προβάλλεται εξ ιδίου συμφέροντος ή εκ συμφέροντος τρίτου, πάντως τα γεγονότα αυτά δεν καθιστούν τις επίμαχες πράξεις νόμιμες, ούτε κωλύουν, για τον εφεξής χρόνο, την επιβαλλόμενη εκ του Συντάγματος ορθή οριοθέτηση και την πολεοδόμηση των αντίστοιχων οικισμών με π.δ., ενώ εξ άλλου το ακυρωτικό αποτέλεσμα της παρούσας αποφάσεως δεν επηρεάζει τη νομιμότητα ατομικών πράξεων εκδοθεισών κατ’ εφαρμογή των επίμαχων κανονιστικών νομαρχιακών αποφάσεων.

 «Αβασίμως εν πάση περιπτώσει προβάλλεται ότι σε περίπτωση ανακλήσεως των πράξεων οριοθέτησης θα προκύψει νομικό κενό ως προς τα όρια των οικισμών και αδυναμία εκδόσεως οικοδομικών αδειών, διότι, όπως έχει κριθεί, όταν δεν υφίσταται έγκυρη οριοθέτηση οικισμού προϋφισταμένου του 1923, η αρμόδια πολεοδομική αρχή, προκειμένου να χορηγήσει οικοδομική άδεια για ακίνητο το οποίο, κατά τον αιτούμενο την άδεια, εµπίπτει στα όρια τέτοιου οικισμού, οφείλει να εκφέρει παρεμπίπτουσα, ειδικώς αιτιολογημένη κρίση ως προς τα όρια του οικισμού και τη θέση του ακινήτου ως προς αυτά βάσει στοιχείων αναγομένων στο προ του 1923 χρονικό διάστημα, εκτός αν ειδικές διατάξεις προβλέπουν διαφορετική ρύθμιση. Τα αυτά δε ισχύουν, για την ταυτότητα του λόγου, και προκειμένου περί οικισμών μέχρι 2.000 κατοίκους μετά το 1923 και πριν τις 14.3.1983. Περαιτέρω, το γεγονός ότι η Διοίκηση μελετά το ζήτημα της μορφολογίας, της οριοθέτησης και των όρων δόμησης των οικισμών μέχρι 2.000 κατοίκων όλης της χώρας και ότι, για τον Ν. Μαγνησίας, έχει παραλάβει τον Σεπτέμβριο του 2015 την Β’ φάση σχετικής μελέτης που αφορά 244 οικισμούς του Νομού δεν επηρεάζει το αντικείμενο της δίκης, δεδομένου ότι, πάντως, μέχρι τη συζήτηση της υποθέσεως δεν έχει κινηθεί η διαδικασία οριοθέτησης των οικισμών του Πηλίου» ανέφερε το ΣτΕ.