Πηγή Εικόνας: Khusen Rustamov από το Pixabay

Κώστας Κυριακόπουλος

 

Στη βιομηχανική ζώνη του Ρότερνταμ, ένα κοντέινερ χωρίς ιδιαίτερη σήμανση εκφορτώνεται υπό δρακόντεια μέτρα ασφαλείας. Δεν μεταφέρει χρυσό ούτε πολύτιμους λίθους. Στο εσωτερικό του βρίσκονται μερικοί τόνοι ακατέργαστου γαλλίου και κοβαλτίου, υλικά που πριν από δύο δεκαετίες θεωρούνταν απλώς ενοχλητικά υποπροϊόντα της εξόρυξης αλουμινίου ή ψευδαργύρου, κάτι σαν… περισσεύματα. Σήμερα, τα ίδια αυτά μέταλλα αποτελούν τη σιωπηλή, υπερπολύτιμη «ραχοκοκαλιά» των μικροεπεξεργαστών που χρησιμοποιούνται στην τεχνητή νοημοσύνη, των ραντάρ πολιτικής και στρατιωτικής χρήσης, καθώς και των μπαταριών που τροφοδοτούν την παγκόσμια ηλεκτροκίνηση.

 

Η παγκοσμιοποίηση, όπως τη γνωρίσαμε στις χρυσές δεκαετίες της, βασισμένη στις ανεμπόδιστες μεταφορές, στις ανοιχτές αγορές και στην αναζήτηση του χαμηλότερου εργατικού κόστους, έχει δώσει τη θέση της σε μια νέα, σκληρή πραγματικότητα: τον τεχνοεθνικισμό (techno-nationalism) και τη γεωοικονομία. Η παγκόσμια ισχύς δεν μετριέται πλέον μόνο σε ποσότητες πετρελαίου και φυσικού αερίου, αλλά και σε γραμμάρια σπάνιων γαιών, στα περιθώρια κέρδους των μεταλλευτικών κολοσσών και στη δυναμικότητα των εγκαταστάσεων επεξεργασίας ημιαγωγών.

 

Το μονοπώλιο της Ανατολής

Για δεκαετίες, η Δύση εκχώρησε στην Ανατολή το βιομηχανικό στάδιο της επεξεργασίας κρίσιμων πρώτων υλών. Το αποτέλεσμα αυτής της επιλογής αποτυπώνεται σήμερα σε αριθμούς που προκαλούν ίλιγγο. Η Κίνα ελέγχει πάνω από το 70% της παγκόσμιας εξόρυξης σπάνιων γαιών και περισσότερο από το 85% της παγκόσμιας επεξεργασίας τους. Στον τομέα του κοβαλτίου, η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό εξορύσσει το 63% της παγκόσμιας παραγωγής, αλλά σχεδόν το σύνολο αυτής της ποσότητας μεταφέρεται σε κινεζικές εγκαταστάσεις για διύλιση. Όσο για το γάλλιο, το οποίο αποτελεί κρίσιμη πρώτη ύλη για την παραγωγή ημιαγωγών από νιτρίδιο του γαλλίου (GaN), που χρησιμοποιούνται στα δίκτυα 5G και 6G καθώς και στα ραντάρ, το μερίδιο της Κίνας στην παγκόσμια παραγωγή αγγίζει το συντριπτικό 98%.

Όταν το Πεκίνο επέβαλε αυστηρούς ελέγχους και απαιτήσεις αδειοδότησης στις εξαγωγές γαλλίου, γερμανίου και γραφίτη, η τιμή του γαλλίου στη διεθνή αγορά άμεσης παράδοσης (spot market) σημείωσε άνοδο άνω του 40% μέσα σε λίγους μήνες, ενώ οι δυτικές βιομηχανίες μικροτσίπ βρέθηκαν αντιμέτωπες με το «έμφραγμα» που προκαλεί η απόλυτη εξάρτηση από έναν προμηθευτή.

 

Η ευρωπαϊκή απάντηση: το τίμημα του CRMA

Η αντίδραση της Ευρώπης και των κρατών της G7 υπήρξε άμεση, αλλά το οικονομικό κόστος της προσαρμογής είναι τεράστιο. Με τον Κανονισμό για τις Κρίσιμες Πρώτες Ύλες (Critical Raw Materials Act – CRMA), η Ευρωπαϊκή Ένωση έθεσε δεσμευτικούς στόχους για το 2030:

-10% της ετήσιας κατανάλωσης κρίσιμων πρώτων υλών στην ΕΕ να καλύπτεται από εξόρυξη εντός της Ένωσης.

-40% να καλύπτεται από επεξεργασία εντός της ΕΕ.

-25% να καλύπτεται από ανακύκλωση.

-Όριο 65% στην εξάρτηση από μία μόνο τρίτη χώρα για κάθε στρατηγική πρώτη ύλη, σε οποιοδήποτε σχετικό στάδιο επεξεργασίας.

 

Για να επιτευχθούν αυτοί οι στόχοι, εκτιμάται ότι απαιτούνται επενδύσεις άνω των 100 δισ. ευρώ σε υποδομές εξόρυξης, επεξεργασίας και ανακύκλωσης στην Ευρώπη έως το τέλος της δεκαετίας. Παράλληλα, η μετάβαση στο λεγόμενο friendshoring, δηλαδή η μεταφορά των εφοδιαστικών αλυσίδων σε συμμαχικές και πολιτικά «προβλέψιμες» χώρες, αυξάνει το λειτουργικό κόστος της βιομηχανίας κατά 15% έως 25%, περιορίζοντας τα περιθώρια που προσέφερε το μοντέλο της εξωτερικής ανάθεσης παραγωγικών δραστηριοτήτων στην Ασία με εξαιρετικά χαμηλό κόστος.

 

Τα «στενά» της αβεβαιότητας: η οικονομία των ναύλων

Ωστόσο, η κρίση των πρώτων υλών δεν είναι μόνο ζήτημα υπεδάφους· είναι, πάνω απ’ όλα, ζήτημα θαλάσσιων περασμάτων. Η γεωπολιτική αστάθεια στην Ερυθρά Θάλασσα και οι κίνδυνοι για τη ναυσιπλοΐα σε κομβικά θαλάσσια περάσματα υποχρέωσαν μεγάλους ναυτιλιακούς ομίλους να εκτρέψουν πλοία μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων γύρω από το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας. Η αλλαγή αυτή προσθέτει 10 έως 14 ημέρες πλεύσης ανά ταξίδι, αυξάνοντας την κατανάλωση καυσίμων κατά 25% έως 30% και δεσμεύοντας πρόσθετη μεταφορική ικανότητα στην παγκόσμια αγορά.

Όπως εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς, ηαύξηση του μεταφορικού κόστους μετακυλίεται άμεσα στις τελικές τιμές των καταναλωτικών προϊόντων, εντείνοντας τις πληθωριστικές πιέσεις στην Ευρωζώνη. Οι επιπτώσεις αυτές καταδεικνύουν ότι η ναυτιλία αποτελεί κρίσιμο κρίκο της εθνικής και διεθνούς ασφάλειας, καθώς και της ανθεκτικότητας των εφοδιαστικών αλυσίδων.

 

Στην Ελλάδα

Μέσα σε αυτό το παγκόσμιο οικονομικό σκάκι, η Ελλάδα έχει μια σπάνια ευκαιρία να μετατραπεί από απλός καταναλωτής σε στρατηγικό προμηθευτή της Ευρώπης.

Μετά από επένδυση δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ για την προσαρμογή των εγκαταστάσεων του εργοστασίου «Αλουμίνιον της Ελλάδος», η METLEN Energy & Metals εισήλθε δυναμικά στην παραγωγή γαλλίου, με τη δυνατότητα να καλύψει σημαντικό μέρος της ευρωπαϊκής ζήτησης, η οποία εκτιμάται σε περίπου 40 έως 50 τόνους ετησίως. Μάλιστα, η πρόσφατη εμπορική συμφωνία με ιαπωνικό κολοσσό χημικών για τη διάθεση έως και του 16% της ετήσιας παραγωγής γαλλίου επιβεβαιώνει τη διεθνή εμπορική σημασία του ελληνικού μετάλλου.

 

Σκουριές, χαλκός και χρυσός

Η έναρξη της εμπορικής παραγωγής στο μεταλλείο των Σκουριών, μια επένδυση που ξεπερνά το 1 δισ. δολάρια, ενισχύει τη θέση της χώρας στον ευρωπαϊκό μεταλλευτικό χάρτη, με την παραγωγή συμπυκνώματος χαλκού και χρυσού. Η εξέλιξη αυτή έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η ζήτηση για χαλκό ενισχύεται από την ανάπτυξη των κέντρων δεδομένων τεχνητής νοημοσύνης και την αναβάθμιση των ηλεκτρικών δικτύων. Στα εγκαίνια των εγκαταστάσεων που ήρθαν μετά από σκληρές διαπραγματεύσεις της κυβέρνησης με την εταιρεία με στόχο την τροποποίηση της επενδυτικής συμφωνίας, μίλησε πριν από μερικά 24ωρα ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης: «Βλέπουμε μια εντυπωσιακή επένδυση η οποία ουσιαστικά απορρόφησε πάνω από 2 δισ, δολάρια και είναι ίσως η μεγαλύτερη ξένη παραγωγική επένδυση που έχει γίνει στη χώρα τις τελευταίες δεκαετίες», είπε μεταξύ άλλων. Και σε άλλο σημείο: «Σε μια εποχή μεγάλων γεωπολιτικών ανακατατάξεων, όπου η Ευρώπη κοιτάζει ξανά τις αλυσίδες αξίας, είναι πάρα πολύ σημαντικό εμείς ως Ευρωπαίοι, όχι απλά ως Έλληνες, να παράγουμε οι ίδιοι τις κρίσιμες πρώτες ύλες τις οποίες χρειαζόμαστε προκειμένου η βιομηχανία μας να γίνει και πάλι ανταγωνιστική. Οι Σκουριές συμμετέχουν ενεργά σε αυτήν την όχι απλά εθνική, αλλά και ευρωπαϊκή προσπάθεια».

 

Η μάχη για τα υλικά του μέλλοντος δεν αποτελεί παροδικό φαινόμενο των αγορών που ρυθμίζεται από τις επίκαιρες εξελίξεις. Είναι η νέα κανονικότητα που όχι απλώς έχει χτυπήσει τις πόρτες των σύγχρονων αγορών και των εθνικών οικονομιών αλλά ήδη έχουν μπει μέσα. Η γεωπολιτική της επόμενης δεκαετίας δεν θα κριθεί μόνο στις διπλωματικές αίθουσες, αλλά και στα ισοζύγια πληρωμών, στα περιθώρια κέρδους EBITDA των μεταλλευτικών ομίλων, στους καθαρούς χώρους παραγωγής ημιαγωγών και στις γέφυρες των πλοίων μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων.