Πηγή Εικόνας: απε - μπε

Της Τέτης Ηγουμενίδη

Η αγορά αποθηκών και logistics στην Αττική συνέχισε και το 2025 να προσελκύει ισχυρό επενδυτικό ενδιαφέρον, σε μια συγκυρία όπου ο κλάδος εμφανίζει αυξημένη κινητικότητα τόσο από την πλευρά των επενδυτών όσο και από την πλευρά των χρηστών. Σύμφωνα με ανάλυση της Danos, μέλους του διεθνούς δικτύου της BNP Paribas Real Estate, μέσα στην επόμενη διετία αναμένεται να προστεθούν περίπου 800.000 τ.μ. νέων, σύγχρονων αποθηκευτικών χώρων στην αγορά της Αθήνας.

Το ενδιαφέρον εστιάζεται κυρίως σε ακίνητα με σταθερές ταμειακές ροές, γι’ αυτό και ΑΕΕΑΠ και private equity funds εντείνουν τις τοποθετήσεις τους στον συγκεκριμένο κλάδο. Η αυξημένη ζήτηση για τέτοιου είδους περιουσιακά στοιχεία ωθεί ανοδικά τις αξίες και οδηγεί παράλληλα σε συμπίεση των prime αποδόσεων, οι οποίες τοποθετούνται πλέον στο 6,5% με 6,8%.

Παρά τη συμπίεση αυτή, οι αποδόσεις στην ελληνική αγορά παραμένουν υψηλότερες από τα συνήθη επίπεδα της Δυτικής Ευρώπης, όπου κινούνται συνήθως στο 4% έως 5%. Κατά την ίδια ανάλυση, το στοιχείο αυτό εξακολουθεί να καθιστά ελκυστική την Αττική, καθώς συνδυάζεται με αξιόπιστο εισόδημα και με προοπτικές περαιτέρω ανόδου από τα μισθώματα του 2025, τα οποία εκτιμάται ότι υπερβαίνουν τα 5,5 ευρώ ανά τ.μ. τον μήνα. Η πορεία αυτή, όπως σημειώνεται, αντανακλά τόσο την ανθεκτικότητα της τοπικής αγοράς όσο και τη σταδιακή ωρίμανση του τομέα των logistics στην Ελλάδα.

Την ίδια ώρα, καταγράφεται σαφής μετατόπιση της ζήτησης προς μεγάλες, σύγχρονες εγκαταστάσεις, οι οποίες ενσωματώνουν τεχνολογικές υποδομές και προδιαγραφές βιωσιμότητας. Η τάση αυτή συνδέεται άμεσα με τις νέες απαιτήσεις της εφοδιαστικής αλυσίδας αλλά και με την περαιτέρω ανάπτυξη του ηλεκτρονικού εμπορίου.

Η Danos εκτιμά ακόμη ότι το 2026 θα προστεθούν στην αγορά περίπου 110.000 τ.μ. από ώριμα έργα, τα περισσότερα εκ των οποίων είναι ήδη προμισθωμένα και σχεδιασμένα με γνώμονα τη βιωσιμότητα. Στο μεταξύ, έως το τέλος του 2025 τα ενοίκια αυξήθηκαν κατά 4% έως 6%, με τη στήριξη να προέρχεται από τα περιορισμένα ποσοστά κενότητας, τα οποία διαμορφώνονται κατά μέσο όρο στο 4,5%.

Στις βασικές αγορές, όπως η Αθήνα, οι αποθήκες πρώτης κατηγορίας εξακολουθούν να συγκεντρώνουν ισχυρή ζήτηση, με τα μισθώματα να κυμαίνονται μεταξύ 5,5 και 6,5 ευρώ ανά τ.μ. τον μήνα, αυξημένα κατά 7% σε ετήσια βάση. Στον αντίποδα, οι δευτερεύουσες τοποθεσίες εμφανίζουν χαμηλότερα μισθωτικά επίπεδα, από 3,5 έως 4,5 ευρώ ανά τ.μ. τον μήνα, καθώς εκεί η ζήτηση είναι πιο ισορροπημένη και τα ποσοστά κενών χώρων υψηλότερα. Παρ’ όλα αυτά, οι συγκεκριμένες αγορές διατηρούν στοιχείο σταθερότητας και προσελκύουν μισθωτές που δίνουν μεγαλύτερο βάρος στο κόστος.

Ως βασικοί κόμβοι πρώτης γραμμής αναδεικνύονται η Δυτική και η Βόρεια Αττική, με επίκεντρο τον Ασπρόπυργο και το Κρυονέρι. Στις περιοχές αυτές η κενότητα διαμορφώνεται περίπου στο 5% με 6%, εξέλιξη που αποδίδεται στην πολύ καλή πρόσβαση σε οδικά και σιδηροδρομικά δίκτυα, αλλά και στη συγκέντρωση νεότερου ή καλά συντηρημένου αποθέματος. Την ίδια στιγμή, στην ευρύτερη αγορά της Αθήνας περίπου το 40% των βιομηχανικών και logistics χώρων αποτελείται από παλαιωμένα ακίνητα, συχνά πρώην εργοστάσια που χρησιμοποιούνται πλέον ως απλοί αποθηκευτικοί χώροι, στοιχείο που δείχνει το μέγεθος του παρωχημένου αποθέματος.