
Πηγή Εικόνας: ΑΠΕ-ΜΠΕΤης Τέτης Ηγουμενίδη
Η προοπτική ανάπτυξης της αγοράς των Κέντρων Δεδομένων στην Ελλάδα, η οποία σύμφωνα με εκτιμήσεις μπορεί να κινητοποιήσει επενδύσεις έως 10 δισ. ευρώ, φέρνει στο προσκήνιο ζήτημα χωροθέτησης: οι περιοχές όπου καταγράφεται το ισχυρότερο επενδυτικό ενδιαφέρον δεν συμπίπτουν απαραίτητα με εκείνες που διαθέτουν τη μεγαλύτερη δυνατότητα σύνδεσης στο ηλεκτρικό δίκτυο.
Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει από μελέτη της PWC, η οποία εκπονήθηκε για λογαριασμό του υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης και παρουσιάστηκε χθες σε σχετική εκδήλωση.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της μελέτης, η συνολική δυναμικότητα σύνδεσης στο δίκτυο μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας για Κέντρα Δεδομένων εκτιμάται ότι θα αυξηθεί από περίπου 1,9 GW το 2025 σε περίπου 2,9 GW το 2034. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, καταγράφεται ένα κενό δυναμικότητας της τάξης των 300 έως 700 MW, το οποίο θα μπορούσε να καλυφθεί εφόσον μέρος του επενδυτικού ενδιαφέροντος κατευθυνθεί και σε άλλες Περιφέρειες πέραν της Αττικής.
Η γεωγραφική κατανομή της διαθέσιμης ισχύος δείχνει ότι οι μεγαλύτερες δυνατότητες για φιλοξενία νέων Κέντρων Δεδομένων εντοπίζονται στη Δυτική Μακεδονία (630 MW) και στη Θεσσαλία (605 MW), ενώ ακολουθούν η Κεντρική Μακεδονία (485 MW) και η Στερεά Ελλάδα (480 MW). Στη συνέχεια βρίσκονται η Ανατολική Μακεδονία – Θράκη (375 MW), η Ήπειρος και η Δυτική Ελλάδα (250 MW), η Πελοπόννησος (210 MW), η Αττική (180 MW) και η Κρήτη (140 MW).
Ωστόσο, η κατάταξη αυτή διαφοροποιείται όταν εξετάζεται η επενδυτική ελκυστικότητα των περιοχών. Στην κορυφή βρίσκονται η Αττική, η Κρήτη και η Πελοπόννησος, ενώ ακολουθούν η Δυτική Μακεδονία, η Κεντρική Μακεδονία, η Ήπειρος και η Δυτική Ελλάδα, η Θεσσαλία, η Στερεά Ελλάδα και η Ανατολική Μακεδονία – Θράκη. Ως περιοχές πρώτης προτεραιότητας (Tier A) αναφέρονται η Αττική, η Δυτική Μακεδονία, η Κεντρική Μακεδονία, η Κρήτη και η Πελοπόννησος.
Η PWC επισημαίνει ότι η επιλογή τοποθεσίας για την εγκατάσταση ενός data center δεν καθορίζεται μόνο από τη διαθεσιμότητα ηλεκτρικής ισχύος. Μεταξύ των βασικών κριτηρίων περιλαμβάνονται η συνδεσιμότητα, δηλαδή η ύπαρξη πολλαπλών τηλεπικοινωνιακών διαδρομών και παρόχων, η εγγύτητα σε μεγάλα αστικά κέντρα, καθώς και η διαθεσιμότητα εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού και επενδυτικών κινήτρων.
Το συνολικό δηλωμένο επενδυτικό ενδιαφέρον για Κέντρα Δεδομένων στη χώρα εκτιμάται μεταξύ 1,4 και 2,2 GW, με την Αττική να συγκεντρώνει περίπου το 65% των σχεδιαζόμενων επενδύσεων. Από το σύνολο αυτό, περίπου 0,8 GW αφορά ήδη ανακοινωμένα επενδυτικά σχέδια, ενώ 1,2 GW αντιστοιχεί σε 20 αιτήματα σύνδεσης στο σύστημα μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας του ΑΔΜΗΕ και περίπου 0,2 GW σε αιτήματα σύνδεσης στο δίκτυο διανομής του ΔΕΔΔΗΕ.
Για την Αττική, το ενδιαφέρον τοποθετείται μεταξύ 800 και 1.260 MW, εκ των οποίων περίπου 330 MW έχουν ήδη λάβει όρους σύνδεσης. Εκτός Αττικής, επενδυτικό ενδιαφέρον καταγράφεται στη Βοιωτία (περίπου 275 MW) και στη Δυτική Μακεδονία (με εύρος 140–440 MW), ενώ μικρότερες αναπτύξεις εμφανίζονται σε Θεσσαλονίκη, Κόρινθο, Κρήτη και Μεγαλόπολη.
Όπως ανέφερε ο Λευτέρης Κατσουλιέρης, Strategy director, Deals & Strategy της PWC Ελλάδας, η ανάπτυξη νέων Κέντρων Δεδομένων συνολικής ισχύος περίπου 1 GW θα μπορούσε να συνδεθεί με επενδύσεις περίπου 10 δισ. ευρώ – περίπου 10 εκατ. ευρώ ανά MW πριν τον υπολογιστικό εξοπλισμό – και με τη δημιουργία περίπου 1.000 μόνιμων θέσεων εργασίας υψηλής εξειδίκευσης.
Σήμερα, πάντως, η αγορά των Κέντρων Δεδομένων στην Ελλάδα βρίσκεται ακόμη σε αρχικό στάδιο ανάπτυξης και η κατανάλωση ενέργειας του κλάδου αντιστοιχεί περίπου στο 0,1% της συνολικής κατανάλωσης στη χώρα.
Στην εκδήλωση, ο υπουργός Ψηφιακής Διακυβέρνησης και Τεχνητής Νοημοσύνης Δημήτρης Παπαστεργίου, αναφέρθηκε στη γεωστρατηγική θέση της Ελλάδας, επισημαίνοντας ότι η χώρα βρίσκεται στο σταυροδρόμι Ευρώπης, Ασίας και Αφρικής και αποτελεί σημείο διέλευσης σημαντικών τηλεπικοινωνιακών καλωδίων και δικτύων οπτικών ινών. Όπως είπε, οι συνθήκες αυτές δημιουργούν προϋποθέσεις για την ανάπτυξη ενός ισχυρού κόμβου δεδομένων και ψηφιακών υποδομών στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο.
Στο περιθώριο της εκδήλωσης κ. Παπαστεργίου αναφέρθηκε επίσης στις επαφές με την ιταλική κυβέρνηση για την κατάρτιση σχεδίου διασφάλισης της ασφάλειας των υποθαλάσσιων καλωδίων οπτικών ινών της ευρύτερης περιοχής, στο πλαίσιο σχετικής πρωτοβουλίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Στη συζήτηση που ακολούθησε την παρουσίαση της μελέτης, ο γενικός γραμματέας του υπουργείου Περιβάλλοντος, Ευθύμιος Μπακογιάννης, υπογράμμισε πέντε βασικούς παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τη χωροθέτηση των ΚΔ: την τήρηση της κατάλληλης κλίμακας των εγκαταστάσεων σε σχέση με το περιβάλλον, την ανάγκη για υπόγειες ενεργειακές συνδέσεις, τον σχεδιασμό κτιρίων που δεν δημιουργούν αισθητική όχληση, καθώς και την αντιμετώπιση των ζητημάτων της θερμικής νησίδας και του θορύβου.
Όπως σημείωσε, το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο επιτρέπει την ανάπτυξη τέτοιων εγκαταστάσεων σχεδόν σε κάθε περιοχή. Ωστόσο, μέσω των Τοπικών Πολεοδομικών σχεδίων (ΤΠΣ) δίνεται κατεύθυνση για χωροθέτηση των Κέντρων Δεδομένων κατά προτεραιότητα σε οργανωμένους χώρους παραγωγικών επενδύσεων.
Από την πλευρά της αγοράς, ο διευθύνων σύμβουλος της Digital Realty και πρόεδρος του Greek Data Center Association, Αλέξανδρος Μπεχράκης, υπογράμμισε την ανάγκη επιτάχυνσης των διαδικασιών αδειοδότησης, σημειώνοντας παράλληλα ότι οι εγκαταστάσεις αυτές δεν χρησιμοποιούν ανοιχτό κύκλωμα νερού.
Γενικότερα, στελέχη της αγοράς επισημαίνουν την ανάγκη αλλαγών στον τρόπο με τον οποίο δίνονται οι άδειες και δεσμεύεται ηλεκτρικός χώρος, ώστε να διασφαλίζεται ότι τα αιτήματα αντιστοιχούν σε πραγματικές επενδύσεις.
Σε ό,τι αφορά τη δέσμευση ηλεκτρικού χώρου, ο αντιπρόεδρος του ΑΔΜΗΕ, Ιωάννης Μάργαρης, ανέφερε ότι από τα 500 MW που έχουν δεσμευτεί μέχρι σήμερα στην υψηλή τάση, έργα που βρίσκονται σε φάση κατασκευής αντιστοιχούν σε περίπου 90 MW. «Δεν λέω ότι δεν θα γίνουν τα υπόλοιπα. Δεν μπορώ να το εκτιμήσω. Χρειάζονται όμως κανόνες και συγκεκριμένα κριτήρια για το ποιος δεσμεύει ηλεκτρικό χώρο και για πόσο χρόνο», σημείωσε.
Τον ρόλο του ΟΤΕ στην ανάπτυξη της χώρας ως ψηφιακού κόμβου ανέδειξε ο Γιάννης Κωνσταντινίδης, Chief officer στρατηγικής, μετασχηματισμού και χονδρικής του ομίλου. Όπως ανέφερε, τα Κέντρα Δεδομένων και οι υποδομές συνδεσιμότητας αποτελούν τους δύο βασικούς πυλώνες ενός ψηφιακού οικοσυστήματος.
Ειδικότερα, ανέφερε ότι η Ελλάδα συνδέεται μέσω Μεσογείου με ένα από τα μεγαλύτερα διηπειρωτικά καλώδια σήμερα, το Asia-Africa-Europe-1 (ΑΑΕ1), στο οποίο ο ΟΤΕ συμμετέχει μαζί με άλλους μεγάλους παρόχους. Το καλώδιο αυτό, μήκους 25.000 χιλιομέτρων ξεκινά από το Χονγκ Κονγκ, καταλήγει στα Χανιά της Κρήτης. Όπως σημείωσε ο κ. Κωνσταντινίδης, «η χωρητικότητά του είναι τεράστια, ικανή να εξυπηρετήσει περίπου 60 Tbps, δηλαδή περίπου 12 φορές τη συνολική κίνηση ευρυζωνικότητας της Ελλάδας». Και πρόσθεσε: «Πέρα από την υποθαλάσσια υποδομή, υπάρχουν και οι επίγειες cross-border διασυνδέσεις με όλες τις γειτονικές χώρες και ειδικότερα με την Τουρκία που αποτελεί μια επιπλέον βασική πύλη της χώρας για την κίνηση εξ’ ανατολών. Εκεί έχουμε cross-border interconnection της τάξης των 10Tbps.»















