Της Τέτης Ηγουμενίδη

Στο μικροσκόπιο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής βρίσκεται η Ελλάδα λόγω καθυστερήσεων στην υλοποίηση βασικών υποχρεώσεων που σχετίζονται με την ενεργειακή μετάβαση και την περιβαλλοντική πολιτική. Η Κομισιόν απέστειλε προειδοποιητικές επιστολές προς τη χώρα για δύο διαφορετικά ζητήματα. Την καθυστέρηση στην κατάθεση του εθνικού σχεδίου ανακαίνισης κτιρίων και την μη επικαιροποίηση του προγράμματος ελέγχου της ατμοσφαιρικής ρύπανσης.

Το σημαντικότερο από τα δύο ζητήματα αφορά το κτιριακό απόθεμα. Η Ελλάδα είναι μία από τις 19 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης που δεν υπέβαλαν έως το τέλος του 2025 το προσχέδιο για την ενεργειακή αναβάθμιση των κτιρίων, όπως προβλέπει η αναθεωρημένη οδηγία για την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων (ΕΕ 2024/1275). Τα εθνικά σχέδια ανακαίνισης αποτελούν το βασικό εργαλείο με το οποίο τα κράτη μέλη θα οργανώσουν τη μετάβαση σε ένα ενεργειακά αποδοτικό κτιριακό απόθεμα έως το 2050.

Η ευρωπαϊκή πολιτική για τα κτίρια θέτει συγκεκριμένα ορόσημα για τη μείωση της ενεργειακής κατανάλωσης στις κατοικίες. Οι χώρες της ΕΕ καλούνται να περιορίσουν τη συνολική κατανάλωση ενέργειας στον οικιστικό τομέα κατά τουλάχιστον 16% μέχρι το 2030 και περίπου κατά 20% έως 22% μέχρι το 2035. Για να επιτευχθούν οι στόχοι αυτοί, προτεραιότητα δίνεται στην ενεργειακή αναβάθμιση των πιο ενεργοβόρων κτιρίων.

Η πρόκληση για την Ελλάδα είναι ιδιαίτερα μεγάλη, καθώς μεγάλο μέρος των κατοικιών είναι παλαιό και ενεργειακά αναποτελεσματικό. Εκτιμάται ότι πάνω από το μισό του κτιριακού αποθέματος έχει κατασκευαστεί πριν από το 1980, περίοδο κατά την οποία δεν υπήρχαν αυστηροί κανόνες ενεργειακής απόδοσης. Πολλά από τα κτίρια αυτά κατατάσσονται στις χαμηλότερες ενεργειακές κατηγορίες, γεγονός που σημαίνει ότι θα απαιτηθούν εκτεταμένες ανακαινίσεις τα επόμενα χρόνια.

Η νέα ευρωπαϊκή οδηγία εισάγει επίσης αυστηρότερα πρότυπα για τα νέα κτίρια. Από το 2028 τα νέα δημόσια κτίρια θα πρέπει να είναι μηδενικών εκπομπών, ενώ από το 2030 η υποχρέωση αυτή θα επεκταθεί σε όλα τα νέα κτίρια. Στην πράξη, αυτό σημαίνει υψηλότερα ενεργειακά πρότυπα, μεγαλύτερη αξιοποίηση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και σταδιακή αντικατάσταση των συστημάτων θέρμανσης που βασίζονται σε ορυκτά καύσιμα.

Παράλληλα, η ευρωπαϊκή πολιτική προβλέπει σταδιακή κατάργηση των επιδοτήσεων για εγκατάσταση αυτόνομων λεβήτων που λειτουργούν με πετρέλαιο ή φυσικό αέριο, ενθαρρύνοντας την υιοθέτηση τεχνολογιών χαμηλών εκπομπών, όπως αντλίες θερμότητας και άλλα ενεργειακά αποδοτικά συστήματα.

Κεντρικό εργαλείο για την εφαρμογή της πολιτικής αυτής θα είναι τα εθνικά σχέδια ανακαίνισης κτιρίων, τα οποία θα πρέπει να καθορίζουν τον ρυθμό των ενεργειακών αναβαθμίσεων, τις επενδυτικές ανάγκες και τα μέσα χρηματοδότησης των παρεμβάσεων. Στην ελληνική περίπτωση, η εφαρμογή των μέτρων αναμένεται να στηριχθεί σε νέα προγράμματα ενεργειακής αναβάθμισης κατοικιών, αντίστοιχα με το «Εξοικονομώ», καθώς και σε φορολογικά κίνητρα και χρηματοδοτικά εργαλεία για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Η οδηγία εισάγει επίσης το λεγόμενο «ενεργειακό διαβατήριο» κτιρίου, ένα εργαλείο που θα αποτυπώνει τη σταδιακή πορεία ενεργειακής αναβάθμισης κάθε ακινήτου και τις παρεμβάσεις που απαιτούνται για τη βελτίωση της ενεργειακής του απόδοσης.

Οι αλλαγές αυτές αναμένεται να επηρεάσουν και την αγορά ακινήτων τα επόμενα χρόνια, καθώς η ενεργειακή κατηγορία των κτιρίων θα παίζει ολοένα μεγαλύτερο ρόλο στην αξία και την εμπορική αξιοποίησή τους.

Η Ελλάδα έχει προθεσμία δύο μηνών για να απαντήσει στις προειδοποιητικές επιστολές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Αν οι εξηγήσεις που δοθούν δεν θεωρηθούν επαρκείς, η διαδικασία μπορεί να προχωρήσει στο επόμενο στάδιο της διαδικασίας επί παραβάσει.