
Πηγή Εικόνας: wikimedia commonsΤης Τέτης Ηγουμενίδη
Παρά τη σημαντική βελτίωση βασικών δεικτών τα τελευταία χρόνια τα προβλήματα στη διαχείριση των υγρών αποβλήτων στην Ελλάδα παραμένουν. Η χώρα έχει καταφέρει να συνδέσει σχεδόν το σύνολο του πληθυσμού με εγκαταστάσεις επεξεργασίας λυμάτων, ωστόσο η πλήρης συμμόρφωση με το ευρωπαϊκό πλαίσιο, η ποιότητα λειτουργίας των υποδομών και κυρίως η αξιοποίηση των επεξεργασμένων εκροών εξακολουθούν να εμφανίζουν σοβαρές εκκρεμότητες.
Αυτό καταγράφει η νέα έρευνα της διαΝΕΟσις, που υπογράφεται από οκταμελή επιστημονική ομάδα με συντονιστή τον καθηγητή και κάτοχο έδρας Unesco στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, Κωνσταντίνο Αραβώση. Η μελέτη χαρτογραφεί τη σημερινή εικόνα της χώρας, αναδεικνύει θεσμικές και λειτουργικές αδυναμίες και καταθέτει δέσμη συγκεκριμένων προτάσεων πολιτικής. Ειδικότερα, σύμφωνα με την έρευνα της διαΝΕΟσις:
Η Ελλάδα βρίσκεται πλέον στην 4η θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως προς τη σύνδεση του πληθυσμού με Μονάδες Επεξεργασίας Λυμάτων, με ποσοστό κάλυψης που αγγίζει το 95%. Ωστόσο, το 2023 μόλις το 53% των υποδομών συμμορφωνόταν πλήρως με τους ευρωπαϊκούς κανόνες, όταν το 2020 το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 44%.
Το γεγονός αυτό σημαίνει ότι σημαντικό μέρος των εγκαταστάσεων είτε υπολειτουργεί είτε δεν πληροί τις τεχνικές προδιαγραφές.
Οι καθυστερήσεις στην ολοκλήρωση έργων είχαν και οικονομικό αντίκτυπο. Η υπόθεση έξι οικισμών της Ανατολικής Αττικής οδήγησε σε πρόστιμο 10 εκατ. ευρώ και επιπλέον χρηματική ποινή 3,64 εκατ. ευρώ για κάθε εξάμηνο καθυστέρησης, ενώ η παράβαση είχε διαπιστωθεί από το 2007.
Παρότι πλέον λειτουργεί Τεχνική Γραμματεία Λυμάτων για την παρακολούθηση των έργων, η έρευνα επισημαίνει ότι οι ασυνέχειες στον σχεδιασμό και στην υλοποίηση εξακολουθούν να δημιουργούν καθυστερήσεις.
Πέρα από τα μεγάλα έργα, εντοπίζονται λειτουργικά προβλήματα σε Μονάδες Επεξεργασίας Λυμάτων που επηρεάζουν την ποιότητα της εκροής, αλλά και σημαντικές απώλειες στα παλαιά δίκτυα ύδρευσης και αποχέτευσης. Οι περιβαλλοντικοί έλεγχοι κρίνονται συχνά ανεπαρκείς, καθώς δεν καλύπτουν το σύνολο των εγκαταστάσεων και δεν συνοδεύονται πάντα από πλήρη δημοσιοποίηση των ευρημάτων.
Ιδιαίτερο κενό καταγράφεται στους οικισμούς κάτω των 2.000 κατοίκων, για τους οποίους δεν έχουν αναπτυχθεί επαρκείς και προσαρμοσμένες λύσεις. Το ζήτημα αποκτά μεγαλύτερη σημασία σε νησιωτικές και τουριστικές περιοχές, όπου η εποχική αύξηση του πληθυσμού επιβαρύνει δυσανάλογα τις υποδομές.
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά ευρήματα της μελέτης αφορά την περιορισμένη επαναχρησιμοποίηση των επεξεργασμένων λυμάτων. Από τις 275 εγκαταστάσεις της χώρας, μόνο δύο, στην Παροικιά Πάρου και στους Μολάους Μονεμβασιάς, εφαρμόζουν πρακτικές επαναχρησιμοποίησης.
Στις υπόλοιπες περιπτώσεις, τα επεξεργασμένα λύματα διοχετεύονται σε υδάτινους αποδέκτες. Σε συνθήκες αυξανόμενης λειψυδρίας, η περιορισμένη αξιοποίηση ενός δυνητικά πολύτιμου πόρου συνιστά χαμένη ευκαιρία, ιδίως για τη γεωργία και τις αστικές χρήσεις.
Η έρευνα αφιερώνει εκτενές τμήμα σε διεθνείς καλές πρακτικές, από τη Δανία και τη Γερμανία έως την Αίγυπτο και την Ινδία, αναδεικνύοντας τεχνολογικές και οργανωτικές λύσεις που μπορούν να προσαρμοστούν στην ελληνική πραγματικότητα.
Στις βασικές προτάσεις περιλαμβάνεται η ενοποίηση συναφών δημόσιων φορέων, όπως οι Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης, με στόχο την ενίσχυση της διοικητικής επάρκειας, της ανταλλαγής τεχνογνωσίας και της δυνατότητας άντλησης χρηματοδοτήσεων. Προτείνεται επίσης η εντατικοποίηση των περιβαλλοντικών ελέγχων με ενεργοποίηση μητρώου ελεγκτών, καθώς και η συστηματική παρακολούθηση της προόδου των έργων από τις Διαχειριστικές Αρχές.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στη βελτίωση της εκπαίδευσης και στελέχωσης του προσωπικού που λειτουργεί τις εγκαταστάσεις, αλλά και στην καλύτερη ανάλυση της οικονομικής βιωσιμότητας των έργων ήδη από το στάδιο του σχεδιασμού. Η μείωση του ενεργειακού κόστους των Μονάδων Επεξεργασίας Λυμάτων αποτελεί ακόμη έναν άξονα παρεμβάσεων, είτε μέσω ενεργειακών αναβαθμίσεων είτε μέσω τεχνοοικονομικής αξιολόγησης του κόστους λειτουργίας.
Παράλληλα, προτείνεται η ενίσχυση των τεχνολογικών υποδομών για την επεξεργασία και αξιοποίηση της ιλύος, ο εκσυγχρονισμός του θεσμικού πλαισίου για την επαναχρησιμοποίηση υγρών αποβλήτων και η παροχή κινήτρων για επενδύσεις σε σχετικές τεχνολογίες. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται η ανάπτυξη πιλοτικών προγραμμάτων επαναχρησιμοποίησης της εκροής και αξιοποίησης της ιλύος, ώστε να δημιουργηθούν λειτουργικά πρότυπα που θα μπορούν να εφαρμοστούν ευρύτερα.















