

Γιώργος Παπακωνσταντίνου
Διαφοροποιούνται οι προθέσεις των υποψήφιων αγοραστών εξοχικής κατοικίας που πλέον στρέφονται από μεγαλύτερης επιφάνειας σε μεσαίου μεγέθους ακίνητα, με τον παράγοντα «ηλικία» να παίζει και αυτός τον ρόλο του. Ετσι, καθίσταται δυσκολότερη η πώληση εξοχικών κατοικιών μεγάλων επιφανειών, από 150 τ.μ. και πάνω, ειδικά μάλιστα αν πρόκειται για ακίνητα παλαιότητα. Το υψηλό κόστος αγοράς, αλλά και συντήρησης τέτοιων ακινήτων θεωρούνται οι δύο βασικότερες αιτίες για την εξέλιξη αυτή, με αποτέλεσμα να βρίσκονται σε μειονεκτική θέση, έναντι των πιο σύγχρονων και μικρότερης επιφάνειας κατοικιών, που συμβαδίζουν περισσότερο με τα «θέλω» των αγοραστών από το εξωτερικό.
Σύμφωνα με έρευνα της Elxis – At Home in Greece, εταιρείας που εξειδικεύεται στις πωλήσεις εξοχικών κατοικιών σε ξένους, το 68,4% των ενδιαφερόμενων ανέφερε ότι ενδιαφέρεται για κατοικίες μικρομεσαίου μεγέθους, κάτω των 120 τ.μ. Αντίστοιχα, το 26,1% εκδηλώνει ζήτηση για μεγαλύτερα ακίνητα από 120 έως 200 τ.μ., ενώ μόλις 5,5% αναζητά ακίνητα που να ξεπερνούν σε μέγεθος τα 200 τ.μ. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε σε δείγμα 1.500 ενδιαφερόμενων αγοραστών, προερχόμενων κυρίως από χώρες της Βορειοδυτικής Ευρώπης και τη Β. Αμερική (ΗΠΑ-Καναδάς).
«Στην αγορά άνω των 600.000€, παρατηρούμε πωλητές με μεγάλα, παλαιότερα ακίνητα (άνω των 200 τ.μ. και 15ετίας ή παλαιότερα) στις τουριστικές περιοχές της Ελλάδας, είτε να μειώνουν τις τιμές τους, είτε να αποσύρουν προσωρινά τα ακίνητα από την αγορά λόγω έλλειψης ενδιαφέροντος. Παράλληλα, στα ακίνητα που εντέλει βρίσκουν αγοραστή, βλέπουμε να μεγαλώνει η ψαλίδα μεταξύ της ζητούμενης τιμής και της τελικής τιμής πώλησης», ανέφερε σχετικά ο κ. Γιώργος Γαβριηλίδης, διευθύνων σύμβουλος της Elxis. Συνεπώς, μόνο αν υπάρξει μια διαλλακτικότερη στάση από την πλευρά του πωλητή, είναι εφικτή η αγοραπωλησία.
Κατά συνέπεια, τα σπίτια πολύ μεγάλης επιφάνειας, ειδικά μάλιστα αν είναι και μεγάλης ηλικίας, όπως π.χ. παλιά πέτρινα αρχοντικά, που απαντώνται σε διάφορες περιοχές της χώρας, δημιουργούν περιορισμούς στους ξένους αγοραστές, ανεξάρτητα από το αν προορίζονται για επενδυτική εκμετάλλευση, ή για ιδιοκατοίκηση. Κύριοι λόγοι είναι το υψηλό κόστος συντήρησης και η δυσκολία να βρεθούν επισκέπτες που να χρειάζονται τόσο μεγάλες επιφάνειες για τις διακοπές τους. Επίσης, όμως, δυσκολότερη είναι και μια ενδεχόμενη μεταπώληση στο μέλλον, ακριβώς λόγω της χαμηλής ζήτησης για ακίνητα τέτοιου μεγέθους και ηλικίας.
Επομένως, σύμφωνα με την έρευνα, οι κάτοχοι μεγάλων και παλιών εξοχικών κατοικιών θα πρέπει να αναπροσαρμόσουν την στρατηγική τους και κυρίως την ζητούμενη τιμή πώλησης, προκειμένου να προσελκύσουν αγοραστές. Συγκεκριμένα, η τιμή ανά τ.μ. οφείλει να διαφοροποιείται προς τα κάτω, όσο αυξάνεται η επιφάνεια. Έτσι, ενώ ένα σπίτι των 100 τ.μ. μπορεί να πουληθεί με τιμή 3.000 ευρώ/τ.μ., δεν σημαίνει ότι κι ένα ακίνητο άνω των 200 τ.μ. θα έχει την ίδια τιμή ανά τ.μ. Αντιθέτως, αυτή θα πρέπει να είναι σημαντικά χαμηλότερη, π.χ. 2.000-2.500 ευρώ/τ.μ., προκειμένου να συμβαδίζει με τα σημερινά δεδομένα της ζήτησης.














