Της Τέτης Ηγουμενίδη

Στο επίκεντρο νέας δικαστικής αντιπαράθεσης μπαίνει εκ νέου το καθεστώς που θεσπίστηκε για τη διαχείριση των συνεπειών από την ακύρωση των περιβαλλοντικών κινήτρων του Νέου Οικοδομικού Κανονισμού (ΝΟΚ).

Στις 6 Μαρτίου το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) καλείται να κρίνει τη νομιμότητα του π.δ. 94/2025 και των συναφών κανονιστικών πράξεων, έπειτα από προσφυγή που άσκησαν οι δήμοι Αλίμου, Αμαρουσίου, Κηφισιάς και Φιλοθέης – Ψυχικού.

Οι συγκεκριμένοι δήμοι στρέφονται κατά του πλαισίου εφαρμογής του λεγόμενου «Ειδικού Σχεδίου Περιβαλλοντικού Ισοδυνάμου Αναβάθμισης Πόλεων», το οποίο θεσπίστηκε σε εκτέλεση των διατάξεων του ν. 5197/2025 και επιχειρεί να αντιμετωπίσει τις επιπτώσεις από τις ακυρωτικές αποφάσεις του ΣτΕ για τα πολεοδομικά κίνητρα του ΝΟΚ. Το σχέδιο προβλέπει, μεταξύ άλλων, τη δυνατότητα καταβολής χρηματικού ανταλλάγματος από κατασκευαστές προς τους οικείους δήμους, με σκοπό τη χρηματοδότηση περιβαλλοντικών έργων, προκειμένου να συνεχιστεί η αποπεράτωση οικοδομών που είχαν αδειοδοτηθεί βάσει των επίμαχων κινήτρων.

Στην προσφυγή τους, οι δήμοι υποστηρίζουν ότι το νέο θεσμικό πλαίσιο αλλοιώνει στην πράξη τις έννομες συνέπειες των ακυρωτικών αποφάσεων της Δικαιοσύνης και επιχειρεί να «διασώσει» οικοδομικές άδειες που στηρίζονται σε πολεοδομικές ρυθμίσεις οι οποίες κρίθηκαν αντισυνταγματικές. Κατά την άποψή τους, τα λεγόμενα περιβαλλοντικά ισοδύναμα δεν συνδέονται ουσιαστικά ούτε με τη συγκεκριμένη πολεοδομική επιβάρυνση ούτε με τον τόπο όπου αυτή προκλήθηκε, οδηγώντας σε αποσπασματική και άνιση αντιμετώπιση των επιπτώσεων.

Στον αντίποδα, οι κατασκευαστές που πλήττονται από την ακύρωση ή την επικείμενη ακύρωση οικοδομικών αδειών έχουν παρέμβει στη δίκη, ζητώντας τη διατήρηση σε ισχύ του π.δ. 94/2025. Όπως τονίζουν, οι άδειες εκδόθηκαν απολύτως νόμιμα, βάσει του τότε ισχύοντος θεσμικού πλαισίου και η μεταγενέστερη ακύρωσή τους τους έχει οδηγήσει σε σοβαρή οικονομική ζημία, ιδίως σε περιπτώσεις όπου οι οικοδομές βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο κατασκευής.

Στην παρέμβασή τους υπογραμμίζουν ότι παραβιάστηκε η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, καθώς και η αρχή της χρηστής διοίκησης, ενώ επισημαίνουν ότι η εφαρμογή ενός χρονικού οροσήμου (11.12.2024) οδηγεί σε άνιση μεταχείριση μεταξύ δικαιούχων οικοδομικών αδειών. Όπως αναφέρουν, όσοι είχαν ξεκινήσει εργασίες πριν από την ημερομηνία αυτή εξαιρούνται από τα αναδρομικά αποτελέσματα της αντισυνταγματικότητας, ενώ άλλοι, παρότι είχαν επίσης ξεκινήσει εργασίες αλλά βρέθηκαν σε εκκρεμοδικία, δεν απολαμβάνουν της ίδιας μεταχείρισης.

Κατά την άποψη των κατασκευαστών, το ειδικό σχέδιο περιβαλλοντικού ισοδυνάμου αποτελεί τη μοναδική ρεαλιστική δυνατότητα άρσης των συνεπειών που δημιουργήθηκαν από μια κατάσταση την οποία, όπως υποστηρίζουν, δεν προκάλεσαν οι ίδιοι, αλλά προέκυψε από τη μεταγενέστερη δικαστική κρίση. Υποστηρίζουν ότι το σχέδιο θεσπίστηκε ακριβώς για να διαχειριστεί μια ήδη διαμορφωμένη πραγματικότητα, χωρίς ευθύνη των ιδιοκτητών ή των εργολάβων.

Παράλληλα, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, εκκρεμεί η εξέταση προσφυγής των θιγόμενων κατασκευαστών ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η προσφυγή έχει κριθεί παραδεκτή και αναμένεται η έκδοση απόφασης το επόμενο διάστημα.