
Πηγή Εικόνας: απε - μπεΤης Τέτης Ηγουμενίδη
Η ασφαλής ψηφιακή συνδεσιμότητα αναδεικνύεται σήμερα σε κρίσιμο πυλώνα για την άμυνα, τη συνολική ανθεκτικότητα και την οικονομική ευημερία της Ευρώπης. Εάν, ωστόσο, δεν αντιμετωπιστεί με τη δέουσα στρατηγική σοβαρότητα, ενδέχεται να μετατραπεί σε αδύναμο κρίκο με σοβαρές επιπτώσεις για την ευρωπαϊκή ασφάλεια.
Όπως επισημαίνεται σε νέα έκθεση του Ομίλου Vodafone, τα δίκτυα επικοινωνιών, οι τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες και τα δεδομένα πρέπει να ενταχθούν στον ίδιο στρατηγικό σχεδιασμό που διέπει την άμυνα στην ξηρά, τη θάλασσα, τον αέρα, το διάστημα και τον κυβερνοχώρο. Σε ένα περιβάλλον όπου εχθρικοί δρώντες στοχεύουν ολοένα και περισσότερο τις ψηφιακές «αρτηρίες» των ανοικτών κοινωνιών, η Ευρώπη δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζει τη συνδεσιμότητα ως μια απλή εμπορική υπηρεσία που αξιολογείται κυρίως με βάση το κόστος.
Η έκθεση διαπιστώνει ότι το υφιστάμενο ευρωπαϊκό πλαίσιο ασφάλειας χρειάζεται βαθιές τομές. Η συνδεσιμότητα οφείλει να ενσωματωθεί στον πυρήνα του στρατηγικού σχεδιασμού, με παράλληλη ανάπτυξη μηχανισμών διασυνοριακού συντονισμού και ενίσχυσης της ανθεκτικότητας σε περιόδους κρίσεων. Οι επιλογές που γίνονται σήμερα σε επίπεδο επενδύσεων, ρυθμιστικής πολιτικής και συνεργασιών στον τομέα των δικτύων θα καθορίσουν το επίπεδο ασφάλειας της Ευρώπης για τις επόμενες δεκαετίες.
Η μελέτη, με τίτλο «Η ψηφιακή ραχοκοκαλιά της Ευρώπης: γιατί η ασφαλής συνδεσιμότητα αναδεικνύεται τώρα σε βασικό πυλώνα άμυνας», υπογραμμίζει ότι η προστασία των δικτύων δεν μπορεί να αποτελεί αποκλειστικό βάρος των παρόχων. Αντίθετα, απαιτείται μια συλλογική προσέγγιση που να εμπλέκει κράτη, ευρωπαϊκούς θεσμούς και συμμαχικές δομές.
Στο ίδιο πλαίσιο γίνεται αναφορά στην Έκθεση Niinistö του 2024, η οποία τονίζει ότι η πραγματική ετοιμότητα προϋποθέτει μια ολιστική προσέγγιση σε επίπεδο κοινωνίας, όπου οι υποδομές επικοινωνίας εντάσσονται οργανικά τόσο στον πολιτικό όσο και στον στρατιωτικό σχεδιασμό.
Παράλληλα, επαναλαμβάνονται τα συμπεράσματα της έκθεσης Arel «Much More than a Network», η οποία αναδεικνύει το δομικό επενδυτικό έλλειμμα στα ευρωπαϊκά δίκτυα επικοινωνιών. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, απαιτούνται πρόσθετες επενδύσεις ύψους περίπου 200 δισ. ευρώ για την επίτευξη των στόχων συνδεσιμότητας έως το 2030. Όπως σημειώνεται χαρακτηριστικά, χωρίς μια πραγματικά πανευρωπαϊκή, ασφαλή και ανθεκτική τηλεπικοινωνιακή αγορά, η ευρωπαϊκή άμυνα και τα δίκτυα επικοινωνιών κινδυνεύουν να αποδυναμωθούν ταυτόχρονα.
Η έκθεση προειδοποιεί ότι ο μακροπρόθεσμος κατακερματισμός του κλάδου σε ολόκληρη την Ευρώπη θα περιορίσει την ικανότητά του να ανταποκρίνεται σε νέες απειλές, θα αναστείλει την καινοτομία και θα υπονομεύσει τις επενδύσεις κλίμακας που απαιτούνται για ασφαλή και διττής χρήσης δίκτυα. Για την αντιμετώπιση διασυνοριακών και κρατικά υποστηριζόμενων απειλών, οι ψηφιακές υποδομές χρειάζονται συντονισμό σε ευρωπαϊκό επίπεδο και συνεργασία με αξιόπιστους εταίρους, πέρα από στενά εθνικά πλαίσια.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στη σημασία της στενότερης συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς οι δύο πλευρές αντιμετωπίζουν κοινές προκλήσεις και διαθέτουν συμπληρωματικές δυνατότητες. Η αναγνώριση της συνδεσιμότητας ως στρατηγικού πόρου για την ασφάλεια, αλλά και ως βασικού πυλώνα κοινωνικής ανθεκτικότητας, καθιστά αναγκαία την ενσωμάτωση αυτών των δεδομένων στον ευρωπαϊκό στρατηγικό σχεδιασμό και στις επενδυτικές πολιτικές, αποφεύγοντας ταυτόχρονα περιττές ρυθμιστικές επιβαρύνσεις.
Στο πλαίσιο αυτό, η έκθεση του Ομίλου Vodafone διατυπώνει πέντε βασικές προτάσεις προς τους ηγέτες της ΕΕ, που αφορούν την ενσωμάτωση της ασφαλούς συνδεσιμότητας στις εθνικές στρατηγικές ασφάλειας, την ενίσχυση της πανευρωπαϊκής συνεργασίας κράτους – παρόχων, τις στοχευμένες επενδύσεις στην ανθεκτικότητα όπου η αγορά δεν επαρκεί, την υιοθέτηση μιας στρατηγικά ανοιχτής προσέγγισης στην τεχνολογική κυριαρχία και, τέλος, την ενδυνάμωση της κοινωνικής ανθεκτικότητας μέσω του ψηφιακού εγγραμματισμού.
Η μελέτη τοποθετεί τις συστάσεις αυτές σε ένα ιδιαίτερα επιβαρυμένο γεωπολιτικό περιβάλλον. Ο διακρατικός πόλεμος υψηλής έντασης έχει επανεμφανιστεί στην ευρωπαϊκή γειτονιά, ενώ υβριδικές απειλές από κυβερνοεπιθέσεις και δολιοφθορές σε κρίσιμες υποδομές έως εκστρατείες παραπληροφόρησης, αποτελούν πλέον καθημερινή πραγματικότητα. Το 2025 οι παγκόσμιες κυβερνοεπιθέσεις αυξήθηκαν κατά 21%, ενώ, σύμφωνα με το Διεθνές Ινστιτούτο Στρατηγικών Μελετών, οι ρωσικές επιχειρήσεις δολιοφθοράς κατά ευρωπαϊκών υποδομών αυξήθηκαν κατά 246% την περίοδο 2023–2024.
Οι επιπτώσεις είναι ήδη ορατές. Στη Γερμανία, το κυβερνοέγκλημα και οι δολιοφθορές κόστισαν στις επιχειρήσεις περίπου 267 δισ. ευρώ το 2024. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει επισημάνει ότι η τρέχουσα αστάθεια καθιστά αναγκαία την αύξηση των επενδύσεων στην αμυντική και ψηφιακή καινοτομία, συμπεριλαμβανομένων τεχνολογιών όπως η τεχνητή νοημοσύνη, οι κβαντικοί υπολογιστές και οι ασφαλείς επικοινωνίες. Αντίστοιχα, το ΝΑΤΟ έχει καλέσει τα κράτη μέλη να διαθέτουν το 1,5% του ΑΕΠ τους για την ενίσχυση της συνολικής ανθεκτικότητας, με ιδιαίτερη έμφαση στις κρίσιμες ψηφιακές υποδομές.
Η συνδεσιμότητα, σύμφωνα με την Έκθεση Niinistö, αποτελεί και τη ραχοκοκαλιά της κοινωνικής ανθεκτικότητας. Από τα ενεργειακά δίκτυα και τις μεταφορές έως τα νοσοκομεία και τη δημόσια διοίκηση, οι βασικές λειτουργίες της Ευρώπης εξαρτώνται από την αδιάλειπτη ψηφιακή επικοινωνία. Σε συνθήκες κρίσης, η συνδεσιμότητα επιτρέπει τον συντονισμό των υπηρεσιών έκτακτης ανάγκης, τη στήριξη των πολιτών και τη διατήρηση της δημόσιας τάξης.
Όταν, όμως, οι ψηφιακές υποδομές καταρρέουν, οι επιπτώσεις διαχέονται ταχύτατα σε αλληλοεξαρτώμενους τομείς. Προσομοιώσεις φυσικών καταστροφών δείχνουν ότι η ομαλή λειτουργία των νοσοκομείων εξαρτάται άμεσα από τη διαθεσιμότητα κρίσιμων υποδομών, ενώ η απώλειά τους θέτει σε κίνδυνο την παροχή επείγουσας φροντίδας.
Ενδεικτικά, η πολύωρη διακοπή ρεύματος στην Ιβηρική Χερσόνησο τον Απρίλιο του 2025 εκτιμάται ότι κόστισε στην Ισπανία περίπου το 0,1% του τριμηνιαίου ΑΕΠ, με σοβαρές συνέπειες σε μεταφορές, λιανεμπόριο και βιομηχανική δραστηριότητα. Αντίστοιχα, η κυβερνοεπίθεση στον δορυφόρο Viasat το 2022, αν και στόχευε την Ουκρανία, προκάλεσε εκτεταμένες διακοπές ευρυζωνικής σύνδεσης σε ολόκληρη την Ευρώπη και επηρέασε ακόμη και τη λειτουργία ανεμογεννητριών στη Γερμανία.
Η έκθεση υπογραμμίζει, τέλος, ότι η συνδεσιμότητα αποτελεί κρίσιμο παράγοντα κοινωνικής συνοχής. Εκστρατείες παραπληροφόρησης υπονομεύουν την εμπιστοσύνη στους θεσμούς και αποσταθεροποιούν τις κοινωνίες, ιδιαίτερα σε προεκλογικές περιόδους. Έρευνες του ΟΗΕ και του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ κατατάσσουν την παραπληροφόρηση και τη χειραγώγηση της κοινής γνώμης στις σοβαρότερες βραχυπρόθεσμες απειλές για τη δημοκρατία, αναδεικνύοντας τον ρόλο της ασφαλούς συνδεσιμότητας ως βασικής ασπίδας για την κοινωνία.
Την ίδια στιγμή, υποθαλάσσια καλώδια, σταθμοί προσαιγιάλωσης, επίγεια δίκτυα οπτικών ινών, κεραίες κινητής τηλεφωνίας και κέντρα δεδομένων αποτελούν ολοένα και πιο ελκυστικούς στόχους. Περίπου το 97% της παγκόσμιας κίνησης δεδομένων μεταφέρεται μέσω υποθαλάσσιων καλωδίων, τα οποία υποστηρίζουν καθημερινά χρηματοοικονομικές συναλλαγές αξίας 8,5 τρισ. ευρώ. Με δεδομένο ότι καταγράφονται ετησίως 150 έως 200 βλάβες ακόμη και χωρίς εχθρική παρέμβαση, χώρες όπως η Ιρλανδία, η Μάλτα και η Κύπρος, που εξαρτώνται αποκλειστικά από αυτά, βρίσκονται σε ιδιαίτερα ευάλωτη θέση.
Όλα τα παραπάνω, καταλήγει η έκθεση, αναδεικνύουν τη σημασία της εφεδρείας, της ταχείας επισκευής και της ενίσχυσης των κρίσιμων σημείων του ψηφιακού οικοσυστήματος, εάν η Ευρώπη θέλει να διασφαλίσει την ασφάλεια, τη σταθερότητα και την κοινωνική της συνοχή στο νέο γεωπολιτικό περιβάλλον.















