Πηγή Εικόνας: απε - μπε

Της Τέτης Ηγουμενίδη

Η αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης στην Ελλάδα δεν μπορεί να βασίζεται σε αποσπασματικές παρεμβάσεις. Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα της νέας μελέτης της διαΝΕΟσις, υπό τον τίτλο «Η στέγαση στην Ελλάδα: Τάσεις, προκλήσεις και προοπτικές», η οποία υπογραμμίζει ότι απαιτείται μια πολυδιάστατη πολιτική, που θα συνδυάζει την ενίσχυση της προσφοράς κατοικίας με ρυθμίσεις στη ζήτηση και στοχευμένη στήριξη των πιο ευάλωτων ομάδων.

Το ζήτημα της στέγασης έχει αναδειχθεί τα τελευταία χρόνια σε ένα από τα σοβαρότερα κοινωνικά προβλήματα. Για ολοένα και περισσότερα νοικοκυριά, το κόστος κατοικίας, απορροφά δυσανάλογο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος, περιορίζοντας δραστικά τη δυνατότητα κάλυψης άλλων βασικών αναγκών. Τα δεδομένα της Eurostat είναι αποκαλυπτικά: η Ελλάδα καταγράφει τη δυσμενέστερη επίδοση στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως προς την προσιτότητα της στέγασης, με τα νοικοκυριά να δαπανούν κατά μέσο όρο το 35,5% του εισοδήματός τους για στεγαστικά έξοδα το 2024, έναντι 19,2% στον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Και αυτή η πίεση δεν κατανέμεται ισόρροπα, αλλά πλήττει περισσότερο συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες.

Η μελέτη, που εκπονήθηκε από τη διαΝΕΟσις σε συνεργασία με το ΙΟΒΕ, με συντονιστή τον γενικό διευθυντή του ΙΟΒΕ και καθηγητή στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών Νίκο Βέττα, και μελετητές τους Αντώνη Μαυρόπουλο, Κωνσταντίνα Αντωνοπούλου, Ηλία Βαλεντή, Γιώργο Γατόπουλο και Κωνσταντίνο Κόντο, επιχειρεί να χαρτογραφήσει σε βάθος τις αιτίες του προβλήματος και να διαμορφώσει ένα συνεκτικό πλαίσιο πολιτικής.

Όπως επισημαίνουν οι μελετητές, η στεγαστική κρίση δεν αποτελεί ένα συγκυριακό φαινόμενο. Αντίθετα, προκύπτει από τη συσσώρευση παραγόντων που διαμορφώθηκαν την τελευταία δεκαπενταετία: τις βαθιές επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης, τις αλλαγές στη λειτουργία της αγοράς ακινήτων, την εκρηκτική ανάπτυξη του τουρισμού και των βραχυχρόνιων μισθώσεων, την αυξημένη παρουσία ξένων επενδύσεων, αλλά και το διαχρονικά αποσπασματικό πλαίσιο στεγαστικής πολιτικής. Σε αυτά προστέθηκαν τα τελευταία χρόνια νέες πιέσεις, όπως η ενεργειακή κρίση και η άνοδος του κόστους κατασκευής, οι οποίες επιδείνωσαν περαιτέρω την ήδη τεταμένη κατάσταση.

Αυτή η αναλυτική αποτύπωση των αιτιών αποτελεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο «χτίζονται» οι κατευθύνσεις πολιτικής που αναδεικνύει η μελέτη.

Κεντρική θέση καταλαμβάνει η ανάγκη για μια θεσμική επανεκκίνηση της στεγαστικής πολιτικής, με τη διαμόρφωση εθνικής στρατηγικής μακράς πνοής, που θα αναγνωρίζει ρητά τη σημασία της κοινωνικής και προσιτής στέγασης και θα καλύπτει το κενό που άφησε η κατάργηση του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας. Η αντιμετώπιση της κρίσης, τονίζεται, δεν μπορεί να βασίζεται σε μεμονωμένα προγράμματα χωρίς συνοχή και συνέχεια.

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στον κεντρικό συντονισμό και στην ικανότητα υλοποίησης. Ένας ενιαίος φορέας με σαφείς αρμοδιότητες, επαρκείς πόρους και δυνατότητα αξιολόγησης των παρεμβάσεων με βάση μετρήσιμα αποτελέσματα θεωρείται αναγκαίος, ώστε η στεγαστική πολιτική να κρίνεται από την αποτελεσματικότητά της και όχι από τις εξαγγελίες.

Καθοριστικός θεωρείται και ο ρόλος των δεδομένων. Η αξιοποίηση ψηφιακών εργαλείων, όπως η ενιαία ψηφιακή πύλη για τη στέγαση, μπορεί να ενισχύσει τη διαφάνεια και την ενημέρωση των πολιτών. Παράλληλα, η ολοκλήρωση της ψηφιοποίησης του ιδιοκτησιακού και στεγαστικού χάρτη της χώρας αναδεικνύεται ως προϋπόθεση για να υπάρχει σαφής εικόνα του διαθέσιμου αποθέματος, των πραγματικών αναγκών και των ελλείψεων σε τοπικό επίπεδο.

Στο σκέλος της προσφοράς, η μελέτη επισημαίνει ότι η ιδιωτική πρωτοβουλία από μόνη της δεν αρκεί για να καλύψει το έλλειμμα κατοικίας. Το κράτος καλείται να αναλάβει πιο ενεργό ρόλο, αξιοποιώντας δημόσια γη, ανακαινίζοντας υφιστάμενα ακίνητα ή προχωρώντας σε νέες κατασκευές, σε συνεργασία με την τοπική αυτοδιοίκηση. Παράλληλα, η δημιουργία κοινωνικού αποθέματος κατοικίας μπορεί να στηριχθεί και σε συμπράξεις με μη κερδοσκοπικούς φορείς, οικιστικούς συλλόγους ή συνεταιριστικά σχήματα, αντλώντας εμπειρία από αντίστοιχα ευρωπαϊκά μοντέλα.

Για την επιτάχυνση της παραγωγής κατοικίας, οι μελετητές υπογραμμίζουν τη σημασία της απλούστευσης των διαδικασιών αδειοδότησης και πολεοδομικού σχεδιασμού, μέσω ψηφιοποίησης και θεσμικών παρεμβάσεων, με σεβασμό στο περιβάλλον και στο ισχύον νομικό πλαίσιο. Την ίδια στιγμή, η ρύθμιση της αγοράς ενοικίων προσεγγίζεται με μεγαλύτερη προσοχή: προτείνονται ευέλικτα εργαλεία για την αποφυγή απότομων αυξήσεων σε περιοχές με έντονες πιέσεις, τα οποία θα συνοδεύονται από μηχανισμούς προστασίας και για τους ιδιοκτήτες. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται η ιδέα ενός ταμείου ασφάλισης μισθώσεων, που θα καλύπτει κινδύνους όπως η αθέτηση πληρωμών ή τα δικαστικά έξοδα.

Στο πεδίο της οικονομικής στήριξης των νοικοκυριών, η μελέτη αναδεικνύει την ανάγκη ανασχεδιασμού των επιδομάτων ενοικίου, ώστε να αντανακλούν το πραγματικό βάρος της στέγασης. Η σύνδεση της ενίσχυσης με το ποσοστό του εισοδήματος που δαπανάται για κατοικία, σε συνδυασμό με αντικειμενικούς δείκτες για την αντιμετώπιση της ατελούς αποτύπωσης εισοδημάτων, προβάλλεται ως μία από τις κατευθύνσεις που αξίζει να εξεταστούν. Παράλληλα, επισημαίνεται η ανάγκη πιο ισορροπημένης κατανομής των πόρων υπέρ των ενοικιαστών, οι οποίοι υφίστανται τη μεγαλύτερη πίεση.

Σημαντικό μέρος της ανάλυσης αφιερώνεται και στο ζήτημα των κενών κατοικιών. Η ενεργοποίησή τους, μέσω κινήτρων ανακαίνισης που θα συνδέονται με δεσμεύσεις για προσιτή και μακροχρόνια μίσθωση, εκτιμάται ότι μπορεί να συμβάλλει ουσιαστικά στην αύξηση της διαθέσιμης προσφοράς. Συμπληρωματικά, φορολογικά κίνητρα για ιδιοκτήτες ή κατασκευαστές που προσφέρουν κατοικίες με μειωμένο ενοίκιο, αλλά και η διεύρυνση της φορολογικής βάσης των ενοικίων, θεωρούνται εργαλεία που μπορούν να περιορίσουν τις ανεπίσημες μισθώσεις και να δημιουργήσουν πρόσθετους πόρους για κοινωνική στεγαστική πολιτική.

Ακόμη, η μελέτη εξετάζει τις στρεβλώσεις που προκαλούν οι βραχυχρόνιες μισθώσεις και ορισμένα επενδυτικά προγράμματα, προτείνοντας ένα διαφοροποιημένο ρυθμιστικό πλαίσιο που θα λαμβάνει υπόψη τις ιδιαιτερότητες κάθε τοπικής αγοράς. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται και στοχευμένες παρεμβάσεις για τη φοιτητική και νεανική στέγαση, καθώς και πολιτικές αποκέντρωσης που συνδέονται με την τηλεργασία, τις τοπικές επενδύσεις σε υγεία και εκπαίδευση και τα κίνητρα για επιχειρήσεις που μεταφέρουν δραστηριότητες εκτός των μεγάλων αστικών κέντρων.