Πηγή Εικόνας: απε - μπε

Της Τέτης Ηγουμενίδη

Με θετικό αλλά συγκρατημένο τόνο διαμορφώνεται το τοπίο της ελληνικής αγοράς επαγγελματικών ακινήτων για το 2026, μετά από μια χρονιά που χαρακτηρίστηκε από υψηλή επενδυτική δραστηριότητα.

Όπως καταγράφει η Cushman & Wakefield Proprius, το 2025 εξελίχθηκε σε σημείο αναφοράς για τον κλάδο, καθώς ο όγκος των συναλλαγών κατέγραψε ιστορικό υψηλό, αυξημένος κατά 47% σε σχέση με το 2024, συνεχίζοντας την ανοδική πορεία που ξεκίνησε το 2020.

Κεντρικό ρόλο στη διαμόρφωση της επενδυτικής εικόνας είχαν κατά κύριο λόγο εγχώριοι θεσμικοί επενδυτές και family offices. Στο προσκήνιο βρέθηκαν μεταξύ άλλων η Alpha Bank, η Yoda Group, η Dimand και η Trastor ΑΕΕΑΠ, ενώ κινητικότητα προέκυψε και μέσα από τη διαδικασία αναδιάρθρωσης της Prodea ΑΕΕΑΠ.

Οι συναλλαγές χαρτοφυλακίων αντιστοιχούσαν σε ποσοστό λίγο άνω του 43% του συνολικού επενδυτικού όγκου, ενώ οι διασυνοριακές ροές περιορίστηκαν περίπου στο 30%, με το υπόλοιπο κεφάλαιο να προέρχεται από την εγχώρια αγορά. Από το σύνολο των ελληνικών κεφαλαίων, το 46% προήλθε από family offices, το 9,25% από ΑΕΕΑΠ και το 9% από ξενοδόχους.

Σε απόλυτους αριθμούς, οι επενδύσεις σε επαγγελματικά ακίνητα ανήλθαν το 2025 στα 2,9 δισ. ευρώ, έναντι 1,97 δισ. ευρώ το 2024. Για λόγους σύγκρισης, το αντίστοιχο μέγεθος διαμορφώθηκε στα 2,02 δισ. ευρώ το 2023, στα 1,67 δισ. ευρώ το 2022, στα 1,16 δισ. ευρώ το 2021 και στα 1,01 δισ. ευρώ το 2020. Στα μεγέθη του 2025 δεν περιλαμβάνεται η επένδυση της ιταλικής ION στο Ελληνικό, ύψους 450 εκατ. ευρώ, που αφορά την αγορά έκτασης για την κατασκευή του Διεθνούς Κέντρου Έρευνας και Καινοτομίας.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της κτηματομεσιτικής εταιρείας, η πορεία αποκλιμάκωσης των επιτοκίων, η σταδιακή επαναφορά της επενδυτικής εμπιστοσύνης και η προσδοκώμενη ενίσχυση της παρουσίας θεσμικών κεφαλαίων συνθέτουν ένα περιβάλλον που ευνοεί τη διατήρηση της δυναμικής, με την αγορά να μετατοπίζεται από τη φάση της ανθεκτικότητας σε εκείνη μιας πιο ώριμης ανάπτυξης.

Το ενδιαφέρον στρέφεται κυρίως στις κινήσεις ΑΕΕΑΠ και τραπεζών, αλλά και στη δυνατότητα πιο ενεργής συμμετοχής διεθνών επενδυτών, καθώς η ελληνική αγορά αποκτά μεγαλύτερο βάθος και διαφοροποίηση. Ο τουρισμός εκτιμάται ότι θα συνεχίσει να λειτουργεί ως βασικός πυλώνας ζήτησης, ενώ η πολιτική σταθερότητα ενόψει των εκλογών του 2027, σε συνδυασμό με ένα σχετικά σταθερό διεθνές περιβάλλον, αξιολογούνται ως υποστηρικτικοί παράγοντες.

Την ίδια στιγμή, η C&W Proprius επισημαίνει ότι υφίστανται διαρθρωτικές αδυναμίες, όπως η περιορισμένη διαθεσιμότητα ιστορικών δεδομένων που θα επέτρεπαν πιο ασφαλή επενδυτική αξιολόγηση. Παράλληλα, η πρόσφατη οικονομική διαδρομή της χώρας — από την πολυετή κρίση έως την πανδημία — εξακολουθεί να συντηρεί στοιχεία επιφυλακτικότητας.

Σε επίπεδο επιμέρους κατηγοριών, ο κλάδος της φιλοξενίας διατήρησε την πρωτοκαθεδρία το 2025, απορροφώντας το 44,5% του συνολικού επενδυμένου κεφαλαίου, με τοποθετήσεις ύψους 1,4 δισ. ευρώ. Καταλυτική υπήρξε η εξαγορά του Astir Pallas από τον Γιώργο Προκοπίου έναντι 700 εκατ. ευρώ, συναλλαγή που αναβάθμισε την κλίμακα της αγοράς και ενίσχυσε τη διεθνή της προβολή. Ακολούθησαν τα γραφεία, με επενδύσεις 750 εκατ. ευρώ και μερίδιο 27,3%, επιβεβαιώνοντας τη σταθερή ζήτηση για σύγχρονους και ποιοτικούς επαγγελματικούς χώρους.

Η μεγαλύτερη ετήσια μεταβολή καταγράφηκε στη λιανική, όπου οι επενδύσεις αυξήθηκαν κατά 143%, φθάνοντας τα 560 εκατ. ευρώ, εξέλιξη που αντανακλά την επαναφορά της εμπιστοσύνης σε ακίνητα συνδεδεμένα με το λιανεμπόριο. Ταυτόχρονα, ενισχυμένο ενδιαφέρον εκδηλώθηκε για εναλλακτικά ακίνητα, όπως εκείνα που αφορούν την εκπαίδευση και τη φοιτητική στέγαση, ακολουθώντας τις μεταβολές στα πρότυπα διαβίωσης, εργασίας και κατανάλωσης.